sklantzithres 2

ΣΠΙΘΕΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ

Archive for the ‘ΕΘΝΙΚΆ’ Category

Συγκλονιστικές καταγγελίες του παραγωγού της μπύρας Βεργίνα: Οι πολυεθνικές θέλουν να με εξοντώσουν! [Βίντεο]

Posted by PROTEUS στο Νοέμβριος 5, 2015


Σε πολύ σημαντικές καταγγελίες προέβη ο Δημήτρης Πολιτόπουλος, διευθύνων σύμβουλος της Ζυθοποιΐας Μακεδονίας-Θράκης (παράγει τη γνωστή μπύρα «Βεργίνα») στη Βουλή των Ελλήνων αναφορικά με τις πρακτικές δύο πολυεθνικών και τα μέσα που μεταχειρίστηκαν ώστε να εκφοβίσουν τους Έλληνες παραγωγούς.
Οι καταγγελίες αυτές ακόμη περιμένουν τη διερεύνισή τους από το μακρινό 2001!

Αναφέρει μεταξύ άλλων ο κ. Πολιτόπουλος:
«Αν δεν είχα την υποστήριξη των άλλων εταιρειών που έχει η οικογένειά μου στη Νέα Υόρκη θα είχα κλείσει. Αν δεν ήμουν νέος δεν θα είχα αντέξει. Το να μπεις στον πόλεμο, ο οποίος περιλαμβάνει σκάσιμο ελαστικών, κόψιμο φρένων, κάψιμο φορτηγών, απειλών κατά της ζωή μου, κατά των συναδέλφων εμπόρων, αυτά όλα βρίσκονται στην επιτροπή ανταγωνισμού, στην οποία εκκρεμούν από το 2001!»

Posted in ΕΘΝΙΚΆ | Leave a Comment »

ΕΓΓΡΑΦΟ – ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ ΤΗΣ CIA ΞΕΣΚΕΠΑΖΕΙ ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΤΟΥ…”ΕΘΝΑΡΧΗ” ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ: “ΗΤΑΝ ΚΑΤΑΔΟΤΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ ΤΩΝ ΝΑΖΙ” – ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ…ΣΥΓΚΛΟΝΙΖΟΥΝ!!!

Posted by PROTEUS στο Οκτώβριος 28, 2015


”Εγγραφο της CIA αναφέρει ότι η αποκάλυψη έγινε στην δίκη του ‘Αϊχμαν στο Ισραήλ 1962.

Το σχετικό ”λίνκ” στην ιστοσελίδα της CIA, όπου μπορείτε να δείτε το παρακάτω έγγραφο (κατεβάστε το pdf), είναι:

http://www.foia.cia.gov/document/519b7f95993294098d512b57

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην έρευνά του για το βιβλίο που ετοιμάζει με θέμα την πολύκροτη υπόθεση Μέρτεν-Καραμανλή, ο συγγραφέας Mitch Fatouros, (“Greek American Pimps, Charities Corrupted by Politics, Lobbies & Criminal Enterprises”) ανατρέχοντας σε έγγραφα αρχείων της CIA που έχουν αποχαραχτηριστεί, ανακάλυψε το παραπάνω έγγραφο-κόλαφο γιά τον “Εθνάρχη” Κων/νο Καραμανλή.
kalami-net

Posted in ΕΘΝΙΚΆ, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ | Leave a Comment »

ΤΡΙΖΟΥΝ ΤΑ ΚΟΚΚΑΛΑ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΜΕΤΑΞΑ. ΟΥΔΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΗΜΕΡΙΝΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΕΧΕΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940-ΜΙΑΣΜΑΤΑ ΠΟΥ 75 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΚΑΝΟΥΝ ΤΟΥΣ ΤΡΟΧΟΝΟΜΟΥΣ ΣΤΟΥΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥΣ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΣ

Posted by PROTEUS στο Οκτώβριος 28, 2015


Αλητάμπουρες και προδότες οι σύγχρονοι Νενέκοι που θα βγουν σήμερα να μιλήσουν για την 28η Οκτωβρίου 1940.

Μια μεγάλη μέρα για τη λεβεντιά της γενιάς του 1940 που μας εμπνέει ακόμα για την αντροσύνη της και την μεγαλοπρέπεια της, το ηθικό ανάστημα και τη γενναιότητα της. Υπάρχουν παλιοί στρατιώτες που ζουν ακόμα και δακρύζουν βλέποντας την Ελλάδα που όρθωσε το ανάστημα της το 1940 να χάνεται σήμερα από εξευτελισμένες μαριονέτες που προσποιούνται τους κυβερνήτες της πατρίδος ενώ την ίδια ώρα τη ξεπουλάνε στα ξένα συμφέροντα.

Εαν μπορούσε να δει ο Ιωάνννης Μεταξάς τα κρίματα τους θα τους πυροβολούσε στο κεφάλι την ίδια στιγμή. Σαν παλιάλογα που δεν έχουν πια να προσφέρουν τίποτα. Μονάχα μισαλοδοξία, μισελληνισμό και εθνική μειοδοσία.

Καθάρματα που καθημερινά παραχωρούν εθνική γη και κυριαρχικά συμφέροντα.

Η αρχή του τέλους η επιχείρηση κατά της Ελλάδος»  Εμ. Γκράτσι (σ.σ. 284-287)
Την καθορισμένη ώρα δέκα περίπου λεπτά πριν από τις 3, ο Στρατιωτικός ακόλουθος, ο διερμηνέας και εγώ φθάσαμε στην καγκελλόπορτα της μικρής βίλλας, όπου έμενε ο Πρωθυπουργός. Ο comm.De Santo είπε στον φρουρό να ειδοποιήσει τον Πρωθυπουργό ότι ο Πρέσβυς της Ιταλίας επιθυμούσε να γίνει δεκτός για μία άκρως επείγουσα ανακοίνωση. Ο φρουρός άρχισε να κτυπά ένα ηλεκτρικό κουδούνι που επικοινωνούσε με το εσωτερικό του σπιτιού, αλλά το υπηρετικό προσωπικό κοιμόταν. Περιμέναμε για μερικά ατελείωτα λεπτά μπροστά στην καγκελλόπορτα. Μες την βαθειά σιωπή της νύκτας ακουγόταν το γαύγισμα ενός σκύλου.

Επί τέλους το κουδούνισμα ξύπνησε τον ίδιο τον Μεταξά, ο οποίος έκαμε την εμφάνισή του σε μία μικρή πόρτα υπηρεσίας και, αναγνωρίζοντας με, διέταξε τον φρουρό να με αφήσει να περάσω.
Οι δύο συνοδοί μου έμειναν στον δρόμο περιμένοντας με, έξω από την καγκελλόπορτα.
Ο Μεταξάς είχε φορέσει μία σκούρα μάλλινη ρόμπα, από τον γιακά της οποίας φαινόταν ένα μετριότατο βαμβακερό νυχτικό. Μου έσφιξε το χέρι, με έβαλε μέσα και με άφησε να περάσω σε ένα μικρό σαλόνι, το  συνηθισμένο σαλονάκι μιας μικροαστικής εξοχικής βιλλίτσας. Αυτό το περιβάλλον αλά Guido Gozzano, με τα κακόγουστα καλά του πράγματα μ’ έκανε να αναλογιστώ προς στιγμήν με κάποιο πικρό κρυφό χαμόγελο την Βίλλα Τορλόνια.
Μόλις καθίσαμε του είπα ότι η Κυβέρνηση μου είχε αναθέσει να του κάμω μια άκρως επείγουσα ανακοίνωση και χωρίς άλλα λόγια του έδωσα το κείμενο. Ο Μεταξάς άρχισε να διαβάζει. Τα χέρια του κρατούσαν το χαρτί έτρεμαν ελαφρά και μέσα από τα γυαλιά του έβλεπα τα μάτια να βουρκώνουν, όπως συνήθιζε όταν ήταν συγκινημένος. Όταν τελείωσε την ανάγνωση, με κοίταξε κατά πρόσωπο και μου είπε με φωνή λυπημένη αλλά σταθερή:
“Allors c’ est la guerre” (Επομένως έχουμε πόλεμο). Του απήντησα ότι δεν ήταν καθόλου έτσι κατ’ ανάγκην, και ότι μάλιστα η Ιταλική Κυβέρνηση ήλπιζε ότι η Ελληνική Κυβέρνηση θα εδέχετο τα αιτήματά της και θα άφηνε να περάσουν ελεύθερα τα ιταλικά στρατεύματα, τα οποία θα άρχιζαν τις μετακινήσεις τους την 6η πρωινή.
Ο Μεταξάς με ρώτησε τότε πως μπορούσα να σκεφθώ ότι, ακόμα και αν είχε την πρόθεση να ενδώσει, θα του ήταν δυνατόν μέσα σε τρείς ώρες να λάβει τις διαταγές του Βασιλέως και να δώσει τις απαραίτητες οδηγίες για την ελεύθερη διέλευση των ιταλικών στρατευμάτων. Χωρίς καμία πεποίθηση, από απλή ευσυνειδησία, αρπαζόμενος από την τελευταία ελπίδα όπως ο ναυαγός πιάνεται ακόμα και από ένα σανιδάκι, του απήντησα ότι αυτό δεν ήταν καθόλου αδύνατον. Ασφαλώς θα είχε απ’ ευθείας τηλεφωνική γραμμή για να επικοινωνεί με τον βασιλέα. Όσο για τις διαταγές προς τα στρατεύματα, θα ήταν αρκετό να διαταχθεί ο αρχιστράτηγος να στείλει με τον ασύρματο εγκύκλιο διαταγή σε όλους τους διοικητές να μην παρεμποδισθεί η προέλαση των ιταλικών στρατευμάτων.
Ο Μεταξάς με ρώτησε τότε αν μπορούσα να του καθορίσω τουλάχιστον ποιά ήταν τα στρατηγικά σημεία επί του ελληνικού εδάφους που η ιταλική Κυβέρνηση θα ήθελε να καταλάβει. Φυσικά, αναγκάσθηκα αν του απαντήσω ότι δεν είχα την παραμικρή ιδέα. Ο Μεταξάς απήντησε : “Vous voyez bien que c’ est impossible” (βλέπετε ότι αυτό είναι αδύνατον). Η ευθύνη του πολέμου αυτού βαρύνει αποκλειστικά την Ιταλική Κυβέρνηση. Η Κυβέρνηση σας ήξερε κάλλιστα ότι η Ελλάδα το μόνο που επιθυμούσε ήταν να παραμείνει ουδετέρα, αλλ’ ότι ήμεθα αποφασισμένοι να υπερασπιστούμε το εθνικό έδαφος εναντίον οιουδήποτε.«Του απήντησα, ενώ σηκωνόμουν, ότι ήλπιζα ακόμα ότι θα ελάμβανε υπ’ όψιν του την διαβεβαίωση που περιείχετο στην διακοίνωση, κατά την οποίαν η Ιταλική Κυβέρνηση δεν είχε καμία πρόθεση να θίξει την κυριαρχία της Ελλάδος και ότι θα μου γνώριζε στην Πρεσβεία, πριν από τις 6, ότι η χώρα του δεχόταν τα ιταλικά αιτήματα».
Ο Μεταξάς δεν μου απήντησε. Με συνόδευσε στην έξοδο υπηρεσίας από την οποίαν είχα μπεί πριν από ένα τέταρτο και όταν ήμασταν στο κατώφλι μου είπε χωρίς να αναπτύξει περισσότερο την σκέψη του, “Vous etes les plus forts…” (Είσαστε πιό δυνατοί) με φωνή αυτή τη φορά βαθιά αλλοιωμένη.
Με τη σειρά μου δεν ήξερα τι να απαντήσω στα λόγια αυτά και στην βαθειά λύπη που τα δονούσε. Νομίζω δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο, ο οποίος τουλάχιστον μία φορά στη ζωή του να μην αισθάνθηκε απέχθεια για το επάγγελμα του. Αν στην μακρά σταδιοδρομία μου στην υπηρεσία του κράτους υπήρξε ποτέ μια στιγμή κατά την οποίαν εμίσησα το δικό μου, μια στιγμή κατά την οποίαν το καθήκον του αξιώματός μου μου φάνηκε σταυρός όχι μόνο θλιβερός, αλλά και ταπεινωτικός, η στιγμή αυτή ήταν όταν άκουσα εκείνα τα αποκαρδιωμένα λόγια που πρόφερε ο πρεσβύτης εκείνος, που είχε καταναλώσει ολόκληρη την ζωή του αγωνιζόμενος και υποφέροντας για την χώρα του και τους βασιλείς του και που, και κατά την υπέρτατη εκείνη στιγμή, προτιμούσε να διαλέξει για την πατρίδα του τον δρόμο της θυσίας και όχι τον δρόμο της ατιμώσεως. Υποκλίθηκα μπροστά του με τον βαθύτερο σεβασμό και βγήκα από το σπίτι του.

Συμπέρασμα: Τι σχέση έχουν αυτά τα κατακάθια του κοινού ποινικού δικαίου και του οργανωμένου εγκλήματος με τόσο μεγάλους ηγέτες;
Αυτά να τα διαβάζει ο Λαός μήπως και ξυπνήσει ποτέ…

makeleio

ΟΙ ΕΘΝΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΘΕΛΟΥΝ ΑΡΕΤΗ ΚΑΙ ΤΟΛΜΗ
28 Οκτωβρίου 1940: Τι θα είχε συμβεί αν ο Ι.Μεταξάς δεν απαντούσε το ιστορικό «ΟΧΙ» στο ιταλικό τελεσίγραφο (σπάνιες φωτό)

Σαν σήμερα οι Έλληνες είπαν το μεγάλο “ΟΧΙ” και έγραψαν ιστορία. Ιστορία που έμεινε γραμμένη στις ένδοξες σελίδες του τόπου ως το “Έπος”, λόγω της μάχης που έδιναν σαν “λιοντάρια”, όπως γράφουν οι ιστορικοί, οι στρατιώτες στο ελληνοαλβανικό μέτωπο και όχι μόνο. Τι θα συνέβαινε όμως αν ο Ιωάννης Μεταξάς δεν είχε απαντήσει “ΟΧΙ” στο ιταλικό τελεσίγραφο που του επιδόθηκε στις 28 Οκτωβρίου του 1940 και είχε πει “ναι”;

Οι συνέπειες θα ήταν μεγάλες για τη χώρα και το βέβαιο είναι, όπως εκτιμάται, πώς η Ελλάδα θα είχε απολέσει μέρος των εδαφών της. Μετά το “ΟΧΙ” του Μεταξά οι Έλληνες έγιναν μία γροθιά και πολέμησαν, όπως ορκίστηκαν ¨μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματος τους”.

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Τις μάχες τις μεραρχίες Ηπείρου που με διοικητή τον υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο δεν εγκατέλειψε την προωθημένη αμυντική γραμμή και αγωνίσθηκε μέχρι τέλους για να μην παραχωρήσει σπιθαμή εθνικού εδάφους; Το απόσπασμα του συνταγματάρχη Δαβάκη που αμυνόμενο σθεναρά με λίγους στρατιώτες, με πενιχρά μέσα αλλά με μεγάλη αυτοθυσία, απέκρουσε τις αλλεπάλληλες επιθέσεις του εχθρού και έδωσε πολύτιμο χρόνο στον Ελληνικό στρατό να ανασυνταχθεί και να αντεπιτεθεί καταδιώκοντας τους εισβολείς εκείθεν των Αλβανικών συνόρων, στα ιστορικά χώματα της Βορείου Ηπείρου;

Τα κατορθώματα των Ελλήνων αμέτρητα στο “Έπος του ’40”. Όπως είπαμε και στην αρχή όμως τι θα γινόταν αν ο Ιωάννης Μεταξάς είχε πει «ναι»;. Μια απάντηση έδωσε ο ακαδημαϊκός και ιστορικός, Μιλτιάδης Χατζόπουλος, στην ομιλία του στην πανηγυρική συνεδρία της Ακαδημίας Αθηνών για τον εορτασμό της επετείου της 28ης Οκτωβρίου 1940 με τίτλο «Τρία ελληνικά «ΟΧΙ» και οι συνέπειές τους: Ένας απολογισμός».

Σύμφωνα με τον κ. Χατζόπουλο το πρώτο από τα «τρία ελληνικά όχι», είναι του βασιλιά των Μακεδόνων, Περσέα, όταν τον Απρίλιο του 171 π. Χ. πληροφορήθηκε από τους απεσταλμένους του που επέστρεψαν από τη Ρώμη ότι «η απόφαση για την κήρυξη του πολέμου ήταν ουσιαστικά ήδη ειλημμένη από τη Σύγκλητο και τα προσχήματα είχαν ήδη επινοηθεί».

Τρία χρόνια και λίγους μήνες αργότερα, στις 22 Ιουνίου του 168 π. Χ., οι Μακεδόνες ηττήθηκαν στη Μάχη της Πύδνας, η οποία έχει αναγνωρισθεί ως κομβικό συμβάν «που επισφράγισε την κοσμοκρατορία των Ρωμαίων και την οριστική απώλεια ελευθερίας της Ελλάδος», όπως ανέφερε.

Το δεύτερο «όχι» ήρθε 16 αιώνες αργότερα. Είναι του Ιωάννη Παλαιολόγου ΙΑ΄ προς τον εκπρόσωπο του Μωάμεθ Β΄, ο οποίος έστειλε τελεσίγραφο, προτείνοντας την αποχώρηση του βυζαντινού αυτοκράτορα και των αρχόντων του, αφήνοντας πίσω τον λαό «σώο και αβλαβή», ειδάλλως η τύχη που τους περίμενε ήταν θάνατος και αιχμαλωσία.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Ο βασιλιάς με τους ελάχιστους συμπολεμιστές του θυσιάστηκε, «συνέβη δε αυτό τούτο που ο Μωάμεθ προανήγγειλε: ο βασιλεύς και οι μετ’ αυτού άρχοντες απώλεσαν την ζωή και τα υπάρχοντά τους οι δε απλοί κάτοικοι της βασιλεύουσας αιχμαλωτίσθηκαν και διασκορπίσθηκαν σ’ όλη τη γη», όπως τόνισε ο ομιλητής.

«Ήταν δυνατόν να μην ήξερε τα παραπάνω ο Ι. Μεταξάς, ένας άνθρωπος με αξιόλογη ιστορική παιδεία, διόλου αστόχαστος ή με τυχοδιωκτικές τάσεις; Όχι», θεωρεί ο κ. Χατζόπουλος, μιλώντας για μια απόφαση που οδήγησε στα γνωστά, επώδυνα, αποτελέσματα: «Περί τους 335.000 νεκρούς ή 4,5% του πληθυσμού, αρπαγές και δημεύσεις περιουσιών, ολοκληρωτική σχεδόν καταστροφή υποδομών στο υλικό πεδίο που υπολογίζεται 7.000.000.000 δολάρια προ του 1938, στα οποία θα πρέπει να προστεθεί το αναγκαστικό δάνειο ύψους 3.500.000.000 δολάρια , που με τους τόκους συμποσούνται σήμερα σε 500.000.000.000 δολάρια». Επιπλέον, σε βαρύτατες επιπτώσεις σε ηθικό επίπεδο, αλλά και σε βαριές απώλειες που ακολούθησαν με τον εμφύλιο πόλεμο.

Τι θα είχε συμβεί, όμως, αν είχε πει το «ναι»; «Η σύμπραξη και υποταγή στον ‘Αξονα, στην καλύτερη των περιπτώσεων, δηλαδή νίκης των Γερμανών και των συμμάχων τους, θα άφηνε την Ελλάδα όχι μόνον υπόδουλη, αλλά και ακρωτηριασμένη και ατιμασμένη από την εγκατάλειψη των Ελλήνων της Ηπείρου και της Θράκης σε ξένους ζυγούς.

Σε περίπτωση νίκης της Βρετανίας και των συμμάχων της δεν θα ήταν μόνο ατιμασμένη, αλλά θα διακινδύνευε και άλλους ακρωτηριασμούς προς όφελος είτε της Νοτιοσλαβίας, που διεκδικούσε κατά καιρούς τον λιμένα της Θεσσαλονίκης και της οποίας η νόμιμη κυβέρνηση είχε καταφύγει στο Λονδίνο, είτε και της Τουρκίας, η οποία παρέμενε ουδέτερη και θα διεκδικούσε ενδεχομένως τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου.

Πέρα όμως από την αποτροπή των κινδύνων αυτών και από το πολύ απτό όφελος της προσαρτήσεως των Δωδεκανήσων, που είχε ορθά προβλέψει ο Μεταξάς, από τη νουνεχή επιλογή της Ελλάδος προέκυψε ένα τεράστιο ηθικό όφελος, που γίνεται κατανοητό μόλις συγκριθεί με την ηθική ζημία που υπέστη η Γαλλία από την αντίθετη επιλογή», σημείωσε ο ακαδημαϊκός, ο οποίος αναφέρθηκε εκτενώς στη γαλλική περίπτωση.

«Αντίθετα οι Έλληνες κατά την ίδια περίοδο, επιδόθηκαν στην ανασυγκρότηση της πατρίδας τους με την αυτοπεποίθηση και την υπερηφάνεια που τους ενέπνεε το “ΟΧΙ” του 1940, κοινό επίτευγμα σύσσωμου του έθνους, που απέπλυνε την ήττα του 1922. Η μοιραία 21η Απριλίου, η τουρκική εισβολή στην Κύπρο και η στρεβλή μεταπολίτευση δεν επέτρεψαν στην αυτοπεποίθηση αυτή να μακροημερεύσει και επέφεραν νέους διχασμούς, δυστυχώς».

Και αυτά γιατί το “ΟΧΙ” πρέπει να ακολουθείται από διηνεκή άσκηση συνετής πολιτικής. Είναι αυτό που λένε πώς δεν θέλει μόνον τόλμη, αλλά και αρετή, πολιτική αρετή. Κάτι που μπορεί να είχε ο Ιωάννης Μεταξάς, αλλά όχι άλλοι πολιτικοί στην Ελλάδα. Πριν από μερικούς μήνες οι Έλληνες είπαν ένα “ΟΧΙ” στο δημοψήφισμα, αλλά, αυτό έγινε στη συνέχεια “ναι” γιατί ακριβώς δεν υπήρχε η πολιτική αρετή.

Όσον αφορά στο “ Έπος του ’40” παραθέτουμε στη συνέχεια αρκετές φωτογραφίες από το αρχείο του Γενικού Επιτελείου Στρατού καθ’ ότι μία φωτογραφία ισούται με 1.000 λέξεις:

Posted in ΕΘΝΙΚΆ | Leave a Comment »

ΟΙ ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ ΤΕΛΙΚΑ ΚΑΘΕ ΑΛΛΟ ΠΑΡΑ ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ ΗΤΑΝ! ΟΙ ΓΡΙΦΟΙ ΛΥΝΟΝΤΑΙ! – ΝΕΑ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ: “ΟΤΑΝ ΑΚΟΥΣΕΤΕ ΝΑ ΚΟΒΟΥΝ ΤΑ ΝΕΡΑ…” (ΒΙΝΤΕΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ)

Posted by PROTEUS στο Οκτώβριος 9, 2015


ΓΙΑ ΠΟΛΛΟΣΤΗ ΦΟΡΑ Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΑΣ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΕΤΑΙ !
Γ.Παΐσιος: “Όταν ακούσετε ότι τα νερά του Ευφράτη τα κόβουν ψηλά οι Τούρκοι με φράγματα να ξέρετε ότι έρχεται ο Αρμαγεδδών”
«Όταν ακούσετε ότι τα νερά του Ευφράτη τα κόβουν ψηλά οι Τούρκοι με φράγματα, να ξέρετε ότι ήδη μπήκαμε στην προετοιμασία του Αρμαγεδδώνα, και ότι διακόσια εκατομμύρια στρατός θα διαβεί τον Ευφράτη για την Μέση Ανατολή και ότι το ξανθόν γένος, δηλαδή οι Ρώσοι, θα πολεμήσουν εναντίον της Τουρκίας»…

“Η στάθμη της λίμνης έχει πέσει κατά έξι μέτρα”

Σύμφωνα με την εφημερίδα του Λιβάνου, Αλ Αχμπάρ, οι Τούρκοι έχουν μπλοκάρει τη ροή του Ευφράτη στη Συρία.

Απειλείται όχι μόνο ο πληθυσμός της Συρίας αλλά και του Ιράκ, Η στάθμη του νερού στη λίμνη Άσαντ έπεσε κατά έξι μέτρα, Εκατομμύρια Σύριοι έμειναν χωρίς πόσιμο νερό.

Η Τουρκία έχει παραβιάσει τις διεθνείς υποχρεώσεις και απέκλεισε πλήρως τη ροή του νερού του Ευφράτη.

Η Άγκυρα είχε αρχίσει μια σταδιακή μείωση της παροχής νερού πριν από δυόμισι μήνες και πριν από δύο εβδομάδες την σταμάτησε εντελώς.

Ανώνυμη πηγή είπε στην ‘Αλ Αχμπαρ’ ότι η στάθμη του νερού στην κεντρική δεξαμενή νερού της Συρία- τη λίμνη Άσαντ- μειώθηκε η στάθμη του νερού κατά 6 μέτρα.

Αυτό σημαίνει απώλεια εκατομμυρίων κυβικών μέτρων πόσιμου νερού.Αν η στάθμη του νερού στη λίμνη πέσει άλλο ένα μέτρο θα τεθεί το φράγμα εκτός δράσης.

Μέλη του Ινστιτούτου του Ευφράτη εξακολουθούν να εργάζονται υπό την επίβλεψη των μαχητών του «Ισλαμικού κράτους του Ιράκ και της Λεβάντε» καθώς και μαχητών της αλ Κάιντα, οι οποίοι έχουν καταλάβει το φράγμα.

Οι ηγέτες των ισλαμιστών δεν προτίθεται να προβούν σε αλλαγές στη λειτουργία του φράγματος.Οι συνέπειες των τουρκικών εγκλημάτων γίνονται ήδη αισθητές στο ανατολικό τμήμα της επαρχίας του Χαλεπίου.

Στην αλ Χαφς, μέσω της οποίας το νερό από τη λίμνη Άσαντ διοχετεύεται στα κανάλια, η στάθμη του νερού έχει πέσει σε χαμηλά επίπεδα.

Τα υπάρχοντα αποθέματα νερού στην Αλ Χαλφ θα εξαντληθούν σε 1-2 μέρες.

Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα επτά εκατομμύρια Σύριοι να παραμείνουν χωρίς πόσιμο νερό.

Η παύση της διοχέτευσης της απαραίτητης ποσότητας νερού έχει, συν τοις άλλοις, την απότομη πτώση του όγκου της ηλεκτρικής ενέργειας στο Χαλέπι και στην επαρχία του Χαλεπίου.

Ιστορικά, ο έλεγχος του Ευφράτη ήταν το επίκεντρο της σύγκρουσης μεταξύ της Τουρκίας, αφενός και της Συρίας –Ιράκ από την άλλη.

Η Τουρκία επιμένει ότι ο Ευφράτης είναι ένα «διασυνοριακό ποτάμι» και όχι «διεθνής ποταμός», και ως εκ τούτου δεν καλύπτεται από τους κανόνες του διεθνούς δικαίου.

Η Τουρκία είναι επίσης μία από τις τρεις χώρες (μαζί με την Κίνα και το Μπουρούντι) που δεν έχουν υπογράψει τη διεθνή σύμβαση για τη χρήση των διεθνών υδατορευμάτων, που υιοθετήθηκε από τον ΟΗΕ το 1997.

ΑΣ ΦΩΤΙΣΕΙ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΩΡΕΣ ΤΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΜΑΣ ΠΟΥ ΑΠΕΧΟΥΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΣΕ ΑΥΤΑ !

 ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

-ΠΑΤΡΟΚΟΣΜΑΣ: “ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΘΑ ΜΑΘΟΥΝ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ 3 ΜΕΡΕΣ ΓΡΗΓΟΡΟΤΕΡΑ ΑΠ’ΤΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ… ”


.makeleio

Posted in ΕΘΝΙΚΆ, ΟΡΘΟΔΟΞΊΑ | Leave a Comment »

ΦΡΙΚΗ! 400 τόνους οστών Ελλήνων πούλησε ο σφαγέας Κεμάλ στη Μασσαλία, για να φτιάξουν σαπούνια

Posted by PROTEUS στο Οκτώβριος 3, 2015


 «…400 τόννους οστών Ελλήνων, από τα Μουδανιά εις την Μασσαλίαν, προς βιομηχανοποίησιν…».

Αυτές τις ημέρες του 1922 γραφόταν δύο από τις τελευταίες πράξεις της Γενοκτονίας εναντίον των Ελλήνων της Θράκης, της Μικράς Ασίας, του Πόντου. Μία ήταν καταστροφή της Σμύρνης και η άλλη η ανακωχή των Μουδανιών, με την οποία ο Ελληνισμός υποχρεώθηκε σε φυγή και από τη Θράκη.

Από τον όμορφο αυτό λιμένα όμως της Θρακικής ενδοχώρας, δεκαπέντε μήνες αργότερα θα διαδραματιζόταν η τελευταία και πιο φρικιαστική πράξη του Ελληνικού Ολοκαυτώματος. Μπορεί οι Νεότουρκοι, Τζεμάλ, Ενβέρ και Ταλαάτ πασά και ο Μουσταφά Κεμάλ, να δολοφόνησαν 1.000.000 Έλληνες και Ελληνίδες, αλλά φρόντισαν να τα εξαφανίσουν τα ίχνη τους.

Ο Χ. Αγγελομάτης στο βιβλίο του «Χρονικόν Μεγάλης Τραγωδίας» (Αθήνα 1924) αναφέρεται στο μέγεθος του εγκλήματος, τους θύτες και τους συνεργάτες τους: «Οι παλαιότεροι θα ενθυμούνται την δημοσιευθείσαν είδησιν εις τα αθηναϊκάς εφημερίδας, μίαν ημέρα του Φεβρουαρίου του 1924. Το προσεγγίσαν εις την Θεσσαλονίκην αγγλικόν πλοίον “Ζαν”, μετέφερε 400 τόννους οστών Ελλήνων, από τα Μουδανιά της Μικράς Ασίας εις την Μασσαλίαν, προς βιομηχανοποίησιν. Οι εργάται του λιμένος Θεσσαλονίκης, πληροφορηθέντες το γεγονός, εμπόδισαν το πλοίον να αποπλεύσει, επενέβη όμως ο Άγγλος πρόξενος και επετράπη ο απόπλους».

Έτσι όπως αναφέρει ο διευθυντής του Μουσείο της Γενοκτονίας στο Ερεβάν, Χαΐκ Ντεμογιάν, στην ομιλία του για τη Γενοκτονία των Ελλήνων (Αθήνα, Μάιος 2014) «Η τουρκική πολιτική της γενοκτονίας, κατά των Αρμενίων, των Ελλήνων και των Ασσυρίων, αφού παρέμεινε ατιμώρητη, έχει γεννήσει νέο κακό για την ανθρωπότητα. Η ατιμωρησία και η απροκάλυπτη εύνοια εκ μέρους των παγκόσμιων μεγάλων δυνάμεων προς ένα κράτος-διάδοχο και συνεχιστή της οθωμανικής παράδοσης, δημιούργησαν το γόνιμο έδαφος ώστε να φυτρώσουν σε αυτό νέα σχέδια για τη διάπραξη γενοκτονίας. Η ατιμωρησία και ως επακόλουθο η επιθετική συμπεριφορά του τουρκικού κράτους, οδήγησαν σε νέα εγκλήματα».
Μπροστά στο έγκλημα κανείς δεν έχει δικαιώμα να σιωπήσει, πόσο μάλλον να το αρνείται. Μπροστά στην σύληση των οστών των δικών μας ανθρώπων, από εκεί απ΄ όπου είναι βγαλμένη η ελευθερία των Ελλήνων, όπως γράφει ο Διονύσιος Σολωμός «Εμείς οι απόγονοι αυτών που βίωσαν τη φρίκη της Γενοκτονίας των Αρμενίων, Ελλήνων και Ασσυρίων, όπως λέει ο Αρμένιος συναγωνιστής Χ. Ντεμογιάν, δεν έχουμε το δικαίωμα να σιωπούμε και να ανεχόμαστε την εγκληματική άρνηση των διαπραχθέντων φρικαλεοτήτων και των συνέπειών τους. Το ηθικό χρέος της νέας γενιάς των Αρμενίων, Ελλήνων και Ασσυρίων δεν είναι μόνο να τιμά και να θυμάται, αλλά από κοινού, χέρι-χέρι, να συνεχίζει τον αγώνα για την αποκατάσταση της δικαιοσύνης.
Πρέπει να πιστεύουμε και να είμαστε σίγουροι ότι η δικαιοσύνη θα επικρατήσει, αν είμαστε μαζί στον αγώνα μας και αν είμαστε γεμάτοι πίστη στην επιτυχή κατάληξή του. Η Πατρίδα των προγόνων μας – είναι και δική μας Πατρίδα, ανεξάρτητα από το πού και πότε εμείς και οι απόγονοί μας θα ζήσουν. Ας μην ξεχνάμε λοιπόν τον πόνο, τους καημούς και τα ανεκπλήρωτα όνειρα των προγόνων μας και μαζί να σηκώσουμε το λάβαρο του αγώνα για να θριαμβεύσει το δίκαιο και η αλήθεια».
Υ.Γ. Οι 400 τόνοι οστών που μετέφερε το πλοίο από τα Μουδανιά στη Μασσαλία, είναι πολλές χιλιάδες πρόγονοί μας. Πέρα από το σεβασμό,οφείλουμε και την αλήθεια σ΄ αυτούς για τη Γενοκτονία, αυτή που δυστυχώς πολλοί ψευτοπολιτικοί, ψευτοκαθηγητές και ψευτοδιανοούμενοι την αρνούνται και την τοποθετούν μέσα σε εισαγωγικά!
Θεοφάνης Μαλκίδης, Μέλος της Διεθνούς Ένωσης Ακαδημαϊκών για τη Μελέτη των Γενοκτονιών
ΕΛΑΜ

Posted in ΕΘΝΙΚΆ | Leave a Comment »

ΑΙΣΧΟΣ ΡΕ ΚΑΗΜΕΝΕ !! Καμμένος και Σύριζα τιμούν το ΕΑΜ και τους συμμορίτες!

Posted by PROTEUS στο Ιουνίου 1, 2015


Θρασύτατη ασέβεια σε βάρος των χιλιάδων Νεκρών του Λαού και του Εθνικού Στρατού – Καμμένος και Σύριζα τιμούν το ΕΑΜ και τους συμμορίτες!
Για να λάβει τα ψευδεπίγραφα εύσημα των μπολσεβίκων και να διευρύνει την εκλογική του πελατεία, ο ελαφροδεξιός υπουργός Άμυνας Π. Καμμένος δεν διστάζει να δώσει το πράσινο φως προκειμένου το υπουργείο του οποίου προΐσταται να εκδώσει μήνυμα προς τιμή του στρατιωτικού αρχηγού των εαμοβουλγάρων του ΕΛΑΣ, Στέφανου Σαράφη!

Οι ίδιοι πατριδοκάπηλοι δεξιούληδες που χαρακτήριζαν τις εκδηλώσεις Τιμής και Μνήμης στον Εθνικό Στρατό, στη Χωροφυλακή και στους σφαγιασθέντες υπό των μπολσεβίκων «γιορτές μίσους», σπεύδουν να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους στην Αριστερά, περιφρονώντας επιδεικτικά τις εκατόμβες των αθώων θυμάτων της κομμουνιστικής ανταρσίας εις βάρος της Πατρίδος.
Με μήνυμά του, ο αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Άμυνας Κώστας Ήσυχος, αναφέρθηκε στην 58η επέτειο του θανάτου του Σ. Σαράφη, στρατιωτικού διοικητή του ΕΛΑΣ κατά τον συμμοριτοπόλεμο: «ο Στέφανος Σαράφης υπήρξε αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού με διακρίσεις στα πολεμικά πεδία, με δημοκρατικό ήθος και αγώνες και με καθοριστικό ρόλο στη μεγαλειώδη Εθνική Αντίσταση στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής», αναφέρει η επαίσχυντη ανακοίνωση.
Βεβαίως πλήθος αξιωματικών του Ελληνικού Στρατού αγωνίσθηκε με σθένος κατά της γερμανικής κατοχής, αλλά εκείνοι δεν τιμώνται από το αντεθνικό Καθεστώς διότι απλούστατα, αντιστάθηκαν εξίσου στην κομμουνιστική επιβουλή εις βάρος της Ελλάδος. Δεν υπάρχει γι’ αυτούς θέση στο κάδρο των κατασκευασμένων ειδώλων της μεταπολιτευτικής εξουσίας, διότι δεν πτοήθηκαν από την τρομοκρατία του ΕΑΜ και δεν προσκύνησαν τους πράκτορες της Σοβιετικής Ένωσης.
Εντούτοις όμως, διαλύεται και κάθε μαρξιστικό παραμύθι για την αντισυστημικότητα της Αριστεράς. Βαθύτατα διεφθαρμένη η τελευταία, φροντίζει ως πολιτική εξουσία πλέον, φανερά, να επιδεικνύει με θράσος το πραγματικό της προσωπείο: του απύθμενου αντεθνικού της μίσους και των συμπλεγμάτων που της καλλιέργησε η συντριβή που υπέστη από τον Εθνικό Στρατό το 1949.

Κατόπιν αυτών, δεν θα εκπλήξει κανέναν να αναφωνήσει προσεχώς ο «μεθυσμένος στην εξουσία» δεξιούλης Π. Καμμένος: «ΕΑΜ ΕΛΑΣ Μελιγαλάς». Οι εξαπατηθέντες πατριώτες ψηφοφόροι να είναι καλά!

Posted in ΕΘΝΙΚΆ | Leave a Comment »

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΦΡΙΚΙΑΣΤΙΚΏΝ ΕΓΚΛΗΜΆΤΩΝ ΤΟΥ ΚΚΕ – Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΑΜΑΧΩΝ ΚΑΙ Η ΡΙΨΗ΅ΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΛΗΣΤΟΣΥΜΜΟΡΙΤΕΣ ΤΟΥ ΕΑΜ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΗΓΑΔΑ ΤΟΥ ΜΕΛΙΓΑΛΑ & ΦΕΝΕΟΣ !! ΣΡΑΤΟΠΑΙΔΑ ΜΕΛΟΘΑΝΑΤΩΝ ΤΟΥ Ε.ΛΑ.Σ. ΣΤΗΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟ

Posted by PROTEUS στο Μαΐου 31, 2015


ΒΑΡΑΘΡΟ ΦΕΝΕΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΜΠΡΟΣ 6-1946 ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ ΤΟΥ ΕΛΛΑΣ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ

Κομμουνιστικά εγκλήματα στην Ελλάδα (ΚΚΕ, ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΔΣΕ, ΟΠΛΑ, ΕΠΟΝ)

 «Τους διέταζα να γδυθούν κι ύστερα τους έβαζα να γονατίσουν στο χώμα και να σκύψουν το κεφάλι πάνω σε μεγάλες πέτρες, που είχα αραδιάσει έξω από τα Διυλιστήρια της Ούλεν. Τότε έπαιρνα ένα τσεκούρι και τους έδινα μια τσεκουριά πίσω στο κεφάλι και αν δεν τους αποτελείωνα με την πρώτη, τους έδινα και δεύτερη και τρίτη, ώσπου “να τα βροντήξουν” Άλλα παλικάρια, όπως ο Τζογανάκος και ο Μακαρόνας, τους έδιναν κάμποσες μαχαιριές στην καρδιά και κατόπιν ερχόταν αλλουνού η σειρά. Όταν κουραζόμουν, έπαιρνε άλλος τη θέση μου…».
(Στέφανος Λιόλιος, δήμιος του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ)

«Στην περιφέρεια Κονίτσης εκτελούσαν κατά ομάδες πολίτες, μητέρες, γέροντες, παπάδες, ως δήθεν “πράκτορες του μοναρχοφασισμού”. Ο κόσμος έτρεμε, ακούγοντας το όνομα “πράκτωρ”. Αλίμονο σ’ εκείνον που θα είχε την τύχη να του πέσει τέτοιος χαρακτηρισμός. Και τέτοιους χαρακτηρισμούς ήταν εύκολα να κάμει και ο πιο άξεστος συμμορίτης και διά μόνο τον λόγο, ότι κάποιος του αρνήθηκε να δώσει το ζώο ή ένα κομμάτι ψωμί… Από μερικά κομματικά μέλη άκουσα, μου ήλθε στα αυτιά μου, μια φοβερή είδησις. Πως κάτι παιδιά του Παιδομαζώματος από τη Ρουμανία, εστάλησαν να πολεμήσουν στην Ελλάδα!… Αισθάνθηκα τη μεγαλύτερη ντροπή! Συλλογιζόμουν το κατάντημά μας! Την ψευτιά μας! Την δολιότητα! Την απάτη! Την προδοσία! Την κακουργία και το έγκλημα! Γελάσαμε τους γονείς πως τα παιδιά θα “ζούσαν ευτυχισμένα, μακρυά από αεροπλάνα και πολέμους”! Και τώρα, μετά από έναν χρόνο “ανάπαυση” τα στέλναμε στον πόλεμο! Να πολεμήσουν εναντίον εκείνων που όφειλαν να σέβονται! Σκέφθηκα, ότι δεν είχαμε ούτε μιας δεκάρας φιλότιμο! Διότι αν είχαν έστω και μιας δεκάρας φιλότιμο εκείνοι που διέπραξαν τέτοιο ανοσιούργημα, έπρεπε να πέσουν στον Δούναβη να ξεπλύνουν την ντροπή και το αίσχος απ’ το κατάντημά τους! Αλλά που ντροπή!».

(Γεώργιος Μανούκας, εκ των υπευθύνων του Παιδομαζώματος)

https://embed.reembed.com/sklantzithres.blogspot.gr/3xlHIo3xU0id3CYw8A0a9DxE

«Σκότωναν φτωχές γυναικούλες γιατί έπλεναν ρούχα Ιταλών ή Γερμανών στρατιωτών. Θανάσιμο έγκλημα, επαίσχυντη αντιπατριωτική πράξη. Από πόσο πατριωτικό πάθος θα φλέγονταν αυτός ο λεβέντης για να σκοτώσει μια μάνα που έπλενε ρούχα για ένα κομμάτι ψωμί για τα παιδιά της. Σκότωσαν εργάτες γιατί δούλευαν σε γερμανικές επιχειρήσεις. Στους ομαδικούς τάφους που άνοιξαν στο Περιστέρι, μπροστά στην αντιπροσωπεία των αγγλικών εργατικών συνδικάτων όλα τα πτώματα φορούσαν μπαλωμένα κουρέλια και τα χέρια τους ήταν χέρια εργατών… Σκότωσαν γυναίκες γιατί από την πείνα ή για να σώσουν τα παιδιά τους δόθηκαν για μια πανιότα ή για μια κονσέρβα σε Ιταλούς ή Γερμανούς στρατιώτες… Χιλιάδες αθώοι ανύποπτοι άνθρωποι σφαγιάσθηκαν δίχως να ξέρουν γιατί, ούτε αυτοί ούτε εκείνοι που εν ψυχρώ τους εκτελούσαν. Ολόκληρες οικογένειες έχουν ξεκληριστεί με το πρόσχημα της συνεργασίας με τον εχθρό, ενώ στην πραγματικότητα κρύβονταν πίσω απ’ αυτά οικογενειακά ή προσωπικά μίση… Δρούσε ακόμα στις πόλεις για λογαριασμό του ΕΑΜ και η ΟΠΛΑ. Πρόκειται για τους φονιάδες που χρησιμοποιούσε το ΚΚΕ στην Κατοχή… Αυτήν την ηρωική πλευρά του “Εθνικού Έπους”, ίσως από μετριοφροσύνη δεν την αναφέρουν στους πανηγυρισμούς της Εθνικής Αντίστασης!».
(Άγις Στίνας, παλαιό στέλεχος και βουλευτής του ΚΚΕ)
«Στην Απάνω Μεσσήνη, ρίχναμε πολύ διαφωτιστικό υλικό. Θέλαμε να σπάσουμε τον πάγο του πληθυσμού και την “ηττοπάθειά” του. Τον καλούσαμε να πάρει θέση. Η Οιχαλία είναι ένα μεγάλο κεφαλοχώρι της Απάνω Μεσσήνης. Κάθε Κυριακή γίνεται εκεί μεγάλο παζάρι, που εξυπηρετεί τον πληθυσμό της Μεσσηνίας—Αρκαδίας. Ένα Σάββατο βράδυ, μπήκε ένας λόχος μας στο χωριό, κατά τον Οκτώβριο 1948. Όπου υπήρχε μαγαζί ανοίχτηκε, από τσαγκάρικο, εμπορικό, μέχρι φαναρτζίδικο. Γιόμισαν οι δρόμοι του χωριού σπασμένες πόρτες, τζάμια, παραθυρόφυλλα. Ούτε ένας κάτοικος δεν βγήκε στο παράθυρο να διαμαρτυρηθεί. Χάλαγε ο κόσμος από τους βρόντους της βαριάς και από το τρίξιμο των λοστών. Όσοι χωριάτες, άλλων μακρινών χωριών, είχαν πάει από βραδύς στην Οιχαλία, με τις πραμάτειες των, και είχαν πλαγιάσει στους δρόμους, τσαλαπατήθηκαν και οι ίδιοι και οι πραμάτειες τους. Το πρωί-πρωί, βγήκε δειλά-δειλά ο πληθυσμός. Οι δρόμοι ήταν γιομάτοι γνέματα, μπογιές βαφής, πρόκες, καλαπόδια, τσαλαπατημένες ντομάτες και μελιτζάνες. Οι αντάρτες δεν είχαν αφήσει τίποτα στα μαγαζιά. Όσα δεν χρειάζονταν, τα πέταγαν στους δρόμους. Τ’ άλλα χωριά, που ήρθαν πρωί στο παζάρι για να ψωνίσουν, βρήκαν γιομάτους τους δρόμους με προκηρύξεις μας. Ίσως να διάβαζαν και καμμιά. Περισσότερο, όμως, μελετούσαν και “θαύμαζαν” τα έργα μας. Φαίνεται πως τα έργα μας, μιλούσαν κατ’ ευθείαν στην καρδιά και στον νου του λαού…».
(Γιάννης Καραμούζης, διαφωτιστής του ΚΚΕ)

«Ο Δημοκρατικός Στρατός έκανε επίθεση τη νύχτα, αιφνιδιαστικά σε χωριά και σε πόλεις και έπαιρνε ανεξέλεγκτα αγόρια και κορίτσια, έστω κι αν ακόμα το στόμα τους μύρισε γάλα. Οι μάνες έκρυβαν τα παιδιά τους στους αχερώνες, στα μπαούλα, μα οι αντάρτες τα βρίσκανε και τα παίρνανε μαζί τους στα βουνά. Από τη θαλπωρή του σπιτιού τους, από τη μητρική αγκαλιά, από την πατρική φροντίδα, βρίσκονταν μονομιάς σ’ ένα κρύο αμπρί, στο χιόνι, στον παγωμένο αέρα του βουνού, στην πείνα. Και έπρεπε ο Δημοκρατικός Στρατός να πολεμήσει μ’ αυτούς… Στις συσκέψεις που κάναμε στα διά­φορα τμήματα με τις υπεύθυνες γυ­ναικών των ταγμάτων, των λόχων, των ταξιαρχιών, μαθαίναμε ότι οι μικρές κοπέλες των 13, 14 και 15 χρονών, που τις επιστρατεύαμε, άμαθες και α­νεκπαίδευτες όπως ήταν, σκοτώνονταν στις πρώτες μάχες, που τις στέλναμε. Η εντολή από “Πάνω” -από το Γενικό Αρχηγείο-, ήταν να τους καταδι­κάσουμε όλους σε θάνατο. Μας περίμε­ναν δύσκολες μάχες, έπρεπε με το μα­χαίρι να τα σταματήσουμε όλα αυτά, έπρεπε να επιβάλουμε τιμωρία σκληρή προς παραδειγματισμό και εκφοβισμό».
(Μαργαρίτα Λαζαρίδου, καπετάνισσα και «δικαστής» του ΔΣΕ)
Στην μεταπολεμική ελληνική ιστοριογραφία που έχει καθιερώσει η αριστερή ιδεολογική τρομοκρατία, ελάχιστοι γνωρίζουν για την ΟΠΛΑ (ή «Πολιτοφυλακή»), την δολοφονική οργάνωση του ΚΚΕ (κάτι σαν την μυστική αστυνομία του Τσαουσέσκου, την ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΑΤΕ, όπου τα υποψήφια θύματα υποχρεώνονταν να πάνε «για μια ανακρισούλα» και έκτοτε χάνονταν τα ίχνη τους), όπως ελάχιστοι έχουν γνώση για τα λαϊκά δικαστήρια του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ, κατά το πρότυπο των λαϊκών δικαστηρίων των μπολσεβίκων στη Σοβιετική Ένωση. Το Παιδομάζωμα, είτε αποσιωπείται επιμελώς, είτε γίνεται, συνήθως, μια επιδερμική αναφορά και φροντίζεται σχεδόν πάντα να αντιπαραβάλλεται με τις παιδουπόλεις της βασίλισσας Φρειδερίκης, ώστε να δικαιολογείται και να εξωραΐζεται αυτό το μεγάλο έγκλημα. Για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των κομμουνιστών (ναι, υπήρξαν και τέτοια), ούτε λόγος να γίνεται. Τα προμελετημένα, από τους κομμουνιστές, αιματηρά Δεκεμβριανά του ’44, παρουσιάζονται σαν μια αυθόρμητη αντίδραση στην καταπίεση του «μοναρχοφασισμού»· η σφαγή ομήρων, ως ένα «λάθος» -άρα τα υπόλοιπα ήταν σωστά και δικαιολογημένα.
Σε κανένα από τα αφιερώματα των εγκάθετων κομμουνιστών δημοσιογράφων και «ιστορικών», δεν πρόκειται να δείτε και να διαβάσετε για την προδοτική στάση των κομμουνιστών στη Μακεδονία και τη Θράκη και την συμπόρευσή τους με τους Βούλγαρους κατακτητές, ούτε και για την εξόντωση των αντιστασιακών οργανώσεων από το ΚΚΕ. Αντιθέτως, σε μια πλήρη διαστρέβλωση της ιστορίας, όλοι οι άλλοι πλην των κομμουνιστών, ιδίως κατά την περίοδο της Κατοχής, παρουσιάζονται σαν προδότες, φασίστες και συνεργάτες των κατακτητών, ενώ οι ίδιοι οι κομμουνιστές, ως οι μόνοι αυθεντικοί πατριώτες και τιμητές των πάντων. Η ευθύνη της οποίας σπάνιας παραδοχής εγκλημάτων, μετατοπίζεται στον «ανεύθυνο» όχλο και οι ηθικοί αυτουργοί παρουσιάζονται ως Πόντιοι Πιλάτοι που «αδυνατούσαν να συγκρατήσουν την εκδικητική μανία του λαού». Πρόκειται δηλαδή, για να δανειστούμε τον τίτλο του βιβλίου του ταγμένου Τάσου Κωστόπουλου, για μια «αυτολογοκριμένη μνήμη».
Ο «εθνάρχης» Κωνσταντίνος Καραμανλής, δίχως το ΚΚΕ να αποκηρύξει το εγκληματικό κι αντεθνικό παρελθόν του, στα πλαίσια μιας παρεξηγημένης δημοκρατίας κι εθνικής ενότητας, το βγάζει από την παρανομία, όπου ουσιαστικά είχε μπει οικειοθελώς και το βάζει στη νομιμότητα·

 ο σφαγέας του Καρπενησίου, Χαρίλαος Φλωράκης, εξαγνίζεται υπογράφοντας μια απλή δήλωση «σεβασμού» του δημοκρατικού πολιτεύματος (σε αναγνώριση μάλιστα της εθνικής του «προσφοράς», όταν πέθανε το 2005,
 ο μπουνταλάς πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής, διέταξε να κυματίσουν οι σημαίες…μεσίστιες!). 

Ο δημαγωγός Ανδρέας Παπανδρέου, συνεχίζει αυτό το ανοσιούργημα και δίνει συγχωροχάρτι, αναγνωρίζοντας το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ως αντιστασιακή οργάνωση και επιτρέποντας, στους δολοφόνους που διέφυγαν στο εξωτερικό (αυτούς που ονομάζουν «πολιτικούς πρόσφυγες») να επιστρέψουν ως αδικημένοι αντιστασιακοί, συνταξιοδοτούμενοι μάλιστα από το κράτος, για τις «υπηρεσίες» που πρόσφεραν στην πατρίδα. Το κερασάκι βάζει ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης το 1989, στα πλαίσια της συγκυβέρνησης με το ΚΚΕ, όπου με τον νόμο 1863, ο Συμμοριτοπόλεμος βαπτίζεται κι επισήμως ως Εμφύλιος, ενώ οι συμμορίτες του ΚΚΕ καλούνται πλέον ως «Δημοκρατικός Στρατός» (λες και η μετονομασία κάνει το αίμα να ζυγίζει λιγότερο)· παραλλήλως απονέμεται και με τη βούλα αμνηστία για όλα τα κομμουνιστικά εγκλήματα, τα οποία διαγράφονται από τα ποινικά μητρώα των εγκληματιών. Και για να δικαιολογηθεί όλο αυτό, η περίοδος από το 1944 μέχρι το 1974, αποκαλείται περίοδος με «κατά διαστήματα πολιτική ανωμαλία». Έτσι, ούτε γάτα ούτε ζημιά. Οι φέροντες το περιβραχιόνιο του ΕΑΜ, με όλη την δύναμη κι εξουσία που τους έδινε αυτό, οι οποίοι κυκλοφορούσαν με τους καταλόγους των προγραφέντων συχωριανών τους και σημάδευαν τα σπίτια τους, ώστε να είναι αναγνωρίσιμα προς λεηλασία και καταστροφή, βγαίνουν από την κολυμβήθρα του Σιλωάμ, «αγνοί» και «τίμιοι» και φυσικά συνταξιοδοτούνται κι αυτοί ως «αντιστασιακοί» από το ελληνικό κράτος (δηλαδή και με την συνδρομή των θυμάτων τους). Επιβολή της ιστορικής λήθης, διαστρέβλωση της ιστορίας και εμπαιγμός της ιστορικής μνήμης, διά νομοθετικών διαταγμάτων, γεννήματα πολιτικής συναλλαγής.

Ο Άρης Βελουχιώτης, δεν είναι πια ο αδίστακτος σαδιστής εγκληματίας, αλλά ένας μέγας πατριώτης κι επαναστάτης, μόλις ένα σκαλί πιο κάτω από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη -το άγαλμά του στην πλατεία Λαού της Λαμίας, αποτελεί πάντοτε ένα μνημείο αμετροέπειας και ιταμότητας. Ο υμνητής του Στάλιν, Νίκος Μπελογιάννης, δεν είναι πια προδότης, αλλά ένας ακόμη «ήρωας» της κομμουνιστικής Αριστεράς. Ο κουρέας Γιάννης Ιωαννίδης που έγινε «αντιπρόεδρος» της «Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης», ο αγράμματος τσαγκάρης «αντιστράτηγος» Γούσιας, ο θλιβερός γιατρός Πέτρος Κόκκαλης (πατέρας του επιχειρηματία Σωκράτη Κόκκαλη), που οργάνωσε το επαίσχυντο Παιδομάζωμα, και όλα αυτά τα ρεμάλια που είχαν δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στον καθένα, γίνονται μορφές «σεβάσμιες», αντί να καταλήξουν στον «σκουπιδοντενεκέ της Ιστορίας» (κατά την έκφραση του Τρότσκι). Σε μια προσβολή της ιστορικής μνήμης, οι εκδηλώσεις για τα θύματα από τις σφαγές του Μελιγαλά, των Γαργαλιάνων, του Φενεού κ.λπ., στιγματίζονται και βαπτίζονται από τους θύτες, ως «εκδηλώσεις μίσους» -και το επίσημο κράτος συναινεί σ’ αυτό, είτε διά της εκκωφαντικής σιωπής του, είτε διά της απουσίας του από τις τελετές μνήμης των νεκρών αυτών. Ο καπνεργάτης Σιάντος, ο απόφοιτος της Δ’ Δημοτικού που ξεκίνησε το αιματοκύλισμα της Ελλάδος και έδωσε το ελεύθερο στον ψευτοταγματάρχη Βελουχιώτη να «στρώσει τον δρόμο του με κορμιά» στην Πελοπόννησο, καθώς και ο αντιπρόσωπος του Στάλιν στην Ελλάδα, Νίκος Ζαχαριάδης, ο άνθρωπος που συνέχισε και ολοκλήρωσε το αιματοκύλισμα, «αποκαθίστανται» από το ΚΚΕ. Ο καπνεργάτης «στρατηγός» Μάρκος Βαφειάδης, μπαίνει με δόξα και τιμή στη Βουλή, την οποία προηγουμένως θέλησε να καταλύσει με τα όπλα. Η καφρίλα σε όλο της το μεγαλείο.
Έτσι γράφεται η Ιστορία στην Ελλάδα. Για την ακρίβεια, η χυδαία μορφή της Ιστορίας…
Ακολουθούν μερικά από τα «ανδραγαθήματα» και τους «ηρωισμούς» των «πατριωτών» κομμουνιστών, τα οποία αποτελούν, φυσικά, σταγόνα στον ωκεανό εν τω συνόλω. Στο παράρτημα επισυνάπτεται και φωτογραφικό υλικό (προειδοποίηση: Περιέχει και πολύ σκληρές εικόνες).
Θαυμάστε τους…
(Σημείωση: Προς διευκόλυνση του αναγνώστη, για λόγους συντόμευσης, από μερικά κείμενα έχουν παραλειφθεί περιττές ή και φλύαρες περιγραφές, ενώ όπου έχει κριθεί απαραίτητο το κείμενο έχει προσαρμοστεί ή και έχουν προστεθεί σημειώσεις, χωρίς σε καμμία περίπτωση να αλλοιώνεται το νόημα).
Στον Φενεό της Κορινθίας, στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, το 1943-44 λειτουργούσε ένα από τα πλέον απαίσια κρεματόρια του ΕΑΜ/ΚΚΕ στην Πελοπόννησο, με θύματα αθώους δημοκρατικούς πολίτες. Πολύ κοντά, σε βαθμό φρίκης, ήταν και εκείνο στο χωριό Στιμάγκα της Κορινθίας. Από τα δυο αυτά στρατόπεδα πέρασαν χιλιάδες κρατούμενοι, και οι εκτελεσμένοι υπολογίζονται σε εκατοντάδες, ίσως και πάνω από χίλιοι.
Ο τρόπος εκτέλεσης των θυμάτων στον Άη Γιώργη ήταν απλός, αλλά εξαιρετικά φρικτός και απάνθρωπος. Στους μελλοθάνατους κρατουμένους, οι φρουροί ανεκοίνωναν ότι θα μετακινούνταν σε άλλον τόπο κράτησης. Εν συνεχεία, τους οδηγούσαν ξυπόλυτους και δεμένους, συνήθως ανά δυο, στην Τρύπα του Φενεού στην περιοχή Κακοβούνι, 5-6 χιλιόμετρα μακριά από το μοναστήρι.
Σε μικρή απόσταση από την Τρύπα τους διέταζαν όλους να καθίσουν κάτω. Από εκεί, έπαιρναν δυο-δυο για εκτέλεση. Αν τα ρούχα που φορούσαν ήταν σε καλή κατάσταση, και οι εκτελεστές τους ήθελαν να τα κρατήσουν, τους τα έβγαζαν πριν την εκτέλεση για να μη γεμίσουν αίματα. Στη συνέχεια, ένας από τους εκτελεστές κτυπούσε το θύμα στο πίσω μέρος της κεφαλής του μ’ έναν κωδωνοκρούστη. Στις πιο πολλές περιπτώσεις το κτύπημα άφηνε το θύμα αναίσθητο. Τότε το αποτελείωναν με το μαχαίρι πριν το πετάξουν στο βάραθρο. Υπάρχουν όμως πολλές μαρτυρίες βοσκών της περιοχής, ότι κάποιους τους είχαν ρίξει στο βάραθρο ζωντανούς, γιατί τους άκουγαν μετά να καλούν σε βοήθεια! Αυτό προφανώς συνέβαινε διότι οι εκτελεστές κτυπούσαν τα θύματα με μαχαίρι, και απλώς τα τραυμάτιζαν. Δεν χρησιμοποιούσαν ποτέ όπλα για να μην κάνουν θόρυβο ή και για οικονομία στις σφαίρες.
Υπεύθυνος για τα στρατόπεδα του Φενεού και της Στιμάγκας, και για τη μεγάλη τρομοκρατία στην Αργολίδα, την Κορινθία, και τη βόρεια Αρκαδία, ήταν ο απεσταλμένος του Πελοποννησιακού Γραφείου του ΕΑΜ/ΚΚΕ, Βαγγέλης Ζέγκος. Στην Αργολιδο-Κορινθία, δρούσε με το ψευδώνυμο «Στάθης» και στην Αρκαδία ως «Τριαντάφυλλος». Είχε οργανώσει τα φοβερώτερα αποσπάσματα της ΟΠΛΑ στην Πελοπόννησο. Γύριζε στα ορεινά χωριά των τριών νομών και ζητούσε να συλλάβει και να εκτελέσει, για εκφοβισμό των υπολοίπων, ένα συγκεκριμένο ποσοστό κατοίκων, συνήθως γύρω στο 5-10%! Τον έτρεμαν όλοι, ακόμη και τα στελέχη του ΕΑΜ. Συχνά εγκατέλειπαν και αυτοί τα χωριά τους, όταν μάθαιναν ότι πλησίαζε ο Ζέγκος.
***
Ο ΕΛΑΣ είχε συγκεντρώσει πολύ μεγάλες δυνάμεις ανταρτών στον Ταύγετο για την επίθεση στα ΤΑ της Μεσσηνίας… Ο Κλάρας είχε στείλει σαφές μήνυμα ότι εκτός από τον αφανισμό των ταγματασφαλιτών -για τους οποίους είχε διατάξει να εκτελούνται επί τόπου, χωρίς συζήτηση- ήθελε να τιμωρήσει παραδειγματικά και τους δημοκρατικούς κατοίκους της Καλαμάτας, που δεν είχαν προσχωρήσει στο ΕΑΜ. Γι’ αυτό, εκτός από τα κομματικά στελέχη του ΕΑΜ/ΚΚΕ Μεσσηνίας, και ο ίδιος προσωπικά καλούσε κόσμο από τα χωριά της νοτιοδυτικής Αρκαδίας και της βορειοδυτικής Λακωνίας να ακολουθήσουν τον ΕΛΑΣ για να κάνουν πλιάτσικο στην Καλαμάτα… Το ίδιο κάλεσμα έκαναν στις οργανώσεις του νομού και οι ηγέτες του ΕΑΜ/ΚΚΕ Μεσσηνίας, που είχαν συγκεντρωθεί έξω από την πόλη για την επίθεση· ήταν όλοι τους εκεί, με επικεφαλής τους: Τάσο Κουλαμπά, Μάριο Καμπούρη, Γεώργιο Δάλλα, Στέλιο Διακουμογιαννόπουλο, κ.λπ. Εκτός από τους ηγέτες της Μεσσηνίας, έξω από την Καλαμάτα, ήταν και ηγέτες του ΕΑΜ/ΚΚΕ Πελοποννήσου. Ήταν εκεί ο σκληρός και πανίσχυρος γραμματέας του ΕΑΜ Πελοποννήσου, Αχιλλέας Μπλάνας και ο ψυχρός κι απόμακρος κομμουνιστής Νίκος Μπελογιάννης, ειδικός απεσταλμένος στην Πελοπόννησο του Γενικού Γραμματέα του ΚΚΕ, Γιώργου Σιάντου. Ο Ακρίτας και ο Ωρίων ήταν κοντά στους αντάρτες του ΕΛΑΣ στην επίθεση. Ο δεύτερος, ως καπετάνιος της 9ης ταξιαρχίας, ήταν ο πραγματικός ηγέτης της. Το κάλεσμα προς τα μέλη του ΕΑΜ/ΚΚΕ και τους οπαδούς τους στη Μεσσηνία, όριζε να κατέβουν στην Καλαμάτα οπλισμένοι με ό,τι όπλο η φονικό εργαλείο είχαν. Τουλάχιστον 2.000 ανταποκρίθηκαν, κραδαίνοντας μαχαίρια, κλαδευτήρια, τσεκούρια, τραχάδες (κόσσες), σφυριά, κι ό,τι άλλο φονικό εργαλείο μπορεί κανείς να φαντασθεί. Κάποιοι είχαν εμφανισθεί και με παλιά σπαθιά, από την εποχή της Επανάστασης…
Η Καλαμάτα έπεσε στα χέρια των ανταρτών του ΕΛΑΣ, της ΟΠΛΑ, και του πλήθους από τις επαρχίες που μπήκαν στην πόλη για πλιάτσικο και αυτοδικίες κατά της «αντίδρασης». Η ζωή και η περιουσία των δημοκρατικών πολιτών της Καλαμάτας έγινε πολύ φθηνή. Αρκούσε να υποδείξει κάποιος σ’ έναν αντάρτη του ΕΛΑΣ ότι ένας πολίτης ήταν «ντυμένος», ή ότι είχε συγγενή του «ντυμένο» για να τον εκτελέσει επί τόπου, ή στην καλύτερη περίπτωση να τον συλλάβει και να τον κλείσει στα πρόχειρα στρατόπεδα. Πολλοί πολίτες της Καλαμάτας, συχνά ολόκληρες οικογένειες, συνελήφθησαν και κλείστηκαν στα πρόχειρα στρατόπεδα, ή είδαν μέλη τους να εκτελούνται, χωρίς να έχουν καμμιά σχέση με τα ΤΑ.
Οι μεγαλύτερες επί τόπου σφαγές αμάχων, έγιναν στις δυτικές συνοικίες της πόλης, εκεί όπου μπήκε ο πιο φανατικός όχλος, από τις επαρχίες Μεσσήνης και Πυλίας. Προς τα εκεί είχαν καταφύγει και πολλοί κάτοικοι της Καλαμάτας, μακριά από το πεδίο της μάχης, αφού ο ΕΛΑΣ επιτέθηκε από την πλευρά του Ταϋγέτου, από ανατολικά και νοτιοανατολικά. Στη συνοικία Ράχες την 10η Σεπτεμβρίου, επομένη της μάχης, σφαγιάστηκαν δεκάδες πολιτών. Σ’ αυτούς ήταν και πολλοί επώνυμοι, που δεν είχαν προλάβει να φύγουν για τον Μελιγαλά.
Αυτή η κατάσταση στην Καλαμάτα άλλαξε το βράδυ της 11ης Σεπτεμβρίου 1944, όταν η ηγεσία του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ διέταξε να σταματήσουν οι αυτοδικίες, τα λυντσαρίσματα, και οι εκτελέσεις στους δρόμους. Όλοι οι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν και κλείστηκαν στους στρατώνες του 9ου Συντάγματος Πεζικού. Εκεί, έγινε διαλογή από ντόπια στελέχη του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ, που αποφάσιζαν για ζωή και θάνατο. Μαρτυρίες ομιλούν για εκτελέσεις μέσα στους θαλάμους (συνήθως σφαγή με μαχαίρι) με τους άλλους κρατουμένους να βλέπουν και να τρέμουν.
Όπως έγινε αργότερα στον Μελιγαλά και στους Γαργαλιάνους, εκείνοι που υπέφεραν θύματα δυσανάλογα των αριθμών τους, ήταν οι δημοκρατικοί πολίτες που είχαν καταφΰγει στην Καλαμάτα από τα χωριά και τις άλλες πόλεις της Μεσσηνίας για να γλυτώσουν την τρομοκρατία του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ. Όταν τους έβλεπαν οι συμπατριώτες τους από τις οργανώσεις της Αριστεράς, που τώρα είχαν μπει «νικητές» στην Καλαμάτα, σήμαινε σίγουρη σύλληψη και συχνά θάνατος. Η φυγή από τα χωριά τους, τους τοποθετούσε αυτόματα στους «προδότες» του «αγώνα» και στην «αντίδραση».
Την 17η Σεπτεμβρίου, ημέρα Κυριακή το απόγευμα, έφεραν μ’ ένα φορτηγό από τον Μελιγαλά, δεμένους και φρικτά βασανισμένους, τον νομάρχη Περρωτή και 17 ακόμη αιχμαλώτους. Στην κεντρική πλατεία, τους περίμενε οργανωμένος όχλος «αγανακτισμένων πολιτών» που τους λυντσάρισε, κτυπώντας τους με κάθε είδους φονικό εργαλείο, εκτός από σφαίρες, προφανώς για να υποφέρουν περισσότερο. Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ που τους συνόδευαν, δεν προσπάθησαν να εμποδίσουν τον όχλο, γεγονός που αποτελεί την καλύτερη απόδειξη ότι το λυντσάρισμα ήταν οργανωμένη παράσταση. Τα πτώματα μερικών από τα 18 θύματα τα κρέμασαν στον φανοστάτη της πλατείας Αγίου Γεωργίου, και τα άφησαν εκεί ως την επόμενη ημέρα. Τα πτώματα των 18 θυμάτων μεταφέρθηκαν μετά στη συνοικία Αβραμού και έμειναν έκθετα για μέρες σε κοινή θέα των περαστικών, πριν τα ρίξουν όλα μαζί σ’ έναν λάκκο. Σε συγγενείς των θυμάτων που πήγαν και ζήτησαν τα πτώματά τους για ενταφιασμό, δεν τους επετράπει ούτε καν να τα πλησιάσουν.
Το σύνολο των εκτελεσθέντων στην Καλαμάτα, μετά τη μάχη, δεν έγινε ποτέ γνωστό με αδιαφιλονίκητα στοιχεία (π.χ. βεβαιωμένες καταστάσεις ονομάτων). Ο αριθμός τους κυμαίνεται μεταξύ 570 και 1180. Σ’ αυτούς περιλαμβάνονται και οι 250 περίπου ταγματασφαλίτες και χωροφυλακές που φονεύθηκαν στη μάχη, ή αμέσως μετά μέχρι το βράδυ της 11ης Σεπτεμβρίου που γίνονταν αυτοδικίες.
***
Όταν ο Κλάρας έμπαινε στους Γαργαλιάνους, από τη συνοικία του Άγιου Σπυρίδωνα, είδε κάποιους αντάρτες του να στήνουν στον τοίχο αιχμαλώτους, έτοιμοι να τούς εκτελέσουν. Σταμάτησε το άλογό του, και τους φώναξε: «Συναγωνιστές, οικονομία στις σφαίρες. Μαχαίρι!».
***
(Μαρτυρία Ρένας Κατσίβελα)
Κατά τη διάρκεια της παραμονής του Άρη Βελουχιώτη στο σπίτι μας, συνέβη και ένα φοβερό γεγονός με πρωταγωνιστή τον ίδιο. Η κρεββατοκάμαρα των γονέων μου, που χρησιμοποιούσε ο Άρης, είναι απέναντι στο κεντρικό πάρκο της πόλεως (Γαργαλιάνοι), που τότε ήταν ακάλυπτος χώρος, στον οποίον γινόταν κάθε χρόνο το μεγάλο εμπορικό πανηγύρι. Βλέπει επίσης στον κεντρικό δρόμο της πόλεως που συνδέει την πλατεία με το Γυμνάσιο. Φαίνεται ότι ο Άρης ήταν στο παράθυρο και τράβηξαν την προσοχή του οι παρακλήσεις και τα κλάματα ενός νεαρού παιδιού κάτω στο δρόμο. Ένας αντάρτης το οδηγούσε με την βία στο Γυμνάσιο, το οποίο ο ΕΛΑΣ χρησιμοποιούσε ως κρατητήριο.
Διέταξε τον αντάρτη να ανεβάσει το παιδί επάνω στο σπίτι μας, και ο Άρης πήγε και τους συνάντησε στο μέσο της εσωτερικής σκάλας. Ρώτησε τον αντάρτη γιατί είχε συλλάβει το παιδί και εκείνος του είπε ότι ήταν ταγματασφαλίτης. Το παιδί παρακαλούσε ακόμη να το αφήσουν, και έλεγε ότι δεν είχε κάνει τίποτε. Όταν είδε την μεγαλύτερη αδελφή μου, Αδαμαντία, που πήγαινε εκείνη την στιγμή να κατέβει την σκάλα, άρχισε να την παρακαλεί και εκείνη να τον βοηθήσει: «Δεσποινίς, πέστε τους ότι είμαι καλό παιδί!   Πέστε τους ότι είμαι καλό παιδί! Πέστε τους ότι δεν έχω κάνει τίποτε!».
Ο Άρης άρπαξε το κεφάλι του παιδιού από τα μαλλιά, το στήριξε στο γόνατό του, και του έκοψε τον λαιμό. Στην συνεχεία to πέταξε κάτω στην σκάλα και με κλωτσιές το έβγαλε στο πεζοδρόμιο. Όταν βγήκε κι αυτός στο πεζοδρόμιο, πάτησε με τις μπότες του το κεφάλι του παιδιού. Το όνομα του νεαρού παιδιού ήταν Πολύβιος-Διομήδης Αναστόπουλος…
***
(Μαρτυρία Χαραλαμπίας Δεληγιάννη)
Στην πλατεία των Γαργαλιάνων είναι και το σπίτι του Κοκκώνη. Αυτός είχε ένα μοναχοπαίδι και του το σφάξανε. Στο μπαλκόνι αυτού του σπιτιού ανέβηκε ο Σημίτης* μετά τη μάχη και μίλησε στον κόσμο για τη «λευτεριά». Μιλούσε για τη λευτεριά, την ώρα που η πλατεία και ο δρόμος εκεί, ήταν γεμάτοι αίμα!
[* (σ.σ.) Πατέρας του μετέπειτα πρωθυπουργού, Κώστα Σημίτη.]
***
Την 27η Σεπτεμβρίου 1944, χιλιάδες Πυλίων και κατοίκων της περιοχής, συγκεντρώθηκαν από το ΕΑΜ/ΚΚΕ στην κεντρική πλατεία για να «γιορτάσουν» την 3η επέτειο του ΕΑΜ, αλλά και τη νίκη κατά της «αντίδρασης» που είχε συντελεστεί στη Μεσσηνία. Πρώτα τελέσθηκε δοξολογία, και μετά εκφωνήθηκαν λόγοι από στελέχη του ΕΑΜ/ΚΚΕ. Μίλησαν, ο εθνοσύμβουλος ΕΑΜ Πυλίας Βασίλης Κανελλόπουλος, ο Τάσος Κουλαμπάς, και ο Στέλιος Διακουμογιαννόπουλος (ο επονομαζόμενος Κουλός).
Όλες οι ομιλίες ήταν εμπρηστικές, γεμάτες μίσος και φανατισμό, αλλά εκείνος ο οποίος κατηγορήθηκε ακόμη και από τους ομοϊδεάτες του ότι προξένησε τη μεγαλύτερη έξαψη ήταν ο τελευταίος.
«Οι προδότες, τα σκουλήκια της αντίδρασης, θα τιμωρηθούν χωρίς οίκτο από τον λαό!», φώναζε ο Διακουμογιαννόπουλος.
Το γεγονός είναι ότι οι ομιλίες αυτές άναψαν τα αίματα των φανατικών κομμουνιστών και οι πρώτες φωνές που ζητούσαν εκδίκηση ακούστηκαν από το πλήθος: «Θάνατος! Θάνατος στους προδότες!».
Το κτήριο που κρατούνταν οι 21 κρατούμενοι που είχαν απομείνει, ήταν απέναντι από την άκρη της πλατείας.
Όσο διαρκούσε ακόμη η ομιλία του Διακουμογιαννόπουλου, μια ομάδα από το πλήθος, με επικεφαλής τον Χρήστο Σταθόπουλο, κινήθηκε προς το κτήριο με τους φυλακισμένους.* Μερικοί μπήκαν στο κτήριο και ανέβηκαν στο δεύτερο πάτωμα που ήταν τα 21 άτομα, ενώ οι υπόλοιποι που παρέμειναν έξω συνέχιζαν να θορυβούν. Αυτοί που μπήκαν μέσα, λύντσαραν τους 21 κρατουμένους. Ο όχλος έξω από το κτήριο ζητούσε αποδείξεις για τον θάνατό τους. Δεν τους αρκούσαν οι φρικιαστικές κραυγές που ακούγονταν από τα θύματα που κατακρεουργούνταν. Για απόδειξη λοιπόν, οι εκτελεστές πέταξαν απ’ το παράθυρο και το μπαλκόνι, 3 από τα νεκρά σώματα στο δρόμο: Των γιατρών Ιωάννη Θεριού και Γεωργίου Λαμπρακόπουλου, και του συμβολαιογράφου Αδάμ Στασινόπουλου.
Οι δολοφόνοι εν συνεχεία κατέβηκαν από το κτίριο. Καθάρισαν τα μαχαίρια τους και τα χέρια τους από τα αίματα σε παραπλήσια βρύση, σε θέα όλων των συγκεντρωμένων, και βέβαια των κομμουνιστών ηγετών της συγκέντρωσης. Τα πτώματα των θυμάτων, που εν τω μεταξύ είχαν ξεγυμνωθεί, φορτώθηκαν σε κάρα και ρίχτηκαν σ’ έναν λάκκο στο Κάστρο.
[* (σ.σ.) Για την ακρίβεια, ο ίδιος ο Διακουμογιαννόπουλος υπέδειξε στον αφηνιασμένο όχλο που ζητούσε την κεφαλή τους επί πίνακι, που βρίσκονταν κλεισμένοι οι κρατούμενοι.]
***
Την 16η Νοεμβρίου 1955, η εφημερίδα «ΣΗΜΑΙΑ» της Καλαμάτας, δημοσίευσε έναν φρικιαστικό διάλογο με τίτλο «ΜΗ ΜΕ ΛΕΡΩΣΕΙΣ». Η εφημερίδα ανέφερε ότι ο διάλογος είχε γίνει στον χώρο της εκτέλεσης, στη Βέργα, μεταξύ του μελλοθάνατου γιατρού Αντώνη Πυλιώτη και του εκτελεστού του από τους Γαργαλιάνους. Ήταν αυτός που τον είχε συλλάβει στους Γαργαλιάνους, και του είχε πάρει αμέσως τα παπούτσια του.
Ο γιατρός υπενθύμισε στον εκτελεστή του τις υπηρεσίες που είχε επανειλημμένα προσφέρει στην οικογένειά του αφιλοκερδώς, και του ζήτησε να του χαρίσει τη ζωή. Σε απάντηση, εκείνος τον ειρωνεύτηκε, λέγοντας ότι θα του κάνει τη χάρη να τον σφάξει τελευταίο. Τότε, ο μελλοθάνατος του ζήτησε τουλάχιστον να μην χρησιμοποιήσει το μαχαίρι, αλλά να τον πυροβολήσει.
Σ’ αυτή την παράκληση του μελλοθάνατου γιατρού, ο εκτελεστής τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα υπέφερε, διότι το μαχαίρι του ήταν…γλυκό σαν μέλι. Όταν δε ήρθε η ώρα της σφαγής του, τον διέταξε να αλλάξει τη θέση του σώματος του για να «μην τον λερώσει» με το αίμα του!
(«Ματωμένες μνήμες» – Ιωάννης Μπουγάς)
Ο Γιώργος Σταθακόπουλος, ο φοιτητής της Νομικής που ήταν οργανωμένος στο ΕΑΜ κι έβγαζε πύρινους λόγους στις συγκεντρώσεις για τη λευτεριά της πατρίδας από τον κατακτητή, που πίστευε στην κοινωνική δικαιοσύνη και στις προσδοκίες των δυστυχισμένων, σαν τον πλησίασαν δυο οπλισμένοι μπολσεβίκοι καπετάνιοι και του ‘παν πως πρέπει να σφάξει έναν Ιταλό που τον είχαν συλλάβει και μια άγνωστη μεσόκοπη γυναίκα από την Κόρινθο, αρνήθηκε. Ο ορισμένος από την οργάνωση καθοδηγητής του αγώνα, πέφτει αμέσως στη δυσμένεια και καταδικάζεται. Ήταν 1η Φεβρουάριου 1944 τότε που οι δυο οπλισμένοι καπετάνιοι με τα γένια, τον άρπαξαν με τη βία και τον έκλεισαν μέσα σ’ ένα πλίθινο καλύβι σε απομόνωση, το ίδιο βράδυ στο χωριό του τη Τραγάνα, που είναι λίγα λεπτά έξω από το Κιάτο. Μα πριν ξημερώσει, ο φοιτητής Γεώργιος Σταθακόπουλος, ανοίγοντας μια τρύπα μ’ έναν σουγιά, δραπετεύει. Πηγαίνει, σαν πήρε η μέρα, στον σταθμό του Βέλου ανεβαίνει στο τραίνο που κείνη την ώρα περνούσε και φτάνει στον Πειραιά που ήταν ο πατέρας του εκεί τελωνειακός υπάλληλος.
Μετά από τούτο, αρχίζει η τραγωδία της υπόλοιπης οικογένειας σύμφωνα με την ηθική των μπολσεβίκων. Η μέρα σωνόταν και τα σκοτάδια ετοιμάζονταν να γεμίσουν το χωριό της Τραγάνας, όταν τρεις με τα όπλα, βρήκαν και πήραν μαζί τους τη μητέρα του δραπέτη, σαραντατριών χρόνων με τα δυο της παιδιά, τον Λουκά Σταθακόπουλο 13 χρόνων και τη Κούλα 11. Για που τους πάνε κανείς δεν ξέρει…
Μέσα στη νύχτα προχωράνε και φτάνουν στο χωριό της Μικρής Βάλτσας, οπού σταματάνε για δυο ώρες στο σπίτι του γιατρού του Φρεσίρα. Μετά τους χωρίζουν. Ο δεκατριάχρονος Λουκάς οδηγείται στο χωριό Θροφαρί, η εντεκάχρονη Κούλα στο χωριό Μεγάλη Βάλτσα, ενώ η μάνα στο εξωκκλήσι του Άη Γιώργη έξω από τη Μικρή Βάλτσα, όπου αφού την βασάνισαν για να μαρτυρήσει που είναι ο γιος της, τη σκότωσαν.
Πέντε μέρες πέρασαν τα παιδιά της μόνα, στα διάφορα σπίτια που τους έδιναν φαγητό και ύπνο χωρίς να ξέρουν τίποτα για την τύχη της μάνας τους. Την έκτη μέρα τα δυο παιδιά με συνοδεία οπλισμένων τα πήγαν στη Στιμάγκα, όπου μένουν μαζί με τους αντάρτες στο σχολείο. Εκεί βρίσκονται σε κάποια επιτήρηση ελεύθερα. Έκαναν διάφορες μικροδουλειές σε κείνους που είχαν τα πόστα και τα όπλα, τους πήγαιναν το φαγητό, τους ψώνιζαν τσιγάρα κι έμεναν πάντα μέσα στο περίφραγμα του σχολείου, που πολλές φορές ήταν και δεσμωτήριο των αντιδραστικών. Ακολούθησαν αρκετές φορές τις ομάδες της ΟΠΛΑ που πήγαιναν τους μελλοθάνατους στον τόπο της σφαγής κι είδαν πολλά. Είδαν τους ανθρώπους που βασανίζανε τους μελλοθάνατους, που έφταναν στον τόπο του μαρτυρίου και φωνάζανε. Είδαν φοβερές εικόνες του μακελειού με φρίκη… Μα είδαν ακόμα και κάτι πιο πολύ που και τώρα που το διηγούνται κόβεται η ανάσα τους…
Ήταν ένα ζευγάρι παντρεμένων σε μια γωνιά στην δυτική αίθουσα του σχολείου και κάθονταν σ’ ένα θρανίο οι δυο τους, όταν ένας άντρας με γένια, με ένα γερμανικό πιστόλι στη μέση ζωσμένος, κι ένα πελώριο μαχαίρι μέσα στο θηκάρι του που κρέμονταν στο δεξί του μέρος, μπήκε μέσα με σφιγμένα τα φρύδια του. Δεν ακούστηκε τι τους έλεγε, μα φαινόταν εκνευρισμένος και όπως κουνούσε τα χέρια του, έδωσε ένα τόσο δυνατό χαστούκι στο πρόσωπο της γυναίκας, που εκείνη γκρεμίστηκε από το θρανίο και ξάπλωσε κάτω, σχεδόν χωρίς τις αισθήσεις της. Ανάσκελα ήταν όταν φάνηκε η πολύ φουσκωμένη κοιλιά της, γιατί ήταν έγκυος και ανάσαινε πολύ δυνατά, όταν δ άντρας της, έτρεξε να τη βοηθήσει να σηκωθεί, να την περιποιηθεί, να την συνεφέρει. Ο οπλισμένος τώρα χτυπάει τον σκυμμένο στη γυναίκα του άντρα, με γροθιά στο κεφάλι που πέφτει πάνω στη γυναίκα του. Στις φωνές εκείνου με τα γένια που έβριζε και χτυπούσε, έτρεξαν άλλοι δυο οπλισμένοι από την ανατολική αίθουσα που ήταν θάλαμος ύπνου και αναπαύσεως. Και τότε αφού χτύπησαν πολύ τον κρατούμενο άντρα και του έδεσαν τα πόδια και τα χέρια, τον πέταξαν κάτω στο πλακόστρωτο κι ασχολήθηκαν με τη γυναίκα που ήταν ακόμα ανάσκελα στο δάπεδο. Τη σήκωσαν οι δυο βαστώντας την από τα μπράτσα κι ο τρίτος έκανε το πιο απαίσιο κι αδιάντροπο αστείο: Με το μαχαίρι του, της έσκισε τα ρούχα που ‘κρυβαν την κοιλιά της από τη μέση και κάτω. Κι αφού γέλασαν με τη καρδιά τους βλέποντας τις σάρκες της γκαστρωμένης γυναίκας, της άνοιξε τότε τη κοιλιά με το ίδιο μαχαίρι. Την κρατούσαν ακόμα οι δυο οπλισμένοι όταν χύμηξαν στον αέρα τα σπλάχνα της με τ’ άντερά της και γέμιζε όλος ο τόπος από τους φοβερούς βόγγους… Σ’ ένα μουλάρι φόρτωσαν την πεθαμένη γυναίκα, που την είχαν διπλώσει σε μια βρώμικη μισοσκισμένη κουβέρτα, ενώ ο άντρας της δεμένος, μόνο με τα χέρια πίσω, ακολουθούσε συνοδεία με οπλισμένους. Άφησε την αδερφή του στα ρούχα που κοιμόταν ο 13χρονος Λουκάς κι ακολούθησε την πομπή της νεκρής, πίσω από μια απόσταση τριάντα μέτρα. Μόνο τα περπατήματα του μουλαριού και των ανθρώπων ακουγόσαντε μέσα στην απέραντη σιγαλιά της νύχτας, μέχρι που φτάσανε σ’ ένα πλαγιαστό χωράφι με άσπρα χώματα. Σταμάτησαν τότε, έριξαν τη διπλωμένη γυναίκα με τη βρώμικη κουβέρτα μέσα σ’ έναν έτοιμο μεγάλο λάκκο. Κι ο άντρας με τα δεμένα χέρια, αφού είδε το τόσο σκληρό χαμό της γυναίκας του, έβλεπε τώρα και το δικό του τέλος… Με σπρωξιές τον τράβηξαν στη μεγάλη γκοριτσιά που ήταν κοντά τους, πήραν το χοντρό σκοινί που είχαν και τον κρέμασαν. Κι όταν τελείωσαν όλα, οι βλαστήμιες και τα χτυπήματα στο άψυχο σώμα του κρεμασμένου που κρέμονταν μακάβρια στη γκοριτσιά, το κόψιμο του χοντρού σκοινιού και το πέταγμα του άντρα κοντά στη γυναίκα του, παίρνοντας τον δρόμο του γυρισμού…
Εξήντα έξη μέρες έμειναν μέσα σε τούτη τη πνιγμένη ατμόσφαιρα τα δυο αδερφάκια, βλέποντας τον ανελέητο τρόπο που έπαιρναν τις ζωές οι μπολσεβίκοι. Ήταν 15 Μαΐου, απόβραδο, όταν η Κούλα, κουρασμένη από τα θελήματα κοιμόταν. Ανύποπτος ο Λουκάς πήγαινε τσιγάρα σ’ έναν καπετάνιο που τον είχε στείλει να ψωνίσει από το μαγαζί. Μια παγωμάρα τον πλάκωσε σαν άκουσε πριν ανοίξει τη πόρτα, να λέει κάποιος από τους οπλισμένους που κάθονταν στον θάλαμο γύρο στη σόμπα: «Τούτα τα παιδιά, τι θα τα κάνουμε καπετάνιο; Πολύ στα πόδια μας μπερδεύονται». Μαρμάρωσε το χέρι του στο πόμολο της πόρτας κι έμεινε εκεί αποσβολωμένο ν’ ακούσει τη μοίρα της αδερφής του και τη δική του. Κι όταν ο καπετάνιος απάντησε πως, αργά το βράδυ με τους δεκαοχτώ να τους πάρουν μαζί τους στην εκτέλεση, πήρε τη μεγάλη απόφαση. Έδωσε τα τσιγάρα στον καπετάνιο, καληνύχτησε και φτάνοντας στα στρωσίδια της αδερφής του, την ξύπνησε σιγανά. Τοιμάστηκαν, βγήκαν κι οι δυο μαζί έξω κι έφτιαξαν το σχέδιο να δραπετέψουν. Πέρασε πρώτος δ Λουκάς την εξώπορτα κι αφού είδε τον σκοπό να κοιμάται, πήρε την αδερφή του κι από την άκρη του χωριού, σιγά σιγά με όλες τις δυνατές προφυλάξεις, πέρασαν διάφορα δρομάκια και μέσα από αμπέλια και χωράφια, πιασμένα τα δυο αδερφάκια, έφτασαν στο Βέλο και μπήκαν σε μιας θειας τους το σπίτι. Σαν ξημέρωσε τους έδωσε χρήματα, ψωμί και σταφίδες, τα συνόδεψε στον σταθμό κι αφού παρακάλεσε τον μηχανοδηγό να πάρει μπροστά στη μηχανή τους δυο δραπέτες που διεκδικούσαν τη ζωή, ανέβηκαν στο τραίνο κι έφτασαν στον Πειραιά. Έτσι γλύτωσαν από τον θάνατο.
***
Ένας Στιμαγκιώτης ξομολογιώταν μπροστά σε πέντε ηλικιωμένους που ‘ζησαν τότε το κακό που γίνονταν στο τόπο μας. Φρικιαστική εικόνα αλήθεια, σαν έρχονται στον νου τα δυο πανώρια κορίτσια του Κώστα του Μάκρη από τις Κρίνες. Ενώ τα δυο αδέρφια τους, τα σκότωσαν το ίδιο βράδυ που ‘φυγαν οι δικοί τους, τα δυο κορίτσια τα ‘χαν πάει στη Βαγγελίστρα και τ’ ατιμάζανε…
«Με είχε στείλει η οργάνωση να πάω πάνω στην εκκλησιά της Βαγγελίστρας, να βρω έναν καπετάνιο, να του δώσω ένα σημείωμα και να πάρω πάλι απάντηση έγγραφη. Σε τούτο το διάστημα ώσπου να τον βρούνε και να ετοιμαστεί η απάντηση, είδα τούτα τα δύσμοιρα κορίτσια, που το ένα ήταν αρρεβωνιασμένο, να κάθονται κάτω από το μεγάλο δέντρο και να κλαίνε και ν’ αγκαλιάζονται. Τα μούτρα τους φαίνονταν χλωμά, τα μάτια τους κατακόκκινα μέσα στις ολόμαυρες κόγχες τους. Ένα ζευγάρι οπλισμένοι τότε, πήρε τα κορίτσια, χώρισαν σαν προχώρησαν λίγο, παίρνοντας ο καθένας από μια, τους έλεγαν λόγια παρήγορα, πως θα τις λευτέρωναν από τα δεσμά και τις πήγανε πίσω από το ψήλωμα. Έκατσαν ώρα αρκετή τις φέρανε και τις δυο μαζί, τις άφηναν λίγα λεπτά ν’ αγκαλιαστούνε και να κλάψουνε μαζί κάτω από το μεγάλο δέντρο κι ύστερα τις έπαιρνε άλλο ζευγάρι οπλισμένων για να τις παρηγορήσει πάλι πίσω από το ψήλωμα. Κι αυτές μόλις πάλι σμίγανε, πάλι αγκαλιάζονταν κι όλο κλαίγανε. Το ‘χω βάρος στη καρδιά μου τούτο που ‘δαν τα μάτια μου κι άκουσαν τ’ αυτιά μου, γιατί μου σκιζόταν η καρδιά σαν τα ‘βλεπα τα δυο μαζί ν’ αγκαλιάζονται και να ζητάνε τον λυτρωμό… Την άλλη μέρα που ρώτησα τι γίνονται τα κορίτσια πάνω στη Βαγγελίστρα, σαν είδα κάποιον απ’ αυτούς στο χωριό, μου ‘πε, πως δεν υπάρχουνε πια στη ζωή. Το μαρτύριό τους τελείωσε…».
***
Στις 24 Ιουλίου 1944, μια ομάδα από οπλισμένους μπαίνει μέσα στο σπίτι του Κων. Μπράβου στο χωριό Ταρσινά, που ‘ταν υπεύθυνος του ΕΑΜ, του ζητάει το πιστόλι που είχε για να πιάσουν κάποιον χαφιέ. Μόλις το παραδίνει, του προτείνουν τα όπλα τους και του λένε πως είναι κρατούμενος κι αυτός και η γυναίκα του. Μαζί με άλλους που πιάσαν την ίδια βραδιά, τους οδηγούνε στο διπλανό χωριό, στο Λιμοχώρι, κι ενώ όλους τους άλλους τους πάνε ψηλά στη τοποθεσία Στρογγύλι, τον Κων. Μπράβο τον βαστάνε στο σχολείο.
Το χωριό ξύπνησε από τα ουρλιάσματα και τις φωνές τις σπαραχτικές που ‘βγαζε ο κρατούμενος όταν τον χτυπάγανε, για να μαρτυρήσει τους αντιδραστικούς του χωριού του, εκείνους που συνεργαζότανε και μαρτύραγε τα μυστικά. Και ποια είσανε τα μυστικά του αγώνα που μαρτύραγε στους Γερμανούς φασίστες και τους τσολιάδες. Μαυρισμένο από τα χτυπήματα και αποκαμωμένο, τον έφεραν στη πλατεία του χωριού, ενώ οι άνθρωποι που ‘σαν στην οργάνωση πέρναγαν από το κάθε σπίτι και ειδοποιούσαν, να πάνε όλοι στη πλατεία να δουν την εκτέλεση ενός προδότη. Όλο το χωριό μαζώχτηκε το φοβερό τούτο απόγευμα, στις 24 Ιουνίου 1944, και έβλεπε έναν παραμορφωμένο άνθρωπο γεμάτο αίματα και σωματικό πόνο, όρθιο, έτοιμο να σωριαστεί κάτω.
Την τρομάρα του κόσμου που ‘βλεπε τούτο το απαίσιο θέαμα, έκοψαν τα λόγια του καπετάνιου που φώναξε: «Τούτος ο άνθρωπος είναι προδότης, είναι χαφιές, όργανο της Γκεστάμπο, των Γερμανών και των τσολιάδων, γι’ αυτό και δικάστηκε σε θάνατο και θα εκτελεστεί τώρα μπροστά σας». Μέσα σε τούτη τη παγωμάρα που απλώθηκε στον κόσμο τούτο που αναγκάστηκε να δει πως ο άνθρωπος παίρνει τη ζωή του ανθρώπου, ένας ψίθυρος κυκλοφόρησε: «Τί προδοσία έκανε;». Μα όλοι κούναγαν τους ώμους τους και με τις γκριμάτσες του προσώπου τους δείχνανε, ότι δεν ξέρανε την προδοσία ή τον χαφιεδισμό, μα ο γνωστός όλων του διπλανού χωριού, Κων. Μπράβος, ήταν υπεύθυνος του ΕΑΜ. Τί άραγε συνέβαινε; Τίποτα δεν τον ρώτησαν να πει, ούτε και άλλη εξήγηση δόθηκε. Μόνο όπλισε ένας το πιστόλι του, στάθηκε σε απόσταση ενάμισυ μέτρου και πυροβόλησε στο κεφάλι του θανατοποινίτη. Η πρώτη σφαίρα πέρασε ξυστά χωρίς να τον αγγίξει, η δεύτερη του πήρε το αυτί και του αυλάκωσε το δεξί του μάγουλο. Κι ενώ οι άλλοι κλείναν τα μάτια τους να μην δουν τον θάνατο, ακούστηκε η φωνή εκείνου που του παίρναν τη ζωή: «Μη με παιδεύεις σύντροφε. Ρίξε μου στο κεφάλι ρε Δήμο μια να τελειώνω». Ένα «αχ» τότε ακούστηκε δυνατό που σκέπασε τη φωνή της τελευταίας πιστολιάς, πήδηξε ψηλά μισό μέτρο, τύλιξε το κεφάλι του με τα χέρια του και σωριάστηκε κάτω μπρούμυτα. Όλοι κρύψανε τις ματιές τους με τις παλάμες τους να μην δουν, το εφιαλτικό θέαμα… Πριν ακόμα συνέλθει ο κόσμος απ’ όλη τη φρίκη που είδε κι άκουσε, ένας από τους τέσσερους δήμιους που ήταν κοντά στον σκοτωμένο, τράβηξε από το θηκάρι το μαχαίρι του κι άρχισε τούτο το μακάβριο έργο: Τον έσφαξε σαν τ’ αρνί που ‘στάζε ακόμα αίματα, μπρος στα μάτια όλων των χωριανών που ένιωθαν ταν ανάσα τους να λιγοστεύει, τις δυνάμεις τους να τους αφήνουν και να τους έρχεται λιποθυμία, ενώ τα παιδάκια με γουρλωμένα τα μάτια μαζεύονταν στα σκέλια των γονιών τους, τραβώντας τους από τα ρούχα. Κι ύστερα μια βουβαμάρα χύθηκε μέσα σε τούτο το χωριό, μια νεκρική σιγή που κράτησε για πολύ μετά το φονικό.
Μετά που πέρασε καιρός, μαθεύτηκε πως η προδοσία του Κώστα Μπράβου ήτανε τούτη: Σαν υπεύθυνος του χωριού, ειδοποιήθηκε πως έπρεπε να πιαστεί με τρόπο ένας χωριανός του, να τον στείλει, ή με συνοδεία ή μόνο του στο Λιμοχώρι, ή στη Στιμάγκα να εκτελεστεί, γιατί οι πληροφορίες τον παρουσίαζαν αντιδραστικό που κάνει ζημιά στον αγώνα. Ο Κώστας Μπράβος όμως που γνώριζε πρόσωπα και πράματα κι ήταν βέβαιος ότι ο χωριανός του ήταν ένας αγνός πατριώτης, όχι μόνο δεν φρόντισε να τον πιάσει ή να τον πείσει ν’ ανέβει στο Λιμοχώρι ή στη Στιμάγκα, για να του πάρουν τη ζωή, αλλά τον ειδοποίησε να φύγει από το χωριό κι από το περιβόλι του στο Κοκκώνι γιατί κινδύνευε η ζωή του. Αυτό όμως ακούστηκε σαν μια γενναία και πατριωτική στάση που ‘δειξε ο υπεύθυνος του ΕΑΜ κι έγινε αιτία μαθαίνοντάς το οι ανώτεροι καπετάνιοι να τον σκοτώσουν.
Οι άλλοι κρατούμενοι από τα Ταρσινά, που παρέα τους είχαν πάρει το ίδιο βράδυ μαζί με τη γυναίκα του Κώστα Μπράβου, δεν πρόφτασαν να μάθουν το φοβερό φονικό που ‘γινε μέσα στο χωριό του Λιμοχωρίου, γιατί πριν ξημερώσει, το ίδιο βράδυ που τους ανέβασαν στην τοποθεσία Στρογγύλι, τους πήρανε τη ζωή, σαν τα σφαχτάρια, με το μαχαίρι.
(«Από τον προμαχώνα της Στιμάγκας» – Γιάννης Μπαλαφούτας)
Ένα από τα φρικτότερα εγκλήματα που συνεκλόνισαν τη Νάουσσα και που σήμερα ακόμη όταν συζητούνται προκαλούν την εξέγερση των ψυχών και την απέχθεια όλων των πολιτών αδιακρίτως κομματικής τοποθετήσεως -με μικρή κάπως εξαίρεση τους αμετανοήτους και σκληρούς κομμουνιστάς- ήταν η άγρια σφαγή της δεκαεξάχρονης Όλγας. Το επίθετό της δεν το αναφέρουμε, γιατί θύτης και θύμα ανήκουν στην ίδια οικογένεια. Αλλά το ξέρει όλη η Νάουσσα.
Οι γονείς της είχαν χωρίση… Η κοπελίτσα έμεινε με τη μητέρα της και ξενοδούλευε για να εξασφαλίση τη ζωή του σπιτιού. Ήταν σεμνή, όμορφη και ανοιχτόκαρδη. Η καλωσυνάδα της συντελούσε ώστε να είναι αξιαγάπητη σε όλους τους γνωστούς της. Κανέναν δεν πίκρανε με κανέναν δεν ήλθε ποτέ σε προστριβή.
Μια μέρα, του Σεπτεμβρίου του 1943 και μόλις το σκοτάδι άρχισε να καλύπτη τη ζωή της πόλεως, τρεις νεαροί την σταμάτησαν ενώ πήγαινε στο σπίτι της. Την πρόσταξαν να τους ακολούθηση γιατί -όπως την είπαν- ο πατέρας της ήθελε να της ανακοινώση κάτι πολύ σημαντικό που αφορούσε την οικογένειά της. Μολονότι οι νέοι ήταν άγνωστοι στην Όλγα, το γεγονός ότι ερχόντουσαν για λογαριασμό του πατέρα της που την καλούσε, δεν δίστασε να τους ακολουθήση. Παίρνοντας τον δρόμο προς την έξοδο, προχώρησαν γύρω στα τρία χιλιόμετρα. Αυτό δεν την ανησύχησε γιατί τελούσε εν γνώσει ότι ο πατέρας της υπηρετούσε στον ΕΛΑΣ σαν καπετάνιος. Κάποια στιγμή εμφανίσθηκε μπροστά της ο πατέρας της. Ζωσμένος στα άρματα και με μικρή γεννειάδα υποδέχθηκε την θυγατέρα του με θυμό και οργή που φανέρωνε άσχημες προθέσεις.
– «Τί κάνει, ομορφούλα, η μάνα σου;», τη ρώτησε. «Συνεχίζει να με μισεί; Πώς πάνε τα νταραβέρια της;».
– «Η μαμά είναι καλά», απάντησε η Όλγα. «Ποτέ της όμως δεν μ’ άφησε να καταλάβω ότι τρέφει μίσος για σένα πατέρα».
– «Σκάσε!», της είπε ο αρματωμένος καπετάνιος. «Και προ παντός πάψε να με λες πατέρα».
Ταυτοχρόνως σκαμπίλισε την κορούλα του που άρχισε να κλαίει και να εκλιπαρή τον πατέρα της να ξαναγυρίση στο σπίτι του για να ζήση η οικογένειά τους καλύτερες ημέρες. Για λίγο στάθηκε συλλογισμένος ο ΕΛΑΣίτης πατέρας. Γρήγορα όμως ξανάρχισε να κτυπάη με βαναυσότητα την κόρη του.
– «Γιατί μπαμπά με χτυπάς; Τί σου έκαμα; Τί φταίω εγώ εάν χωρίσατε με τη μητέρα μου;».
Αντί για άλλη απάντηση, ο καπετάνιος έπιασε από τα μαλλιά την κόρη του και την έρριξε στο έδαφος. Και με ταχύτητα που θα ζήλευαν οι πιο έμπειροι εργάται των σφαγείων, άρχισε να κτυπάει με το μαχαίρι του το ίδιο του το παιδί. Το λιάνισε στην κυριολεξία. Η τελευταία του μαχαιριά που έκοψε την καρωτίδα της δεκαεξάχρονης Όλγας, ήταν η σφραγίδα που ο πατροκτόνος έβαζε στο φρικτότερο ασφαλώς έγκλημα που γίνηκε ποτέ στη μαύρη περίοδο 1943-1949. Κλωτσώντας το θύμα του, ο φονιάς έδωκε εντολή στους νεαρούς που είχαν συλλάβη την άτυχη Ελληνοπούλα, να της δώσουν την χαριστική βολή. Ένας από τους τρεις την πυροβόλησε στον κρόταφο.
Την ανατριχιαστική αυτή ιστορία, διηγείτο κατά το έτος 1947, ένας από τους μετανοήσαντας ΕΛΑΣίτας, που είχε ενταχθή στον σύλλογο που είχαν συγκροτήση πολλοί νέοι, οι οποίοι διαπιστώνοντας το εγκληματικό και απαίσιο έργο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, είχαν συγκροτήση την οργάνωση, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Απόστολος Μπαλκατζής, που στο ΕΛΑΣ ήταν γνωστός σαν καπετάν Πιτσιρίκος.
***
Είναι στιγμές που σταματάει ο νους του ανθρώπου από την φρίκη. Γιατί αν υποτεθή ότι μπορεί να βρήκαν οι εκτελεστές κάποιες προφάσεις ή και να παραπλανήθηκαν όταν εκτελούσαν άνδρες, δεν μπορεί να είχαν καμμιά δικαιολογία όταν ακρωτηρίαζαν μικρά παιδιά. Αυτό επανελήφθη με σφαγή της Μαγδαληνής Καμαρώκα και του εξάχρονου υιού της. Ο μικρούλης, λόγω ηλικίας ούτε είχε ιδέες ούτε αντιθέσεις με το ΚΚΕ, μα ούτε και μπορούσε να είχε βλάψει κάποιον, ώστε να τιμωρηθή για λόγους αντεκδικήσεως ή διαφορών.
Την Καμαρώκα μαζί με το παιδί της, συνέλαβαν οι ΕΛΑΣίται εισβάλλοντας στο σπίτι τους. Αφού το λεηλάτησαν, τους πήραν και τους οδήγησαν σ’ ένα σημείο της Αράπιτσας. Εκεί κακοποίησαν την ανυπεράσπιστη Ναουσσαία και μπροστά στα μάτια της, έκοψαν κομμάτια το κορμί του παιδιού της, και ενώ η ίδια σφάδαζε και θρηνολογούσε, έρριξαν τα διάφορα μέλη του σώματός του στο ποτάμι. Η πονεμένη μάνα θέλησε να πέση κι αυτή στον Αράπιτσα επαναλαμβάνοντας τη θυσία των γυναικών της Ναούσσης στην επιδρομή τοϋ Αβδούλ Αβούτ. Οι εκτελεστές την κράτησαν, όχι για να τη σώσουν από βέβαιο πνιγμό, αλλά για να την σκοτώσουν οι ίδιοι. Εξετέλεσαν την Καμαρώκα με τα μαχαίρια τους. Το κορμί της πετσοκόπηκε και τα μέλη του σώματός της πετάχθηκαν στο ποτάμι της Αράπιτσας. Και για την φρικτή όμως αυτή εκτέλεση μάταια κουράσθηκα για να βρω τα αίτια. Εκείνοι οι Ναουσσαίοι, που προς τιμήν τους με βοήθησαν με προθυμία στην έρευνά μου, δεν μπόρεσαν και σήμερα ακόμη να εξηγήσουν γιατί, εσφαγιάσθη η Καμαρώκα και το εξάχρονο παιδί της.
***
Ήταν η 21η Μαΐου του 1944 και οι κάτοικοι του χωριού Αγγελοχώρι δεν πήγαν στις δουλειές τους, εορτάζοντας τον Άγιο Κωνσταντίνο. Όπως συμβαίνει σε όλα τα χωριά, οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν συγκεντρωμένοι στην πλατεία. Μόλις άρχισε να σκοτεινιάζει άρχισαν να φεύγουν για τα σπίτια τους ερημώνοντας το χωριό. Θα ήταν εννέα το βράδυ όταν η καμπάνα της εκκλησίας άρχισε να κτυπάη, ενώ ένοπλοι ΕΛΑΣίτες καλούσαν με τηλεβόα να συγκεντρωθούν όλοι οι Αγγελοχωρίται στην πλατεία του χωριού. Σχεδόν το σύνολο των ανδρών πήγε στο χώρο που όριζαν οι απελευθερωταί. Εκεί βρέθηκαν μπροστά σε καμμιά τριανταριά ΕΛΑΣίτες και σε ισάριθμους Βουλγάρους στρατιώτες. Κομματικά στελέχη του ΕΑΜ εκάλεσαν τους συγκεντρωθέντας να τοποθετηθούν στις σχηματισθείσες γραμμές.Συγκεκριμένα καθώρισαν οι μεν εντόπιοι να καταλάβουν το αριστερό της πλατείας, οι δε πρόσφυγες -Πόντιοι ως επί το πλείστον- να στοιχηθούν στο δεξιό αυτής.
Επηκολούθησε νέα διαταγή με την οποία οι πρόσφυγες θα ακολουθούσαν τον δρόμο προς την εκκλησία του Άγιου Γεωργίου, ενώ οι άλλοι θα παρέμειναν εις τας θέσεις των μέχρι νεωτέρας εντολής. Τη σχηματισθείσα φάλαγγα την πλαισίωσαν ΕΛΑΣίται και Βούλγαροι στρατιώται, επικεφαλής δε αυτής ετέθησαν δύο Βούλγαροι αξιωματικοί, δυο ένοπλοι ΕΛΑΣίτες, και ένας μεσήλιξ με πολιτικά που είχε και το γενικό πρόσταγμα. Πριν προχωρήση η φάλαγγα προς το καθορισθέν σημείο, οι ΕΛΑΣίτες με τον τηλεβόα, έδειναν εντολή να διαλυθούν οι εντόπιοι συγκεντρωθέντες, πηγαίνοντας εις τα σπίτια τους και ότι θα επακολουθούσε το ίδιο βράδυ νέα πρόσκλησις αυτών.
Όταν τελείωσε και η αποχώρηση και του τελευταίου εντοπίου, ο άγνωστος με τα πολιτικά, μιλώντας με εμφαντική σλαυική προφορά απηυθύνθη προς τους συγκεντρωμένους. Κατηγόρησε συλλήβδην όλους τους πρόσφυγας ότι είναι όργανα της αντίδρασης και της ΠΑΟ. Τους απεκάλεσε εθνοπροδότας και τους προειδοποίησε ότι εκείνη τη νύκτα θα πληρώναν όλα τους τα εγκλήματα. «Τα λαϊκά δικαστήρια που θα συνεδριάσουν», είπε, «μέχρι να φέξη ο ήλιος δεν πρόκειται να αδικήσουν κανέναν. Θα τιμωρηθούν όμως βαρειά όσοι αποδεδειγμένα και βάσει στοιχείων θα αποδειχθή ότι είναι εχθροί του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ». Αφού τελείωσε την ομιλία του, πρόσταξε, αρχικά στην ελληνική και εν συνεχεία στην βουλγαρική γλώσσα, τους ενόπλους να καταμετρήσουν τους συγκεντρωμένους και να κινηθούν ακολούθως βάσει των εντολών που είχαν δοθή από το Αρχηγείο.
Τέσσερα ζευγάρια ένοπλων ανάμικτα από Βουλγάρους και ΕΛΑΣίτες, άρχισε την καταμέτρηση των συγκεντρωμένων κατά τον ίδιο τρόπο που οι κτηνοτρόφοι μετρούν τα κοπάδια τους προκειμένου να τα πωλήσουν εις τους ζωεμπόρους. Ανήσυχοι οι μαντρωμένοι πρόσφυγες, για την τύχη που τους περίμενε, κινήθηκαν ενστικτωδώς για να φύγουν από την πλατεία. Οι ένοπλοι προς στιγμήν αιφνιδιάστηκαν. Γρήγορα όμως άρχισαν να ρίχνουν επάνω στα κορμιά των συγκεντρωμένων. Ο πρώτος νεκρός της «ηρωικής» εκδηλώσεως που ενωμένοι έκαναν οι ΕΛΑΣίτες με τους Βουλγάρους για την απελευθέρωση της χώρας, ήταν ο Χρήστος Ουρδαλίδης. Οι περισσότεροι έπεσαν στο έδαφος για να προφυλαχθούν από τις σφαίρες των δολοφόνων. Μονάχα οι Συμεών Συμεωνίδης και Νικόλαος Γκαλιμάνης, επωφελούμενοι της συγχύσεως και του πανικού που επεκράτησαν, ξέκοψαν από τον κύκλο των συγκεντρωμένων, παίρνοντας ο καθένας τους και μια διαφορετική κατεύθυνση. Τους ακολούθησαν οι ένοπλοι πυροβολώντας τους, αλλά οι δύο Έλληνες τρέχοντας κατώρθωσαν να διαφύγουν, για να είναι σήμερα μάρτυρες κατηγορίας για το ομαδικό και απαίσιο αυτό έγκλημα των εν όπλοις συνεργατών των δύο βαλκανικών κομμουνιστικών κομμάτων.
Τότε ξεπετάχθηκαν από τους διπλανούς δρομίσκους που οδηγούν προς την πλατεία, πέντε μασκοφόροι. Είχαν καλύψη τα πρόσωπά τους προφανώς γιατί ήταν γνωστοί στους κατοίκους του χωριού. Πριν αρχίσουν να ξεχωρίζουν τους προς εκτέλεσιν -αυτό φάνηκε σε λίγο όταν υπεδείκνυαν στους οπλοφόρους ποιους θα πρέπει να συλλάβουν- ο Κυριάκος Κεμεντσετζίδης, σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να τραγουδάη. Οι συγχωριανοί του τα έχασαν και πίστευσαν ότι αυτός παραφρόνησε. Γρήγορα όμως ήλθαν να τους διαψεύσουν τα όσα επακολούθησαν. Ο Κυριάκος σταματώντας το τραγούδι του απευθύνθηκε προς τους συγκεντρωμένους και με σταθερή φωνή τους είπε: «Ξέρω ότι θα με σκοτώσουν, όπως το ίδιο θα κάμουν και σε σας. Θέλω όμως τραγουδώντας ν’ αντικρύσω τον Χάρο και να πω στους ΕΛΑΣίτες και στους Βουλγάρους, ότι οι Πόντιοι δεν φοβούνται τον θάνατο. Προτιμούν να πεθάνουν όρθιοι και παλληκαρίσια, παρά να ζήσουν ζητώντας έλεος από τους προδότας».
Αμέσως με εντολή του πολιτικού επιτρόπου, που μίλησε πριν από λίγο στους συγκεντρωμένους ΕΛΑΣίτες και Βούλγαρους όρμησαν επάνω στον Κεμεντσετζίδη και άρχισαν να τον κτυπούν. Ανταποδίδοντας ο ηρωικός Πόντιος τα κτυπήματα, υπέκυψε στην υπεροχή των ένοπλων. Έτσι, δένοντάς τον πισθάγκωνα τον έβγαλαν από τη γραμμή και τον οδήγησαν έξω από το χωριό. Ριπές αυτομάτου που ακούσθηκαν μετά από λίγο, πρόδιδαν την τύχη που περίμενε τον Κυριάκο. Απηλλαγμένοι οι μασκοφόροι από την παρουσία του ταραξία, που προς στιγμήν έγινε αφορμή να μην αρχίσουν το ολέθριο και απαίσιο έργο τους, επεδόθησαν εκ νέου εις την επιλογήν των θυμάτων που οι «ήρωες» θα εκτελούσαν σε λίγο. Δείχνοντας με το δάκτυλό τους στους Βουλγάρους και στους ΕΛΑΣίτες τα πρόσωπα που έπρεπε να συλληφθούν, ξεχώρισαν τους εξής:
1. Τον Αναστάσιον Καραγκιοζίδη
2. Τον Ηλία Τορτοπίδη
3. Τον Ιωάννη Ιωακειμίδη
4. Τον Στυλιανό Παπαδόπουλο
5. Τον Πολύχρονη Κελεσίδη
6. Τον Ιωάννη Κελεσίδη
7. Τον Λαυρέντιο Κελεσίδη
8. Τον Ευστάθιο Κελεσίδη
9. Τον Γερβάσιο Ιωακειμίδη
10. Τον Κωνσταντίνο Διπλαρίδη του Στυλιανού
11. Τον Ανέστη Κελεσίδη και
12. Έναν Βεροιώτη μικρέμπορο αγνώστων στοιχείων, που το μικρό του όνομα ήταν Παναγιώτης και που ερχόταν τακτικά με τις μικροπραμάτειες του στο Αγγελοχώρι, ανταλλάσσοντας με είδη που έπαιρνε από τους ντόπιους παραγωγούς.
Αφού τους χώρισαν σε ζευγάρια, τους έδεσαν τα χέρια και μικτά αποσπάσματα από ΕΛΑΣίτες και Βουλγάρους τους οδήγησαν στην έξοδο της πόλεως. Πρώτους εξετέλεσαν τους Αναστάσιον Καραγκιοζίδην και Ανέστη Κελεσίδη. Όταν την άλλη ημέρα βρέθηκαν τα πτώματά τους στο ρείθρο του δρόμου, ήταν κατατρυπημένα από μαχαιριές, ενώ τα πρόσωπα και των δύο είχαν δεχθή βλήματα σφαιρών. Ακολούθησε η σειρά του Ιωάννου Ιωακειμίδη και του Γερβάσιου Ιωακειμίδη. Αυτούς άρχισαν να τους πλήττουν, με τα μαχαίρια τους, ευθύς αμέσως μετά τον διαχωρισμό τους από τους άλλους δεσμώτες. Όπως διηγούνται οι επιζήσαντες από την τραγωδία του ξεκληριομού του Αγγελοχωρίου, η μανία των φονηάδων εναντίον των δύο αυτών Ελλήνων, οφείλετο εις το γεγονός ότι οι μασκοφόροι καταδότες κάνοντας την επιλογή των δύο ανωτέρω, στάθηκαν περισσότερη ώρα σ’ αυτούς και εν συνεχεία ομίλησαν βουλγαριστί απευθυνόμενοι σε έναν από τους Βουλγάρους αξιωματικούς. Αν και τραυματισμένοι, συνέχισαν να περπατούν τρικλίζοντας οι υποψήφιοι νεκροί. Σ’ αυτό τους βοηθούσαν και οι ΕΛΑΣίτες που τους υπεβάσταζαν κατά την πορεία των. Βγήκαν αρκετά έξω από το χωριό, όταν με διαταγή του ΕΛΑΣίτη οδηγού, έσπρωξαν τα θύματά τους προς ένα καταπράσινο λιβάδι και συνέχισαν εκεί το όργιο του πετσοκόμματος των θυμάτων τους. Τους τυράννησαν φρικτά, όπως μου διηγόντουσαν οι Αγγελοχωρίτες, και τη χαριστική βολή σ’ αυτούς έδωκε ένας Βούλγαρος στρατιώτης, που για να είναι πιο σίγουρος για το έργο του δεν αρκέσθηκε σε μια πιστολιά, αλλά κατατρύπησε το κρανίο των δύο Ποντίων.
Γυρίζοντας καταματωμένοι οι εκτελεσταί, παρέλαβον τους Πολύχρονη Κελεσίδη και Λαυρέντιο Κελεσίδη. Και οι δυο τους αρνήθηκαν στην αρχή ν’ ακολουθήσουν τους δημίους των. «Σκοτώστε μας εδώ για να δη όλο το χωριό το έγκλημά σας και να καμαρώσει τη ντροπή της συνεργασίας ΕΛΑΣιτών και Βουλγάρων». Ο Πολυχρόνης Κελεσίδης ιδίως, φωνάζοντας όσο δυνατότερα μπορούσε κάλεσε τους συγχωριανούς του να μην προσκυνήσουν σε καμμιά περίπτωση τους ΕΑΜοβουλγάρους. Επηκολούθησε άγριος ξυλοδαρμός των δύο δεσμωτών. Αυτούς δεν τους κτυποϋσαν με τα ματωμένα μαχαίρια τους, αλλά με βέργες σιδερένιες. Δυο τρεις φορές έπεσαν στο έδαφος οι κρατούμενοι. Οι ΕΛΑΣίτες και οι Βούλγαροι τους ξανασήκωσαν συνεχίζοντας τα κτυπήματά τους. Όταν ο Λαυρέντης Κελεσίδης τους κάλεσε να σταματήσουν την τυραννία τους, εκτελώντας τους όπως είχε ζητήση και ο Πολυχρόνης, οι ΕΛΑΣίτες άρχισαν να γελούν. «Έχετε ακόμη να τραβήξτε αρκετά ως ότου παραδώσετε στον Σατανά τη βρώμικη ψυχή σας».
Το μαρτύριο των δυο αυτών θυμάτων κράτησε για αρκετή ώρα. Οι δήμιοι προτιμούσαν να τελειώνουν την εκτέλεση των σκληρών αυτών Ποντίων με τα σιδερένια τους ραβδιά. Ένας ΕΛΑΣίτης που θέλησε να χρησιμοποιήση το περίστροφό του, καταληφθείς από την οργή που προκαλούσαν τα λόγια των δυό δεσμωτών, δέχθηκε την παρατήρηση του αρχηγού του, και τη συμβουλή ότι ο τρόπος που ζητούσε να εκτελέση ο ΕΛΑΣίτης τα θύματά του, θ’ αποτελούσε γι’ αυτά λυτρωμό. Και πράγματι είχε δίκαιο ο έμπειρος από εκτελέσεις και βασανισμούς αρχηγός. Ο τρόπος με τον οποίον κακουργήθηκαν οι δυό δεσμώται ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Τα τεμαχισμένα μέλη των κορμιών τους τα διεσκόρπισαν οι δήμιοι λίγο έξω από το χωριό. Κουράσθηκαν, ή για να κυριολεκτήσουμε, παιδεύτηκαν οι συγγενείς των δύο αυτών νεκρών για να συναρμολογήσουν την επομένη τα σώματα των αδικοχαμένων προσφιλών προσώπων τους.
Θα ζύγωνε η ενδέκατη νυκτερινή ώρα όταν άλλοι ΕΛΑΣίται και Βούλγαροι που δεν είχαν πάρη μέχρι τότε μέρος στις εκτελέσεις ανέλαβαν να συνοδεύσουν για ανάκριση τον Βεροιώτη εμποράκο και τον Κωνσταντίνο Διπλαρίδη. Πριν ξεκινήσουν για το τελευταίο ταξείδι που θα έκαναν οι μελλοθάνατοι, οι ΕΛΑΣίται τους συνεβούλευσαν να είναι υπάκουοι και ότι δεν είχαν τίποτε να φοβηθούν. «Γρήγορα», τους είπαν, «θα σας ξαναφέρουμε στο χωριό». Και αυτούς, όπως συνέβη με το δεύτερο ζευγάρι των σκοτωμένων, τους οδήγησαν χίλια μέτρα έξω από το χωριό και σταματώντας τους σε ένα σπαρμένο χωράφι, τους κάλεσαν ν’ απολογηθούν για τα εγκλήματα που διέπραξαν εναντίον του λαού και του ΕΑΜ.
Ο Βεροιώτης κλαίγοντας έλεγε κι επαναλάμβανε ότι είναι φτωχός βιοπαλαιστής, είναι πραγματικός δημοκράτης και ότι πολλές φορές είχε βοηθήση οικονομικά την τοπική οργάνωση του ΕΑΜ Βεροίας. «Ρωτήστε», τους είπε, «τους εκεί υπευθύνους πριν με χαλάσετε» -υποννοώντας, μην με σκοτώσετε. Οι ένοπλοι που είχαν περιβληθή από μόνοι τους τις εξουσίες των λαϊκών δικαστών, αντί άλλης απαντήσεως, άρχισαν να δέρνουν και εν συνεχεία να κτυπούν με τα γιαταγάνια τον άτυχο Βεροιώτη, που αν και μισοπεθαμένος τους εκλιπαρούσε να μάθουν γι’ αυτόν, ζητώντας πληροφορίες από το ΕΑΜ και το ΚΚΕ Βεροίας. Όλες οι εκκλήσεις του, και τα δάκρυά του που έχυσε δεν επέφεραν κανένα ευνοϊκό αποτέλεσμα γι’ αυτόν.
Οι ΕΛΑΣίτες και μαζί τους ένας Βούλγαρος στρατιώτης, αφού απετέλειωσαν το θύμα τους χτυπώντας το με τα μαχαίρια τους, απέκοψαν το κεφάλι κατά το ήμισυ από το υπόλοιπό του σώμα. Με το κεφάλι να κρέμεται και το κορμί του πετσοκομμένο από τις μαχαιριές βρήκαν οι Αγγελοχωρίτες μαζί με άλλα πτώματα των συγχωριανών τους και τον Βεροιώτη. Τον κήδεψαν κι αυτόν μαζί με τους άλλους Έλληνας που σφαγιάσθηκαν στις 21.5.1944.
Χωρίς να διακόψουν το έργο τους οι δήμιοι, έσυραν τον Διπλαρίδη, λίγα μέτρα πιο κείθε από το πτώμα του Βεροιώτη. Ίσως γιατί κουράσθηκαν από την εκτέλεση του προηγουμένου θύματος, ίσως επειδή τους πρόσμενε άλλη επιχείρησις, οι ΕΛΑΣίται επροτίμησαν να εκτελέσουν το καινούργιο θύμα τους, κάνοντας χρήσι των πιστολιών τους. Πήραν τον δρόμο του γυρισμού, βέβαιοι ότι ο Διπλαρίδης ήταν πια νεκρός. Όταν οι κάτοικοι του χωριού συνεκέντρωναν τα πτώματα των συγχωριανών τους για να τα κηδέψουν, έμειναν άναυδοι βλέποντας τον Διπλαρίδη να κινείται και με φωνή που μόλις ακουγότανε να ζητάη τη βοήθειά τους. Τον μετέφεραν αμέσως εις το Νοσοκομείο Νάουσσας και εκεί με υπεράνθρωπη βοήθεια των χειρουργών ιατρών, επέζησε.
Ύστερα από τον Διπλαρίδη, οι ερυθροί φονηάδες πήραν τους τέσσερας ακόμη από τους συγκεντρωμένους. Τον Ιωάννη Κελεσίδη και τον ανεψιό του Ευστάθιο. Αυτούς τους έδεσαν με συρμάτινο σχοινί και στη συνέχεια έδεσαν ξεχωριστά τον Ηλία Τορτοπίδη και τον Στυλιανό Παπαδόπουλο. Αυτούς, παράξενα δεν τους κτύπησαν. Τους οδήγησαν προς τον δρόμο που οδηγεί στην Κρύα Βρύση. Η συνοδεία των τεσσάρων δεσμωτών απετελείτο από οκτώ Βουλγάρους και δύο ΕΛΑΣίτες που είχαν επικεφαλής Βούλγαρο αξιωματικό. Τα γυναικόπαιδα που ήταν συγκεντρωμένα, δεν άκουσαν φωνές αγωνίας ούτε και πυροβολισμούς, πράγμα που άρχισε να τους δίνει κουράγιο, ότι ίσως οι τελευταίοι συγχωριανοί τους να είχαν αποφύγη την εκτέλεση.
Ενώ οι εκτελεσταί είχαν πάρει τα δύο τελευταία θύματά τους για να τα οδηγήσουν για «ανάκριση», η εναπομείνασα δύναμις των ΕΛΑΣιτών και των Βουλγάρων συνεκέντρωσε τα γυναικόπαιδα των προσφυγικών οικογενειών στην πλατεία του χωριού. Ένα πανδαιμόνιο από τα κλάματα των παιδιών και τις απεγνωσμένες εκκλήσεις των μανάδων τους, έσχιζε την ατμόσφαιρα… Οι επιδρομείς ρίχθηκαν με μανία εναντίον των γυναικόπαιδων. Χτύπησαν τα παιδιά χωρίς οίκτο. Τις μανάδες τους τις τσάκισαν με τα σιδερένια τους ραβδιά, ενώ τρεις απ’ αυτές τρύπησαν τα κορμιά τους με τα μαχαίρια τους. Το κακό του ξυλοδαρμού κράτησε πάνω από δύο ώρες κι ύστερα με εντολή των Βουλγάρων αξιωματικών οι επιδρομείς εγκατέλειψαν τα θύματά τους και έπαιρναν τον δρόμο που οδηγούσε προς τας εξόδους του χωριού. Οι ΕΛΑΣίτες κατευθύνοντο προς την Χαρίεσσα, και οι Βούλγαροι στρατιώτες προς την Έδεσσα. Μαζί με τους ΕΛΑΣίτες είχαν φύγει και οι πέντε μασκοφόροι.
Μόλις χάραξε, οι άνδρες του χωριού αφήκαν τις γυναίκες στην εκκλησία και οι ίδιοι έφυγαν προς τας εξόδους που είχαν πάρει την νύκτα οι ΕΛΑΣίτες οδηγώντας τα θύματά τους. Δεν πέρασε και πολύ ώρα, όταν το χωριό ολόκληρο θρηνούσε γύρω από τους νεκρούς που μετέφεραν στην πλατεία του χωριού, τα συνεργεία των ερευνητών. Συναρμολόγησαν όπως κι όπως τα οστά των νεκρών που είχαν μαζέψει μέσα σε σενδόνια και τα φόρτωσαν στα ίδια κάρρα που άλλοτε οι κρεουργημένοι χρησιμοποιούσαν για να πάνε τη σοδειά τους στις αποθήκες τους. Οι πιο ψύχραιμοι των Αγγελοχωριτών είχαν το κουράγιο να προβούν στην καταμέτρηση των κρεουργημένων. Τους έκανε εντύπωση ότι έλλειπαν τέσσερεις από τους δεσμώτες και συγκεκριμένα ανάμεσα στους κρεουργημένους που δεν βρισκόντουσαν τα σώματα του Ηλία Τορτοπίδη, του Στυλιανού Παπαδόπουλου, του Ευσταθίου Κελεσίδη και του Αναστασίου Κελεσίδη. Κι αυτούς τους είχαν πάρει δεμένους με συρματόσχοινο. Τί είχαν απογίνει; Μήπως κατόρθωσαν να δραπετεύσουν ή τους πήραν φεύγοντας οι συμμορίτες για ομήρους; Όλες αυτές οι ελπίδες των δυστυχισμένων μανάδων και γυναικών έσβησαν πολύ γρήγορα…
Κοντά στο μεσημέρι ένας χωρικός που είχε πάει πριν τρεις ημέρες στην Κρύα Βρύση, τους έφερε το μήνυμα του θανάτου. Τους είπε ότι κάπου τέσσαρα χιλιόμετρα έξω από το χωριό τους, είδε στη μέση του δρόμου τέσσαρα ακέφαλα ανθρώπινα σώματα. Ο τόπος ήταν γεμάτος αίμα που είχε ξεραθεί, και δεξιά και αριστερά του δρόμου είδε τα κεφάλια των συγχωριανών τους, που δεν είχαν βρεθεί μέχρι τότε. Συγκροτήθηκε μία πολυμελής ομάς, στην οποία μετείχαν και οι συγγενείς των Τορτοπίδη, Παπαδόπουλου και Κελεσίδη. Όταν βρέθηκαν στο σημείο που είχε υποδείξει ο συγχωριανός τους, όλοι κατελήφθησαν από αίσθημα φρίκης. Δεμένοι ο Ιωάννης Κελεσίδης και ο ανεψιός του Ευστάθιος, είχαν χτυπηθεί τουλάχιστον με τριάντα μαχαιριές ο καθένας τους. Τους είχαν κόψει τις μύτες, τ’ αυτιά και τους καρπούς των χεριών τους. Τους είχαν γυμνώσει τελείως και τα κεφάλια τους, που ήταν ριγμένα, εκατό μέτρα περίπου παρά πέρα, τα είχαν πολτοποιήση χτυπώντας με σιδερένια όργανα. Ο τρόπος που εκρεουργήθηκαν οι δύο αυτοί Έλληνες έκρυβε πρωτοφανή αγριότητα.
Ο Τορτοπίδης Ηλίας αναγνωρίσθηκε από τους δικούς του, χάρις σε δύο κρεατοεληές, που ήταν στο στήθος του. Ίδια και απαράλλαχτα με τους άλλους δύο ακρωτηριασμένους, είχε σφαγεί και αυτός με ίσες περίπου μαχαιριές. Αντί να κόψουν τα νύχια του, επροτίμησαν τα γεννητικά του όργανα. Είχαν ανοίξει την κοιλιά του σαν χειρουργοί που επεδίωκαν να αφαιρέσουν απ’ αυτήν κάποιον όγκο. Τα άντερά του, ήταν σκορπισμένα. Και το κεφάλι του πολτοποιημένο, με εξορυγμένο το ένα του μάτι. Γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο, ενεφάνιζε το «μεγαλείο» των ληστανταρτών που εφρόντισαν να του αφαιρέσουν ότι ρούχα φορούσε πριν εκτελεσθή.
Τον τελευταίο που πήραν ήταν ο Στέλιος Παπαδόπουλος. Πετσοκομμένο το κορμί του, γυμνωμένο το σώμα του, τα νύχια του βγαλμένα με τανάλια, χωρίς πόδια και χέρια, φανέρωνε το μαρτύριο που γνώρισε πριν ξεψυχήσει. Το κεφάλι του, πλέοντας σε μία μικρολίμνη αίματος, ήταν απηλλαγμένο από τη γλώσσα και τα αυτιά του. Δίπλα -σχεδόν κολλητά- με το πολτοποιημένο κεφάλι του, υπήρχε και ένα στρατσόχαρτο με την επιγραφή της εντροπής: «Ζήτω ο ΕΛΑΣ: Η νίκη είναι δική μας. Φασίστες θα πεθάνετε όλοι σας».
***
Στις 14 Ιανουαρίου 1949 το πρωί, η τοπική ηγεσία του ΚΚΕ μαζί με τον αρχηγό της Πολιτοφυλακής παρουσιάζονται στους Βλαντάν, Μπελογιάννην και Θεοχαρόπουλον και κομπάζοντες αναφέρουν ότι αι εκκαθαριστικαί επιχειρήσεις εξελίχθησαν επιτυχώς βάσει του εκπονηθέντος σχεδίου. Οι αρχηγοί του Δημοκρατικού Στρατού τους συγχαίρουν και δίδουν εντολήν να συγκεντρωθούν τα τμήματα του κομμουνιστικού στρατού και οι αιχμάλωτοι στην ίδια ακριβώς τοποθεσία από την οποία είχαν εξορμήση οι συμμορίται για την κατάληψη της Νάουσσας.
Το πρωί της 14ης Ιανουαρίου συνεκεντρώθησαν εις τας θέσεις που είχαν εξόρμηση οι αντάρτες. Μαζί μ’ αυτούς και οι εννιακόσιοι επτά όμηροι. Ανάμεσά τους ο ταγματάρχης Χρήστος Κοντώσης, ο υπομοίραρχος Λάμπρος Μιχαλόπουλος και καμμία εξήντα στρατιώτες και χωροφύλακες, οι περισσότεροι από τους οποίους τραυματισμένοι και αιμόφυρτοι είχαν συρθή στο Βέρμιο από τους δήμιούς του. Ο στρατηγός Βλαντάς, και οι ταξίαρχοι Μπελογιάννης και Θεοχαρόπουλος, δίκην θριαμβευτών, πρώτα επιθεώρησαν τα τμήματα των ΕΛΑΣιτών. Ο Βλαντάς, συνεχάρη τους λησταντάρτες για την επιτυχία τους. Εν συνεχεία, οι αρχηγοί του ΕΛΑΣ πήγαν στο σημείο όπου εκρατούντο οι εννιακόσιοι επτά όμηροι. Έφτυσαν τον Κοντώση και μίλησαν απειλητικά προς τα θύματά τους. Ιδιαίτερα σκληροί ήταν οι ηγέται του ΚΚΕ έναντι των χωροφυλάκων και των τραυματιών. Ο Μπελογιάννης δεν δίστασε να κλωτσήση δύο τραυματίες χωροφύλακες και να σκαμπιλήση τον υπομοίραρχο Μιχαλόπουλο.
Η συγκέντρωση των ορδών του ΕΛΑΣ και των ομήρων και οι λόγοι που εξεφώνησαν οι αρχηγοί του ΚΚΕ, κράτησε κοντά δύο ώρες. Αργά δε το απόγευμα και πριν νυκτώση επηκολούθησε επιθεώρηση που έγινε στην θέση Ίσβορος στο δάσος Κανέλη της Ναούσσης. Ύστερα, με πρόσταγμα του Βλαντά οι συμμορίται και οι όμηροί των, πήραν τον δρόμο προς το Καϊμακτσαλάν μέσω Μουχαρέμ Χαν. Επειδή οι αρχηγοί των συμμοριτών διεπίστωσαν ότι εκεί ευρίσκοντο στηρίγματα του στρατού, που συνεπλάκησαν με τις πρώτες ομάδες των ΕΛΑΣιτών, έδωκαν σήμα αλλαγής πορείας προς το Μεοόβουνο της Πτολεμαΐδος. Εν συνεχεία διά του κάμπου Αμυνταίου επροχώρησαν προς τον ορεινόν όγκον του Βίτσι.
Εις τον κάμπο του Αμυνταίου, η εμπροσθοφυλακή των συμμοριτών ηναγκάσθη να δώση μάχην με τα άρματα του στρατού, με απώλειες νεκρών και περισσοτέρων τραυματιών. Επωφελούμενοι της μάχης, κατώρθωσαν να διαφύγουν εξήκοντα οκτώ εκ των ομήρων. Μαθαίνοντας οι ηγέται των ΕΛΑΣιτών για την δραπέτευση των Ναουσσαίων, εδόθη αμέσως διαταγή του Μπελογιάννη και εξετελέσθη διά τουφεκισμού ο Κοντώσης Χρήστος. Στην εκτέλεση του Κοντώση προέβησαν οι συμμορίται για να σπάση το ηθικό των απαχθέντων και επειδή είχαν υπόνοια ότι ο ηρωικός ταγματάρχης οργάνωσε και κατηύθυνε την απόδραση των 68 ατόμων. Εν συνεχεία και πάλιν με διαταγή του Μπελογιάννη εσφαγιάσθησαν κατακρεουργηθέντες αγρίως ο λοχαγός Σταματόπουλος Χρήστος και ένας χωροφύλαξ. Τον πρώτο έσφαξαν σαν κατσίκι, όπως μου διηγείτο ένας ΕΛΑΣίτης, ενώ τον άλλον εξετελέσαν διά πυροβολισμού.
Η φρικτή εκτέλεσις των δύο αξιωματικών και του χωροφύλακα, εδημιούργησαν κλίμα φοβίας και όλοι οι δεσμώται πίστευαν ότι οι σκοτωμοί θα συνεχίζοντο. Όλοι αναρωτώντουσαν ποιος θα είχε σειρά για εκτέλεση. Το κακό όμως περιορίσθηκε στα τρία αυτά θύματα, και ευθύς αμέσως εδόθη εντολή να προχωρήση η φάλαγγα. Ο κύριος όγκος των συμμοριτών έχοντας εις το μέσον τους ομήρους κατηυθύνθη από το Βίτσι εις το χωρίον Μελάς. Οι μισοί των ομήρων κρατήθηκαν εκεί, ενώ οι υπόλοιποι επροχώρησαν εις Πλατύ Πρέσπας όπου υπήρχαν τα έμπεδα των ανταρτών.
Εξαντλημένοι από τις κακουχίες και με πυορροούνται τα πόδια τους από τα κρυοπαγήματα, εκλιπαρούσαν τους συμμορίτας να τους λυπηθούν και να τους αφήσουν στα χωριά αυτά να ξεκουρασθούν και να γιατρευθούν. Με διαταγή του Θεοχαρόπουλου, συνεργείο από ιατρούς ΕΛΑΣίτες, πήγε αρχικώς εις το Πλατύ Πρέσπας και εν συνεχεία εις το χωρίον Μελάς. Επιζώντες όμηροι, μου ανέφεραν ότι η στάσις των ιατρών υπήρξεν πράγματι ανθρώπινη. Κινήθηκαν για να ανακουφίσουν τους πάσχοντας, πιστοί στον όρκο του Ιπποκράτη. Αφού ξεχωρίσουν διακόσιους που υπέστησαν κρυοπαγήματα, εφροντίσαν να εισαχθούν οι όμηροι εις τα πρόχειρα νοσοκομεία και αναρρωτήρια των χωριών Βροντερού και Μικρολίμνης. Στα αναρρωτήρια αυτά υπήρχε πλήρης οργάνωσης και επικρατούσε καθαριότης. Εβδομήντα όμηροι που είχαν κρυοπαγήματα μεγαλύτερου βαθμού και που η αποσύνθεσις των πελμάτων των ποδιών τους ήταν ολοφάνερη, μεταφέρθηκαν στην Αλβανία εισαχθέντες εις τα νοσοκομεία της Κορυτσάς, όπου παρέμειναν μέχρις πλήρους αναρρώσεώς των, πλην τριών τραυματιών που με σαπισμένο ολόκληρο το σώμα τους άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή.
Μέχρι τέλους Φεβρουαρίου του 1949, εις το έμπεδον του Πλατέος εξεπαιδεύθησαν και έκαμαν ασκήσεις μάχης οι εκ των ομήρων δυνάμενοι να φέρουν όπλα. Οι μεγαλυτέρας ηλικίας και 22 στρατιώται οδηγήθηοαν στις 2 Μαρτίου για να φέρουν ξύλα για τα τζάκια και τα μαγειρεία των ΕΛΑΣιτών, χωρίς έκτοτε να δώσουν ίχνη ζωής. Όπως έλεγαν οι παλαιοί ΕΛΑΣίται, οι γέροι φαγώθηκαν από τους λύκους της Αλβανίας, ενώ οι 22 στρατιώται πήγαν να κάμουν συντροφιά τον ταγματάρχη Κοντώση. Έτσι άφησαν να υπονοηθή ότι δεν ζούσε κανένας από τους 27 απαχθέντας.
(«Το κατηγορώ των νεκρών της Ναούσσης κατά του Κομμουνισμού» – Δημήτριος Θεοχαρίδης)
Μέχρι το τέλος του 1943, το ΕΑΜ είχε εξολοθρεύσει όλες τις εθνικές ομάδες αντίστασης στην ύπαιθρο της Πελοποννήσου. Μοναδικοί εγγυητές της ασφάλειας των πολιτών από τις καταδιώξεις του ΕΑΜ, απόμειναν μόνο στις κύριες πόλεις και σε μερικές κωμοπόλεις, οι μονάδες των Ταγμάτων Ασφαλείας, που σχηματίσθηκαν υπό την αδήριτη ανάγκη της προστασίας των πολιτών από την εγκληματική δραστηριότητα του ΕΑΜ. Θα πίστευε κανείς ότι, με την σχεδόν πλήρη τότε επικράτηση του ΕΑΜ στην ύπαιθρο, τα περιοριστικά μέτρα που είχε επιβάλει, στον λαό της υπαίθρου θα χαλάρωναν. Δυστυχώς συνέβη το αντίθετο. Την περίοδο εκείνη οι Γερμανοί είχαν συμπτυχθεί και περιορισθεί στις μεγάλες πόλεις. Οι έξοδοί τους προς την ύπαιθρο περιορίζονταν μέρα με τη μέρα. Από την άλλη πλευρά η θέση του ΕΑΜ είχε εδραιωθεί και δεν φαινόταν στον ορίζοντα καμιά απειλή για να το εκτοπίσει. Και όμως, σ’ αυτήν ακριβώς την περίοδο, τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως πλήθαιναν. Οι κρατούμενοι εθεωρούντο από το ΕΑΜ ως πολιτικοί του αντίπαλοι και βασανίζονταν για να καταστούν στο τέλος ρομπότ των οργανωτών του, ή σε άλλες περιπτώσεις να εκτελεστούν.
Στρατόπεδα υπήρχαν παντού. Υπολογίζεται ότι σε κάθε 10-15 χωριά αντιστοιχούσε και ένα στρατόπεδο. Καθημερινώς μέλη της ΟΠΛΑ μετέφεραν εκεί κρατουμένους από διάφορα μέρη (χωριά και πόλεις). Αθώοι κλείνονταν στα στρατόπεδα με το αιτιολογικό ότι ήταν τάχα προδότες, γερμανόφιλοι, φασίστες, αντιδραστικοί και ό,τι άλλο οι τοπικοί υπεύθυνοι σοφίζονταν. Τα στρατόπεδα αυτά κατάντησαν Γολγοθάς και τόπος μαρτυρίου για πολλές χιλιάδες αθώων Ελλήνων. Αναφέρουμε μερικά, κυρίως στην περιοχή της Αρκαδίας και γειτονικούς νομούς, όπως στην Καντήλα (Μπεντενάκι), Βάχλια, Ποστοβίτσα, Αγία Σωτήρα, Βούρβουρα, Μαυρίκι, Κούτρουφα Κυνουρίας, Νέα Επίδαυρος, Άγιος Γεώργιος (Φενεός), Χάραδρος Κυνουρίας κ.ά.
***
Την επιχείρηση εναντίον του Βαλτετσίου, στις 15 Ιουνίου 1944, ανέλαβε η 3η Ταξιαρχία της Γ’ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ και συγκεκριμένα το 6ο και το 12ο Σύνταγμα. Έλαβε ακόμη μέρος και το ανεξάρτητο τάγμα Αιγιαλείας. Η συνολική δύναμη πλησίαζε τους 2.500 άνδρες. Το σχέδιο περιελάμβανε και τη μεταφορά των λαφύρων και της λείας που επρόκειτο ν’ αρπάξουν από το πλιάτσικο και τη λεηλασία των βαλτετσιώτικων σπιτιών. Προς τούτο αγγάρευσαν 500 περίπου χωρικούς με τα υποζύγιά τους (κυρίως ημιόνους) από τα γύρω χωριά. Κάθε ημιονηγός θα συνοδευόταν από δύο αντάρτες. Ειδική ομάδα ανταρτών θα επέβλεπε τα είδη τροφίμων και ρουχισμού που θα φορτώνονταν στα ζώα. Έμφαση είχε δοθεί στην αρπαγή γαλακτομικών προϊόντων. Η εντολή ήταν να μαζέψουν όσο περισσότερο τυρί μπορούσαν καθώς και ρούχα και ό,τι άλλο αξιόλογο έβρισκαν. Δικαίως λοιπόν η επίθεση κατά του Βαλτετσίου χαρακτηρίστηκε και ως ληστρική επιδρομή. Άλλη ομάδα ανταρτών θα ανελάμβανε τη μεταφορά των τυχόν τραυματιών και νεκρών της μάχης. Ειδική τέλος ομάδα ανέλαβε την αποστολή να βάλει φωτιά στα σπίτια που είχε αποφασιστεί ότι έπρεπε να καούν. Η ηγεσία του ΕΛΑΣ δεν άφησε τίποτε στην τύχη, αλλά μελέτησε μεθοδικά όλες τις λεπτομέρειες και τους στόχους της επιχείρησης και κατέστρωσε το σχέδιο της επιθέσεως. Την όλη επιχείρηση αποφάσισε και εκτέλεσε προσωπικά ο αρχικαπετάνιος του ΕΛΑΣ, Άρης Βελουχιώτης μαζί με το επιτελείο του…
Καμία πρόνοια δεν είχε ληφθεί για την προστασία των αμάχων, ή τουλάχιστον για τη διαφυγή τους σε περίπτωση επιδρομής των ανταρτών. Έτσι ο καθένας φρόντισε για την προστασία της οικογένειάς του και τη δική του, όπως έκρινε πρόσφορο την εφιαλτική εκείνη ώρα. Οι περισσότεροι κατέβηκαν στα κατώγια των σπιτιών τους και κρύφτηκαν στα ασφαλέστερα σημεία, αφού κλειδαμπάρωσαν τις πόρτες. Μετά την εξουδετέρωση των πρώτων αντιστάσεων οι εισβολείς βεβαιώθηκαν ότι οι Βαλτετσιώτες ήταν ουσιαστικά άοπλοι. Έτσι, παράλληλα προς την επίθεση κατά των θυλάκων άμυνας, επιδόθηκαν σε συλλήψεις αμάχων, καθώς και σε λεηλασίες και πυρπολήσεις σπιτιών, όπως προέβλεπε το σχέδιο που είχαν καταστρώσει. Μανιασμένοι και με άγριες φωνές καλούσαν τους ενοίκους των σπιτιών ν’ ανοίξουν τις πόρτες και να βγουν έξω. Όταν πλησίαζαν ένα σπίτι, απέφευγαν να μπούνε πρώτοι μέσα, φοβούμενοι μήπως κτυπηθούν από τυχόν ταμπουρωμένους ένοπλους. Γι’ αυτό υποχρέωναν τους χωρικούς, που είχαν προηγουμένως συλλάβει, να μπαίνουν αυτοί πρώτοι στα σπίτια ως ασπίδα για τη δική τους προστασία. Σε άλλες περιπτώσεις έβαζαν φωτιά στο ισόγειο για ν’ αναγκάσουν όσους κρύβονταν μέσα να εξέλθουν, για να τους συλλάβουν στη συνέχεια. Σ’ αυτήν την επιχείρηση δεν έκαναν καμία διάκριση. Όλοι ήταν εχθροί και έπρεπε να συλληφθούν και να τιμωρηθούν. Η συμπεριφορά τους ήταν βάρβαρη και σκληρή. Νέοι, ηλικιωμένοι, μικρά παιδιά, γυναίκες με μωρά, αντιμετώπισαν την ίδια σκληρότητα. Τούς έβριζαν και τους ξυλοκοπούσαν για να μαρτυρήσουν που είναι οι άντρες των σπιτιών και που κρύβονταν οι…Γερμανοί(!). Στη συνέχεια τους συγκέντρωναν στον Πλάτανο και την εκκλησία. Η περιοχή αυτή δεν άργησε να γεμίσει από γυναικόπαιδα. Η εικόνα ήταν σπαρακτική. Φωνές, απειλές και ξυλοδαρμοί από το ένα μέρος. Κλάματα, διαμαρτυρίες, πανικός και βογγητά από το άλλο. Τα παιδιά μαζεμένα γύρω από τις μητέρες τους τσίριζαν από τον φόβο τους…
Οι αιχμάλωτοι ξεπερνούσαν τα 140 άτομα. Οι περισσότεροι ήταν ηλικιωμένοι και γυναικόπαιδα και μόνο 20 από αυτούς ήταν άντρες που άνηκαν στον Λόχο. Στον Πλάτανο είχαν ξεχωρίσει τους άνδρες αυτούς από τον άμαχο πληθυσμό και τους είχαν δέσει τα χέρια τους πισθάγκωνα. Από τον Πλάτανο και την εκκλησία μετέφεραν όλους τους αιχμαλώτους στα Πάνω Αλώνια, θέση όπου βρίσκεται σήμερα το νέο σχολείο του χωριού. Και εδώ η ίδια εικόνα και ακόμη χειρότερη. Η κακομεταχείριση συνεχίστηκε. Ιδιαίτερα έδερναν και απειλούσαν τους άντρες, καθώς τους ανέκριναν για να μάθουν τον ρόλο του καθενός μέσα στο χωριό…
Η καταλήστευση του χωριού δεν σταμάτησε στο προγραμματισμένο πλιάτσικο. Συμπληρώθηκε και με το ανεξέλεγκτο ατομικό πλιάτσικο, με το οποίο ο κάθε αντάρτης θέλησε να επιβραβεύσει τον εαυτό του για τη συμμετοχή του στην εκστρατεία κατά του Βαλτετσίου. Έτσι ολοκληρώθηκε η καταλήστευση των σπιτιών και από τους αντάρτες με ό,τι χρήσιμο για τον εαυτό τους έβρισκαν εκεί: Χρήματα, κοσμήματα, πολύτιμα αντικείμενα, ενδύματα, υποδήματα κ.λπ. Σε αρκετές περιπτώσεις αφαίρεσαν και τα ρούχα, τα δακτυλίδια και τους σταυρούς από τους αιχμαλώτους και τους νεκρούς. Ακόμη, λεηλατήθηκε και το σχολείο και η εκκλησία. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η εισβολή στο Βαλτέτσι έμοιαζε περισσότερο με επιδρομή ληστών παρά με στρατιωτική επιχείρηση…
Η μάχη κράτησε πάνω από 3½ ώρες. Μετά την εξουδετέρωση και της τελευταίας αντίστασης των ανδρών της φρουράς του Βαλτετσίου και την ολοκλήρωση της λεηλάτησης και της πυρπόλησης των σπιτιών, οι επιδρομείς άρχισαν κατά τις 7.30′ π.μ. να αποχωρούν σταδιακά, αποκομίζοντας 140 περίπου αιχμαλώτους, 400 και πλέον ζώα φορτωμένα με λάφυρα και 15.000 γιδοπρόβατα. Πίσω τους άφησαν θάνατο, ερείπια, πόνο και δάκρυα. Οι νεκροί ήταν 36 άτομα (συν 7 τραυματίες που εξέπνευσαν αργότερα).
***
Ο θάνατος του Μήτσου I. Ράμμου υπήρξε μαρτυρικός. Έγινε μπροστά στα μάτια του νεαρού Γιάννη Α. Σκαλτσά, ο οποίος και τον περιγράφει: Οι ΕΛΑΣίτες είχαν συλλάβει τον Μήτσο Ράμμο και βρίσκονταν έξω από το σπίτι του Αντώνη Καραμάνη. Εκεί αφού τον έδειραν τον διέταξαν να μπει στο κατώι του διπλανού σπιτιού του Γιώργη Δημαράκη (Σμπαρλή), για να δει αν υπάρχουν κρυμμένοι Βαλτετσιώτες. Ο Μήτσος πήγε μέσα στο σκοτεινό υπόγειο και γύρισε λέγοντας ότι δεν είδε ανθρώπους. Την ώρα εκείνη αποπειράθηκε να δραπετεύσει αλλά αμέσως τον συνέλαβαν. Γυρνώντας το βλέμμα του ο Σκαλτσάς είδε έναν αντάρτη να κόβει τον λαιμό του Μήτσου σαν αρνί. Περιφερόμενος ο γράφων στο χωριό ευθύς μετά τη μάχη, για να μάθω για τον πατέρα μου, είδα τον λεβεντόκορμο με τα κατσαρά μαλλιά γείτονα μου Ράμμο σφαγμένο. Του είχαν κόψει το λαιμό. Το τραύμα ήταν μεγάλο και βαθύ και φαίνονταν οι αυχενικοί σπόνδυλοι. Στο ανοιχτό στόμα του οι δήμιοι είχαν τοποθετήσει το ακρωτηριασμένο μόριό του… Οι φονιάδες του είχαν αφαιρέσει τα ρούχα και τα παπούτσια και τον άφησαν μόνο με τα εσώρουχα, όπως το έκαμαν σε όλους σχεδόν τους φονευθέντες Βαλτετσιώτες. Ο φονιάς είναι γνωστός στους επιζώντες σήμερα Βαλτετσιώτες. Δεν συντρέχει λόγος ν’ αναφερθεί το όνομά του. Δεν φταίνε σε τίποτα οι απόγονοί του.
Ασυνήθιστη βαρβαρότητα έδειξαν και στη Γιαννούλα, σύζυγό του Γιώργη Παπαοικονόμου. Όταν η Γιαννούλα είδε ότι επρόκειτο να κάψουν το σπίτι της, διαμαρτυρήθηκε δυναμικά και λογομάχησε με τους αντάρτες. Ένας αντάρτης είπε στη Γιαννούλα να φύγει και να πάει στην εκκλησία, που είναι απέναντι από το σπίτι της και τη συνόδευσε μέχρι τη μικρή πόρτα στη μάντρα του ναού. Εκεί, κάποιος από τους αντάρτες, επιτέθηκε στη Γιαννούλα και την κατακρεούργησε. Την είδαμε νεκρή, αυτή τη μεγαλογυναίκα κάτω από τον μικρό πλάτανο που είναι στο προαύλιο της εκκλησίας. Το μαχαίρι, της είχε κόψει τον λαιμό στο επίπεδο του μήλου του Αδάμ. Το τραύμα ήταν πλατύ και βαθύ. Στο πρόσωπο είχε μερικές αμυχές και μώλωπες, πιθανότατα από ξυλοδαρμό. Τα ρούχα στο πάνω μέρος του σώματός της ήταν ξεσκισμένα. Της είχαν αφαιρέσει και τους μαστούς της. Είναι βέβαιο ότι τη Γιαννούλα δεν την έσφαξαν τη στιγμή που οι αντάρτες μπήκαν στο σπίτι της, αλλά αργότερα, εν ψυχρώ. Ο Γιώργης ο άνδρας της, αιχμαλωτίστηκε έξω από το χωριό. Τα τρία ανήλικα παιδιά τους, Γιαννούλης 15 ετών, Μαρία 13, και Νίκος 11 ετών, τα πήραν στην αιχμαλωσία.
***
Από τις παντρεμένες Βαλτετσιώτισσες που κλείστηκαν στο στρατόπεδο του Άη Γιώργη στον Φενεό, οι τρεις ήταν έγκυοι (η Βασίλω Γ. Στάικου, η Αγγελική Γ. Μπαμή και η Μαρίτσα Γ. Κοκκάλα). Η Βασίλω Στάικου, 34 ετών, εγέννησε εκείνες τις ήμερες στο στρατόπεδο. Όπως μας είπαν, ο ξεναγός μας και ο καλόγερος, το βρέφος έκλαιγε συνεχώς, διότι η μητέρα του από τις στερήσεις και τις κακουχίες δεν είχε αρκετό γάλα για να χορτάσει. Ενοχλημένος από το κλάμα ένας άγριος ΕΛΑΣίτης το άρπαξε από την αγκαλιά της μάνας του, λέγοντας: «Θα το ταΐσω εγώ». Μάταια η Βασίλω προσπάθησε με κλάματα ν’ αντισταθεί σαν τις μάνες των πουλιών, όταν κάποιος τους παίρνει από τη φωλιά τα μικρά τους. Εκείνος το εκσφενδόνισε έξω από τη μάντρα του μοναστηριού, όπου βρήκε τον θάνατο. Κανένας δεν τόλμησε να το περισυλλέξει.
(«Βαλτέτσι 1944» – Κώστας Σαραντόπουλος)
Το δεύτερον 15νθήμερον του Αυγούστου 1942, εξετελέσθησαν διά μαχαίρας, κατ’ εντολήν του Άρη, αι δύο αθώαι κόρες (12 και 13 ετών) του I. Κόρδα εκ Κοχλιών Ευρυτανίας, διά τον λόγον ότι ούτος εγκατέλειψε τον ΕΛΑΣ, εις τον οποίον είχε καταταγή δι’ ολίγας ημέρας. Τα δύο αυτά αθώα πλάσματα, εσφάγησαν διά μαχαίρας από δύο αντάρτας του ΕΛΑΣ, εις τους οποίους δεν είχεν εμπιστοσύνην ο Άρης και τους οποίους ήθελε να αναμείξη εις το έγκλημα. Οι δύο αντάρτες έγιναν εκτελεστοί, παρά την θέλησίν των, της εγκληματικής και απαίσιας αυτής πράξεως, υπό την απειλήν σφαγής των διά μαχαίρας υπό δύο καπεταναίων του Άρη: «Ή θα τα σφάξετε, ή θα σφάξουμε εμείς εσάς».
(«Εθνική αντίστασις του 5/42 Σ.Ε. Ψαρρού, 1941-1944» – Ιωάννης Καΐμάρας)
Εις τας 22 Ιανουαρίου 1945 μία ομάδα ΕΛΑΣιτών του 24ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ εκτελούσα διαταγάς της 8ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ καθ’ υπόδειξιν του Κιάμου και της παρέας του συνέλαβε εις το χωρίον Αυλότοπος Σουλίου τον φλογερό πατριώτη ιερέα (οικονόμο) Μιχαήλ Κων. Διαμάντη εφημέριο του χωρίου του εξαίρετο οικογενειάρχη και Έλληνα πατριώτη με κύρος και φήμη εις ολόκληρο την περιφέρεια του Σουλίου. Από το σχολείο όπου οδηγήθηκε για μία δήθεν ανάκριση ολονύχτια μεταφέρθηκε στο Καναλάκι.
Εκεί τον έκλεισαν στο δεσμωτήριο και κακοποίησαν ανηλεώς. Το πρωί της 24ης Ιανουαρίου 1945 οδηγήθηκε δεμένος και ξυπόλητος, διότι του αφαιρέσανε τα υποδήματα και εις το χωρίον Παλαιορόφορας (Ωροπός) Πρέβεζας περπατώντας επί 5 ώρας γυμνός και υπό φοβερό κρύο, διότι είχε χιονίσει.
Την ιδίαν νύκτα 24 προς 25 Ιανουαρίου ο παπα-Μιχάλης εκτελέστηκε. Το πτώμα του ευρέθη από τους δικούς του έπειτα από πολλές ημέρες σε ένα ξεροπήγαδο, ακέφαλο και μισοκαμμένο με βενζίνη. Ο ιατρός που το εξέτασε γνωμάτευσε ότι υπέστη, προ του θανάτου, φρικτά βασανιστήρια από μαχαίρι και όπλο και καύση του σώματος με βενζίνη.
(«Αίμα και δάκρυ» – Χαρίλαος Τσόγκας)
Θυμάμαι μια ιστορία που ένας αυτόπτης, γέρος χωρικός, μας διηγήθηκε και που είχε δέσει σφιχτά στο μυαλό μου το ύψωμα τούτο, με ένα γεγονός που αναφέρεται σε έναν άλλον αγώνα που έδωσαν οι χωροφύλακες πάνω εκεί.
Ήταν ο μόνος κάτοικος του χωριού όταν πήγαμε να εγκατασταθούμε εκεί πέρα. Έκανε μεγάλο κουράγιο, καθώς είπε, για να ανέβει μέχρι τον λόχο. Είδε, μας είπε, από μακρυά τη λάμψη που ‘καναν τα σκαφευτικά, καθώς ανοίγαμε χαρακώματα, και φοβήθηκε μήπως ξεθάψουμε τους νεκρούς χωροφύλακες που βρίσκονταν θαμμένοι εκεί πάνω. Κάθησε να πάρει ανάσα και να ξαποστάσει από την ανηφόρα, και σαν ήρθε η καρδιά στη θέση της, άρχισε να διηγιέται την ιστορία, που πριν λίγους μήνες είχε γραφεί στην ίδια εκείνη θέση.
Ο γέρος μίλαγε με έξαψη για ώρα πολλή, μονολογώντας, ενώ εμείς ακούγαμε σιωπηλοί την ανατριχιαστική ιστορία. Δεν θυμάμαι λεπτομέρειες, μα θυμάμαι καλά το νόημα που έβγαινε από τα λόγια του γέρου…
Στις 13 του Γενάρη 1948, πολυάριθμο συμμορίτικο συγκρότημα επιτέθηκε στις θέσεις ενός λόχου Εθνοφρουράς, που είχε εγκατασταθεί στο «Σκρα» και που στη δύναμή του είχε προστεθεί και ένα απόσπασμα χωροφυλακής από 28 άνδρες, ενώ κάτω στο χωριό, ένας άλλος λόχος, είχε στρατοπεδεύσει από την προηγούμενη νύχτα. Ήταν κι αυτός λόχος Εθνοφρουράς που ‘ρθε για ενίσχυση, μα που έκανε το λάθος να μην καταλάβει θέσεις μάχης.
Ξημερώματα δέχτηκαν την επίθεση και μέχρι τ’ απόγευμα, όλα είχαν τελειώσει. Ο διοικητής σκοτώθηκε και οι περισσότεροι αξιωματικοί επίσης. Οι χωροφύλακες, με κανέναν τρόπο δεν δέχτηκαν να παραδοθούν και μέχρι το τελευταίο τους φυσίγγιο κρατούσαν το ύψωμα και σκόρπιζαν το θανατικό, σ’ όποιον τολμούσε να πλησιάσει τις θέσεις τους. Στο τέλος, 15 από τους αμυνόμενους πιάστηκαν αιχμάλωτοι και πέσαν στα χέρια των συμμοριτών.
Η τύχη τους υπήρξε φρικτή και ο γέρος, που μας την περιέγραψε, κόμπιαζε κάθε φορά που ήταν υποχρεωμένος να αναφέρει λεπτομέρειες. Τους εκτελέσανε κατά τον πιο φρικτό τρόπο μπροστά στα μάτια του, σπάζοντας το κρανίο τους με πέτρες ή με τον κασμά, καθώς είπε ο γέρος.
(«Διλοχία κυνηγών» – Γεώργιος Βακαλόπουλος)
Τον Δεκέμβριον του 1944, οι κομμουνισταί, δεν προέβησαν μόνον εις παντοειδείς καταστροφάς, λεηλασίας, αρπαγάς, αλλά και με αφάνταστη μανία, εστράφησαν εναντίον όλων των τάξεων του ελληνικού λαού. Επί πλέον κατέσφαξαν με αγριότητα εκλεκτούς ανθρώπους των γραμμάτων και της τέχνης, όπως την μεγάλην μας τραγωδόν Ελένη Παπαδάκη, τον καθηγητήν του Πανεπιστημίου Τ. Θεοφανόπουλον, τον υφηγητήν Ν. Ευσταθιανόν και πληθώρα άλλων εκλεκτών πολιτών. Εξετέλεσαν αναριθμήτους στρατιωτικούς και αναπήρους πολέμου, πολεμιστάς του Έπους 1940—1941. Παραλλήλως προέβησαν σε συλλήψεις και ωδήγησαν σε ομηρεία χιλιάδας πολιτών, πολλούς εκ των οποίων εξετέλεσαν εν πορεία. Μεταξύ των ομήρων εκείνων, ήτο και ο ε.α. στρατηγός Αγαμέμνων Μεταξάς, με τον γυιο του Νικόλαο 22 ετών, φοιτητή Ιατρικής. Ο μικρότερες γυιος του, εύελπις, είχε διαφύγει εις Μέσην Ανατολήν.
Κατά την πορεία, εχώρισαν τους άνδρες από τις γυναίκες και τους ηλικιωμένους από τους νέους. Ύστερα από εξαντλητική πορεία ωρών, οι συμμορίτες κάπου εστάθμευσαν διά να ξεκουραστούν. Φυσικά εστάθμευσαν και οι όμηροι. Ένας βαθμοφόρος ΕΛΑΣίτης, πλησίασε τον στρατηγό Αγ. Μεταξά και με την συνήθη βάρβαρη, ανάγωγη φρασεολογία και συμπεριφορά που τους διέκρινε, τον ρώτησε:
– «Κουράστηκες γέρο;». Σημειωτέον ότι ο στρατηγός ήτο μόλις 54 ετών.
– «Κουράστηκα παιδί μου», απήντησε περίλυπος ο ένδοξος πολέμαρχος, κυττάζοντας ερευνητικά με την ματιά του τους ομήρους, μήπως αντικρύση το παιδί του.
– «Πεινάς;», τον ρώτησε πάλι ο ΕΛΑΣίτης.
– «Πεινάω…», ήταν η απάντησις.
– «Θέλεις να φας;», τον ξαναρώτησε ο συμμορίτης.
– «Αν σας περισσεύη τίποτε, δώστε μου», είπε ο Αγ. Μεταξάς.
Σε λίγο, έφεραν στον στρατηγό για να τον περιποιηθούν συκώτια ψημένα. Ο στρατηγός τα έφαγε. Ο ΕΛΑΣίτης τον ρώτησε:
– «Καλός ο μεζές, γέρο;».
– «Καλός, παιδί μου, ευχαριστώ», ήταν η απάντησις του ταλαίπωρου στρατηγού.
Τότε, δύο άλλοι συμμορίτες, σέρνοντας το νεανικό καταματωμένο πτώμα του φοιτητού υιού του το πέταξαν στα πόδια του στρατηγού λέγοντάς του με σαρκασμό: «Σκατόγερε, έφαγες τα συκώτια του γυιου σου…». Και άρχισαν να γελούν χλευαστικά, τα ανθρωπόμορφα εκείνα τέρατα, διά το μέγα κατόρθωμά των… Οι αιμοσταγείς εγκληματίας αφού κατέσφαξαν τον 22 χρόνων νεαρό γυιο του αφήρεσαν τα εντόσθια του, τα έψησαν και τα προσέφερον, εις τον ανίδεο τραγικό πατέρα, να τα φάη. Ο δύσμοιρος γονιός, στο άκουσμα των φοβερών εκείνων λόγων και στο αντίκρυσμα του αγρίως κατασφαγιασθέντος παιδιού του, σύρθηκε ως το άψυχο σώμα του, το αγκάλιασε με σπασμωδικές κινήσεις και με γοερούς θρήνους κρατώντας το σφικτά, άφησε την τελευταία του πνοή στο καταξεσχισμένο, καταματωμένο νεκρό κορμί του.
Το τραγικό αυτό περιστατικό ανέφερε ο τότε Διοικητής της 94 Σ.ΔΙ. υποστράτηγος Κωνσταντίνος Λουμάκης, εις το θερινόν θέατρον του ΚΕΕΜ Σπάρτης, στις 24 Ιουνίου 1966.
***
Τον Χρήστο Γραβάνη, τον εξετέλεσε το εθνοκτόνο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, δήθεν σαν αντιδραστικό. Όμως στην πραγματικότητα, ο Χρήστος Γραβάνης, λόγω των γραμματικών του γνώσεων, αν και ωργανωμένος στο ΕΑΜ και υπεύθυνος, παράλληλα, της ΕΠΟΝ Διάκου Γρεβενών, ήτο επικεφαλής της Αλληλεγγύης ως αποθηκάριος. Όμως εκτελέσθηκε από αυτούς τούτους τους κομμουνιστάς, όταν διεπίστωσε τρομερές ατασθαλίες εκ μέρους των στελεχών του ΚΚΕ, σε χρήματα και τρόφιμα, προερχόμενα από εράνους ομοϊδεατών. Διά τούτο θέλησε να συγκαλέση έκτακτη γενική συνέλευσι, με σκοπό να καταγγείλη όλα αυτά στους συγχωριανούς του, εκθέτοντας συγχρόνως και τα υπεύθυνα στελέχη του κομμουνιστικού κόμματος του χωρίου για τις ατασθαλίες τους. Τούτο αντελήφθησαν τα στελέχη του κομμουνιστικού κόμματος και απεφάσισαν να τον εξοντώσουν, διά να συγκαλύψουν τις δικές των ατασθαλίες, καταγγέλλοντάς τον δι’ «ατασθαλίες του» στα εκτελεστικά όργανα του ΚΚΕ της αχτίδας Μελισσιού Γρεβενών. Με μια ανυποστήρικτη κατηγορία, μια Κυριακή του Μαΐου 1943, τον εκάλεσαν να παρευρεθή -δήθεν- σε συγκέντρωσι στελεχών του κόμματος στο Μελίσσι Γρεβενών. Ο Χρήστος Γραβάνης έφυγε προς συνάντησί τους. Όμως από την ημέρα της αναχωρήσεώς του δεν έδωσε σημεία ζωής… Μετά παρέλευσι δύο περίπου μηνών βρέθηκε από βοσκούς, το πτώμα του άμοιρου νέου κατασπαραγμένο, στην δασώδη περιοχή Μύλων Ανθρακιάς Γρεβενών… Ήταν πατέρας μιας δίχρονης κορούλας, της Γιαννούλας· η γυναίκα του Ιφιγένεια έγκυος, η οποία μετά τέσσαρες μήνες εγέννησε αγόρι το οποίον ωνόμασαν Χρήστο.
(«Με το φωτοστέφανο του μαρτυρίου» – Τελέσιλλα Ιωαννίδου-Λαμπέα)
Ο Γεώργιος Μαράτος, ένας καλοκάγαθος γέρος, έμενε με την κόρη του και την κόρη της κόρης του σε κάποιο οίκημα γύρω από την πλατεία της περιοχής Μεταξουργείου, κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου τον Δεκέμβρη του 1944. Στο σπίτι αυτό εστεγάζετο και μια από τις επιτροπές της επανάστασης των κομμουνιστών.
Ο Μαράτος ήταν εθνικόφρονας, και η ηλικία του -ήταν περίπου 80 χρόνων- δεν έδινε περιθώρια ούτε δράσεως, αλλά ούτε και συναισθήσεως της καταστάσεως, μέσα στην οποία ζούσε. Έτσι, συζητώντας με τους αναγκαστικά φιλοξενουμένους της κόρης του, ανέφερε τις διαφωνίες του με τον Κομμουνισμό και, ασφαλώς, και τις διαφωνίες του για την Δεκεμβριανή Επανάσταση.
Έτσι, την τελευταία ημέρα της φιλοξενίας της κομμουνιστικής επιτροπής, διαφωνών προφανώς με τους φιλοξενουμένους του, οι φιλοξενούμενοι του Μαράτου έπιασαν τον Μαράτο, την κόρη του και την έγγονή του και τους κουβάλησαν στο στρατόπεδο κρατουμένων στο Περιστέρι. Στο στρατόπεδο, δεν κράτησαν την παράδοξη αυτή παρέα και τους άφησαν ελεύθερους. Και, βέβαια, εγύρισαν στο σπίτι τους, όπου έμειναν ακόμα οι παράδοξοι φιλοξενούμενοι τους.
Οι φιλοξενούμενοι, όμως, του Μαράτου και της κόρης του, κατά την αποχώρησή τους το βράδυ, που εγκατέλειπαν την Αθήνα, πήραν μαζί τους τους φιλοξένούντας αυτούς και την κορούλα της κόρης του Μαράτου και τους εξετέλεσαν, καμιά διακοσαριά μέτρα μακριά από το σπίτι, στο οποίο έμεναν αναγκαστικά οι φιλοξενούμενοι.
Και σαν υστερόγραφο αναφέρω και τούτο: Ο γιος της κόρης του Μαράτου, ευρίσκετο στο στρατόπεδο των εκτελεστών της μάνας του, της αδελφής του και του γέρου Μαράτου, πατέρα της μάνας του.
(«Η αντίσταση χωρίς πέπλα» – Διονύσης Μπενετάτος)
Ο επικτηνίατρος Μιχαλόπουλος, ήτο το μεγαλύτερον κομμουνιστικόν στέλεχος της περιφερείας Άργους, εκλεγείς και βουλευτής της περίφημου ΠΕΕΑ, αυτός δε έδιδε και τας διαταγάς συλλήψεων και ενέκρινε μαζί με τον καπετάν Γραβιάν τας δολοφονίας των εθνικιστών. Το τι διηγούνται δι’ αυτούς οι μάρτυρες είνε απίστευτων. Αι ωμότητές των υπήρξαν άνευ προηγουμένου. Εξ όλων όμως αυτών, η φρικτοτέρα και ανατριχιαστικωτέρα είνε η περίπτωσις, την οποίαν διηγείται ο εξ Άργους Βασ. Δωρής…
Ούτος, συλληφθείς εις Κεφαλόβρυσον Άργους την 8ην Ιουλίου 1944 μαζί με τους αδελφούς του Σωτήριον και Νικόλαον, τον γαμβρόν του Γεώργιον Διαμαντήν και 16 άλλους, καταγομένους εκ Νεμέας και Ακράτας, μεταξύ των οποίων περιελαμβάνετο μία γυναίκα, ονόματι Ευσταθίου, εκ Νεμέας, και ο σφυροβόλος Βαλκανιονίκης ιατρός Πετρόπουλος, ωδηγήθη εις το στρατόπεδον Αγίου Γεωργίου Χελμού. Εκεί, ο στρατοπεδάρχης τους ανέγνωσε διαταγήν φέρουσαν τας υπογραφάς του καπετάν Γραβιά, του επικτηνιάτρου Γ. Μιχαλοπούλου, του Νικ. Μαρούση και του Ιωάν. Παπά, διά της οποίας εγνωστοποιείτο εις την διοίκησιν του στρατοπέδου ότι κατηγορούντο ως αντιδραστικοί και ότι έπρεπε να εκτελεσθούν. Ο στρατοπεδάρχης τους υπέβαλεν εις τυπικήν ανάκρισιν και κατόπιν διέταξε και τους έκλεισαν εις το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, όπου ευρίσκοντο και άλλοι κρατούμενοι. Εις τας 3 μετά το μεσονύκτιον εξύπνησαν τους 20 αυτούς καθώς και την γυναίκα και τους κατέβασαν εις το υπόγειον του μοναστηρίου. Από εκεί έπειτα εκάλουν ονομαστικώς έναν—έναν και μόλις ανήρχοντο επάνω, τους έδεναν οπισθάγκωνα. Ενώ εγίνετο αυτό, ένας αγροφύλαξ, από τα Καλύβια της Στυμφαλίας, εστέκετο όρθιος εις την είσοδον κρατών προτεταμένον αυτόματον.
Αφού τους έδεσαν όλους, τους υπεχρέωσαν να προχωρήσουν προς το βουνό, λέγοντες εις αυτούς ότι θα τους επήγαιναν εις την ταξιαρχίαν των δι’ ανάκρισιν και κατόπιν θα τους απέλυον. Οι συνοδοί των ήσαν 7 τον αριθμόν, εκ των οποίων οι δύο έφερον αυτόματα, οι δε λοιποί πιστόλια και εξ αυτών οι δυο τεράστια μαχαίρια. Επροχώρουν προς τα έλατα του Χελμού. Καθ’ οδόν ο μάρτυς, ο οποίος ήτο ο 18ος εις την σειράν, κατώρθωσε να λυθή. Όταν τους έκαμαν στάσιν, αυτός εκρύπτετο, διότι εφοβείτο ότι θα τους εξετέλουν με ριπήν πολυβόλου. Εις την τρίτην στάσιν, τον αντελήφθησαν ότι είχε λυθή και τον έδεσαν πάλιν. Εις την τετάρτην στάσιν έβαλαν την συνοδείαν να καθίση εις ένα βουναλάκι, το οποίον ήτο πυκνοφυτευμένον από το πίσω μέρος από έλατα, ώστε οι αποτελούντες ταύτην να μη βλέπουν τίποτε εξ όσων έμελλον να διαδραματιστούν.
Αφού ετακτοποιήθη η συνοδεία κατά τον τρόπον, που τους υπέδειξαν οι συνοδοί των, οι δυο εξ αυτών, που έφεραν τα μαχαίρια, παρέλαβον και ένα αυτόματον και κατέβηκαν προς την χαράδραν, η οποία ήτο ακριβώς κάτω από το βουναλάκι. Οι υπόλοιποι πέντε έλαβαν θέσεις τριγύρω από την συνοδείαν με προτεταμένα τα όπλα των. Το μέρος ήτο άγριον και η φρίκη του θανάτου επλανάτο παντού. Σμήνη από κοράκια επέτων επάνω απ’ την χαράδραν και ολόκληρος ο τόπος ήτο γεμάτος από μύγες πτωμάτων. Ήρχισαν όλοι να φοβούνται και ένας εξ αυτών ηρώτησεν έναν φρουρόν: «Γιατί, βρε παιδιά, θα μας σκοτώσετε; Τί κάναμε;». Εκείνος δε του απήντησε: «Μη φοβάστε τίποτε, παιδιά. Εδώ είναι κοντζάμου καταυλισμός κι ολόκληρη ταξιαρχία. Μόνον θα σας ανακρίνουν και αναλόγως θα δικασθήτε με φυλάκισι».
Εν τω μεταξύ, δύο εκ των πέντε φρουρών, επήραν δύο από τους κρατουμένους και τους κατέβασαν εις την χαράδραν. Έπειτα από ολίγον επέστρεψαν και επήραν άλλους δυο και ούτω καθ’ εξής. Επήραν 14, μεταξύ των οποίων και την γυναίκα και μετ’ ολίγον θα ήρχετο και η σειρά του μάρτυρος. Αυτός εν τω μεταξύ προσεπάθει να λυθή και το είχε μισοκαταφέρει. Σε λίγο είχε κατορθώσει να λυθή εντελώς και κρύβοντας τα χέρια του κάτω από ένα μακρύ αμπέχωνο της αεροπορίας, που εφόρει, είπεν εις τον αδελφόν του Σωτήριον, ότι ελύθη και θα έφευγε και ότι αν ημπορούσε και αυτός, ας ελύετο και να τον ακολουθήσει. Εκείνος όμως του απήντησεν ότι δεν ημπορούσε διότι τον είχαν σφικτά δεμένον. Ο γαμβρός του, ο οποίος εκάθητο πίσω απ’ αυτόν, τον συνεβούλευσε να μην επιχείρηση να φύγη, διότι θα ήταν χειρότερα, αλλ’ εκείνος είχε πάρει την απόφασίν του και του απήντησεν: «Εγώ θα προσπαθήσω κι αν με σκοτώσουν, με σκότωσαν. Προτιμότερη η σφαίρα από το μαχαίρι».
Έπειτα από ολίγον, ήλθε και η σειρά αυτού και του αδελφού του Σωτήρη. Τους επλησίασεν ο ένας συνοδός, ενώ ο άλλος έμενεν ακουμπισμένος πιο πέρα, επάνω σ’ ένα έλατο, με το πιστόλι εις το χέρι. Όταν επλησίασαν προς τον τελευταίον, τόσον αυτός, όσον και ο άλλος, τους έβαλαν τα πιστόλια των εις τους κροτάφους και εις διαμαρτυρίαν των τους εκτύπησαν μ’ ένα αγριόξυλον εις την πλάτην, τους ύβρισαν τα θεία και τους είπαν να προχωρήσουν.
Κατεβαίνοντας προς την χαράδραν, όπου είχεν ανοιχθή ένα πρόχειρον μονοπάτι, είδον καθώς επροχώρουν τους δυο δημίους καπνίζοντας με τα μαχαίρια εις τα χέρια των. Ο ένας εξ αυτών ελέγετο Θύμιος και κατήγετο από το Κριεκούκι, ήτο δε ξανθός και κοντός, ηλικίας 28 ετών περίπου. Όταν οι δυο δήμιοι τους είδαν, εγέλασαν. Παραπλεύρως των ήσαν δύο κεφάλια ανθρώπινα, γεμάτα αίματα και πιο πέρα άλλα.
Ο αδελφός του μάρτυρος, ο οποίος προηγείτο δεμένος οπισθάγκωνα, μόλις αντίκρυσε το θέαμα των κομμένων κεφαλιών, παρέλυσε και άρχισε να τρικλίζη, ψελλίζοντας άναρθρους λέξεις. Ένας όμως εκ των συνοδών τον έσυρε προς τους δημίους. Την ιδίαν ώραν ο μάρτυς, μη γνωρίζων τι κάμνει, ηρώτησε τον δεύτερον εκ των συνοδών του, τι έκαναν και τους σκοτώνουν, εκείνος δε βλασφημών τα θεία του είπε: «Τράβα μπρος, κερατά…». Αυτοστιγμεί, ο μάρτυς, του τράβηξε μίαν αιφνιδίαν γροθιάν εις το πρόσωπον και έξαλλος το έβαλεν εις τα πόδια. Ήτο μεγάλη η κατωφέρεια, γεμάτη από έλατα και σχεδόν ερρίφθη εις το κενόν.
Φεύγων, ήκουσεν όπισθέν του ένα μούγκρισμα -την τελευταίαν φωνήν του σφαζομένου αδελφού του- και ταυτοχρόνως πιστολιές και ριπάς πολυβόλου. Κάποιος μάλιστα ηκούσθη να λέγη: «Μας έφυγεν αυτός. Ασ’ τον, ένας λιγώτερος…».
Κατά την πτώσιν του εις το βάθος της χαράδρας έσπασε το αριστερόν του χέρι, αλλ’ αυτό δεν τον ημπόδισε να διασωθή και μετά επταήμερον νυκτερινήν κατά το πλείστον πορείαν έφθασεν εις Άργος.
***
Εντός της Λαμίας και εις το γραφείον του εφονεύθη με χειροβομβίδα ο ανθυπομοίραρχος Γκίκας, επειδή ήτο εθνικόφρων.
Εντός της Λαμίας και του γραφείου του, έξωθι της Νομαρχίας και εν πλήρει μεσημβρία, εφονεύθη από δυο ΕΠΟΝίτας ο ταγματάρχης του ΕΔΕΣ Ιω. Βλαχάκης, επειδή ηρνήθη να ακολουθήση τα δυο έκφυλα μειράκια, τα οποία ηξίωσαν να εξέλθη της πόλεως και συναντήση κάποιον άπλυτον και φθειραλέον καπετάνιον.
Παρά την Λαμίαν, εις απόστασιν δυο ωρών ανατολικώς, ευρίσκεται το χωρίον Λοιμογάρδι, εις το οποίον εγίνοντο αι εκτελέσεις των εθνικιστών. Πρέπει να προστεθή, ότι ο ΕΛΑΣίτης Γεωργίου, εξετέλεσεν εις το Λοιμογάρδι δυο αδελφάς του, έναν αδελφόν του και τον πατέρα του, επειδή δήθεν συνεπάθουν τους Γερμανούς. Βραδύτερον δε, το έκτρωμα αυτό του Άδου, έκαμε διασκέδασιν πολυδάπανον μετ’ άλλων καθαρμάτων, επειδή εξηφάνισε την οικογένειάν του! Ποτέ εις την ζωήν των αγρίων λαών δεν ανέγνωσα τοιαύτην ανατριχιαστικήν πώρωσιν!
***
Την 13ην Αυγούστου του 1944 συνέλαβον τον εθνικιστήν Παπαδόπουλον εκ Ζευγαρακίου ετών 45 και πατέρα 4 ανηλίκων τέκνων, με την πρόφασιν ότι δήθεν εζήτησεν όπλον από τους Γερμανούς διά να κτυπήση τον «ηρωικόν» ΕΛΑΣ, και τον οδήγησαν εις την αυλήν της Ι. Μονής Κατερινούς σιδηροδέσμιον.
Εκεί, διά βοής, οι ΕΠΟΝίται και ΕΠΟΝίτισσαι τον κατεδίκασαν εις θάνατον, και ήρχισαν να τον λιθοβολούν. Ημιθανής ο ατυχής κατέφυγεν εις το ιερόν του ναού, ίνα ξεψυχήση εκεί· Αλλ’ ώρμησαν αι ΕΠΟΝίτισσαι και τον έσυραν έξω, ίνα συνεχίσουν τον λιθοβολισμόν. Αλλ’ ο διοικητής της Ε.Π. της περιφερείας Γαβαλούς, Αν. Βενέτης, υπάλληλος του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, τον εξετέλεσε διά του περιστρόφου του, θέσας τέρμα εις τα μαρτύριά του. Το πτώμα εσπάραζεν ακόμη και η συναγωνίστρια Ντούλα Τσιτσέλη, σπουδάστρια Παιδαγ. Ακαδημίας Πατρών, διέταξε τας ΕΠΟΝίτισσας και έστησαν πέριξ του σφαδάζοντος, χορόν, τον οποίον αυτή έσυρε πρώτη…
***
Αμυδράν ιδέαν των φρικωδών εγκλημάτων σχηματίζει ο αναγνώστης και από την κάτωθι επιστολήν δημοσιευθείσαν εις την «Δράσιν» του Αγρινίου:
Αγαπητή μου «Δράσις»
Δώσε μου και εμένα λίγο από τον πολύτιμο χώρο σου για να αφηγηθώ το τι έπαθα και είδα όταν έπεσα στα νύχια αυτών των κακούργων του ΕΛΑΣ, τα οποία αποτελούν την απάντησίν μου εις τα παράπονα των «συναγωνιστών» γιατί βαράω.
Στα καλά καθούμενα πέρυσι, μόλις αποθέρισα, κόπιασαν στο σπήτι μου οι αιώνιοι κράχτες και με την γνωστήν εκείνην άτιμον πρόφασιν, «Πάμε Γιάννη μια στιγμούλα απάνω στον καπετάνιο για μια ανακρισούλα», με απήγαγον. Με πήγαν ύστερα κάπου σε μια χαμοκέλα και με απομόνωσαν χωρίς, όχι φαΐ και ψωμί, αλλά ούτε νερό. Ακολούθως με ωδήγησαν στην Κομποτή και με έκλεισαν σε ένα μουχλιασμένο υπόγειο, κατάλληλο μόνο για γουρούνια. Εκεί, έρχεται σε λίγο ο απαίσιος κακούργος Ροβιεσπιέρος, ο οποίος μου λέγει τρίζοντας τα δόντια: «Γκόλια θα πεθάνης μανιάτικα αν δεν μας παραδώσης τα 5 όπλα και τις οκτώ χειροβομβίδες που έχεις κρυμμένα». Εις άρνησίν μου και διαμαρτυρίαν μου ότι δεν έχω τίποτα απ’ αυτά, με μούρλανε στο ξύλο.
Μετά τρεις δε ημέρας με έβγαλαν από το υπόγειο και με έστειλαν στα διάφορα στρατόπεδα Μπαμπαλιού και Γιαννοπούλου, έναν μήνα με 25 δράμια ψωμί ημερησίως και τίποτε άλλο· ύστερα με έβγαλαν καλά και σώνει, με έφτιασαν δε φούρναρη. Μια μέρα όμως για κακή μου τύχη το ψωμί κάηκε στον φούρνο· το κάψιμο εθεωρήθη υπό των «απελευθερωτών» γενόμενο επίτηδες και εχαρακτηρίσθη ως σαμποτάζ.
Με αρπάζουν τότε, με βάζουν στο φάλαγγα και με βάραγαν με την ψυχήν των οι βασανιστές Δημ. Χειμάρας ή καπετάν Λεβέντης και Βασίλ. Σγούρας. Μετά ταύτα με οδηγούν στο Κεράσοβο του Καρπενησιού, μου χαρακώνουν τα πέλματα των ποδιών μου με ξυράφι και με καυτηριάζουν με λάδι καφτό. Αφού με βασάνισαν αρκετά στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως του Καρπενησιού, μου δίνουν ένα φάιροπ στο Παληόκαστρο της Λαμίας. Σε τούτο το στρατόπεδο βλέπω τον Χάρο με τα μάτια μου.
Μπροστά στα μάτια μου και όλων των κρατουμένων φέρνουν οι τύραννοι μια κοπέλλα κρατούμενη εξ Αθηνών, αρχίζουν να την βρίζουν και να την προπηλακίζουν, Ένας δε την αποκαλεί «πουτάνα». Η κοπέλλα πολύ ηθική, κλαίει και διαμαρτύρεται λέγοντας στον υβριστήν της ότι η αδελφή του είναι πουτάνα. Αμέσως τότε, το ανθρωπόμορφο αυτό κτήνος, βγάζει το μαχαίρι του και κόβει με σαδισμό πρωτοφανή τον αριστερό μαστό της άμοιρης κοπέλλας, η οποία πέφτει χαμαί σφαδάζουσα και σε μισή ώρα ξεψυχάει.
Να γιατί βαράω και θα βαράω…
Μετά τιμής
Γιάννης Γκόλιας
***
Εις τον «Νεολόγον» Πατρών, αρχαίαν και σοβαρωτάτην εφημερίδα, εδημοσιεύθη η κάτωθι περιγραφή τον Σεπτέμβριον 1945, αλλά αφορά εκτελεσθέντας από ΕΛΑΣίτας τον Ιούνιον και τον Ιούλιον του 1944, με τον τίτλο, «Τα βάραθρα Δεχουνίου»:
Φρικιαστικαί λεπτομέρειαι μεταδίδονται εξ αξιοπίστων πηγών επί των ανακαλυφθέντων προ τίνος βαράθρων των ΕΛΑΣιτών εις την περιφέρειαν τοΟ Δεχουνίου (Ψωφίδος), χαρακτηρίζουσα επαρκώς διά εισέτι φοράν την εγκληματικήν δράσιν των «απελευθερωτών» κατά την διάρκειαν της Κατοχής.
Ούτω, συμφώνως προς τας μεταδοθείσας πληροφορίας, εξεταστική επιτροπή μεταβάσα εις Δεχούνιον, προέβη εις διαπίστωσιν των καταγγελθέντων υπό των χωρικών της περιοχής, καταρτίσασα και σχετικήν έκθεσιν, ήτις υπεβλήθη αρμοδίως. Διά της εκθέσεως ταύτης διαπιστούται η ύπαρζις τεσσάρων βαράθρων, ευρισκομένων εις διάφορα σημεία του χωρίου, εντός των οποίων υπάρχουν δεκάδες πτωμάτων εθνικοφρόνων πολιτών, εκτελεσθέντων υπό των ΕΛΑΣιτών, κατά την χρονικήν περίοδον από Ιουνίου μέχρι τέλους Ιουλίου 1944. Αλλ’ ιδού πως εκτίθενται τα γεγονότα:
Το πρώτον βάραθρον ανεκαλύφθη εις την θέσιν «Στρογγυλό χωράφι» επί του όρους Αφροδίσιον και εις ύψος 1.200 μέτρων. Μέλη της επιτροπής κατελθόντα διά σχοινιού, ευρέθησαν προ φρικιάστικού θεάματος αποσυντεθειμένων πτωμάτων, σκελετών και κρανίων, ανηκόντων προφανώς εις 9 άτομα, μεταξύ των οποίων και τα πτώματα τριών γυναικών. Εκ των τελευταίων τούτων ανεγνωρίσθη υπό παρατυχόντων κατά την ανέλκυσίν των χωρικών, η Μαρία σύζυγος Γ. Αγγελακοπούλου, της οποίας η τύχη ηγνοείτο από έτους. Ο εκ Δεχουνίου 17ετής χωρικός Θ. Γεωργακόπουλος, παρουσιασθείς εις την επιτροπήν, κατέθεσεν ότι παρέστη μάρτυς των εκτελέσεων των ανωτέρω, οι οποίοι, ως είχε τότε πληροφορηθή, προήρχοντο εκ στρατοπέδου τινός της Κορινθίας. Κατά τας αφηγήσεις του, οι εκτελεσθέντες, μετεφέρθησαν εις τον τόπον του μαρτυρίου των την νύκτα της 21ης Ιουλίου 1944 και αφού απεγυμνώθησαν, εξετελέσθησαν διά πλήγματος σιδηρού οργάνου κατά της κεφαλής των. Προτού τα πτώματα ριφθούν εις το κενόν, περιήρχοντο εις την δικαιοδοσίαν ετέρου εκτελεστού, ο οποίος απέκοπτε τας καρωτίδας,..
Δεύτερον βάραθρον ανεκαλύφθη εις την θέσιν «Απιδιά» εις ύψος 1.000 μ. περί τα 15 χιλιόμετρα βορειότερον του προηγουμένου. Εκ της ερεύνης του ήλθον εις φως περί τα 60 πτώματα εκτελεσθέντων, εξ ων 4 γυναίκες. Πολλά εκ τούτων ήσαν ενταφιασμένα ενώ άλλα διετηρούντα εις καλήν σχετικώς κατάστασιν λόγω του ψύχους το οποίον επεκράτει εντός του βαράθρου εκ των σταλακτιτών.
Ο ποιμήν Κωνστ. Τσούνης, παρουσιασθείς εις τας αρχάς, ανέφερεν ότι την νύκτα της 9ης Ιουλίου 1944, γενόμενος αντιληπτός υπό των ΕΛΑΣιτών, οίτινες έφερον μεθ’ εαυτών τους ανωτέρω εκτελεσθέντας, εξηναγκάσθη υπ’ αυτών να υποδείξη οπήν κατάλληλον διά τους εγκληματικούς σκοπούς των. Όταν τούτο εγένετο, ο ποιμήν υπεχρεώθη να παραμείνη εις τον τόπον της εκτελέσεως, καταστάς ούτω ακούσιος μάρτυς της τραγωδίας. Οι ΕΛΑΣίται αφού απεγύμνωσαν τα θύματά των, παρέδωσαν ταύτα εις τους δημίους των. Εις εξ αυτών κατέφερε θανατηφόρον κτύπημα εις τον αυχένα και έτερος απέκοπτε τας καρωτίδας των. Επί τη θέα των πρώτων εκτελέσεων, εις εκ των κρατουμένων, αποσπασθείς αιφνιδίως των χειρών του δημίου του, απεπειράθη να δραπετεύση. Οι ΕΛΑΣίται όμως κατώρθωσαν να τον συλλάβουν και τον επαναφέρουν εις τον τόπον του μαρτυρίου του. Υπήρξε τόσον λυσσαλέα η οργή του, εκ του διαβήματος του ατυχούς τούτου θύματος, ώστε ο στυγερός εγκληματίας Δ. Καπερωνης ή καπετάν Ατρόμητος, επέπεσεν εναντίον του και διά της ξιφολόγχης του εξώρυξε τον δεξιόν οφθαλμόν. (Σ. Σ. Ο Καπερώνης συλληφθείς ήδη προ εβδομάδος, ωμολόγησε τινά των εγκλημάτων του). Ο εκ Κάτω Αχαΐας ιατρός Κανελλόπουλος προ του θεάματος, παρεκάλεσε να εκτελεσθή διά τυφεκισμού, επικαλεσθείς τον οίκτον των ΕΛΑΣιτών. Έλαβε όμως την απάντησιν: «Το τομάρι σου δεν αξίζει για μια σφαίρα».
Έτερος αυτόπτης μάρτυς, ο χωρικός Θ. Μητρόπουλος, όστις μετά του ομοχωρίου του Κ. Καλύβα επεδόθη μετά την εκτέλεσιν και την αποχώρησιν των ΕΛΑΣιτών εις την ταφήν των θυμάτων των, κατέθεσεν ότι η θηριωδία των δημίων με επί κεφαλής τον

διαβόητον στρατοπεδάρχην Σιγουνίου Δ. Αργυρόπουλον, υπήρξεν άνευ προηγουμένου. Οι εκτελεσθέντες, άπαντες εθνικόφρονες, μετεφέρθησαν εκ του στρατοπέδου Σουδενών υπό αυστηράν επιτήρησιν μέχρι του τόπου της εκτελέσεως. Καθ’ οδόν υπέστησαν ανήκουστα μαρτύρια, δύο δε βραδυπορούντες εξετελέσθησαν διά μαχαιρών, ενώ άλλοι εδάρησαν ανηλεώς. Μεταξύ αυτών, τρεις υπέστησαν το μαρτύριον της αποσπάσεως των ονύχων των. Δύο άλλων απέκοψαν τα δάκτυλα αμφοτέρων των χειρών. Κατά την εκτέλεσίν των, αφηρέθησαν τα ενδύματα και γυμνοί εκρημνίζοντο εις το βάραθρον εν μέσω των γόων και των εκκλήσεων εκείνων οίτινες απέμενον, αναμένοντες την σειράν των από τας χείρας των δημίων.

Η επιτροπή, τέλος, έφερεν εις φως τρία πτώματα εντός οπής εις την θέσιν «Ροτσύκια» και έτερα τρία ανατολικώτερον αυτής. Εξ αυτών, εv ανεγνωρίσθη ότι ανήκεν εις τον εκ Συρμπανίου Καλαβρύτων Γρ. Καϊάφαν. Αναφέρεται σχετικώς ότι μεταξύ των οδηγηθέντων εις τας θέσεις αυτάς προς εκτέλεσιν, συγκατελέγετο και ο εκ Πατρών 28ετής Σταυρόπουλος, ήδη εθνοφύλαξ, όστις ολίγον προ της εκτελέσεως, κατώρθωσε να δραπετεύση.
Οι κάτοικοι των γύρω χωρίων συνέρρευσαν ήδη αθρόως εις την περιοχήν των ανακαλυφθέντων βαράθρων, προθυμοποιούμενοι εις την κατάθεσιν στοιχείων και την ταφήν των ανελκυσθέντων πτωμάτων. Μεταξύ τούτων έφθασαν και πολλοί χωρικοί, των οποίων προσφιλή μέλη των οικογενειών των συγκαταλέγονται μεταξύ των θυμάτων της κομμουνιστικής θηριωδίας.
***
(Δημοσίευμα της εφημερίδος του Αγρινίου «Καθημερινή Δράσις»)
Ο διευθυντής της υποδιευθύνσεως Χωροφυλακής Αιτωλικού, ανθυπομοίραρχος Γ. Φραγκιαδάκης, συνοδευόμενος υπό του χωροφύλακος Γ. Χιόνου, μετέβη εις την θέσιν Ανάχωμα της περιοχής Κατοχής, όπου ανεκαλύφθη πελώριος τάφος πλήρης πτωμάτων. Κατά την γενομένην υπό του χωροφύλακος και των μελών της εκεί οργανώσεως X εκταφήν των πτωμάτων, ανεγνωρίσθησαν οι Διονύσιος Γαλιατσάτος εξ Ασπρογεράκον Κεφαλληνίας και Διον. Κυπριώτης, τέως αξιωματικός α.α. εκ Χιονάτων Κεφαλληνίας.
Η αναγνώρισις των πτωμάτων εγένετο υπό του μετανοήσαντος ΕΛΑΣίτου Διον. Κουλούρη, εκ Κατοχής, τέως λαϊκού επιτρόπου. Οι εκτελεσθέντες ανέρχονται εις 25—30.
Ανατριχίλαν επροξένησεν η αφήγησις του τρόπου της εκτελέσεως του Κυπριώτη. Αφού ούτος ωδηγήθη εις τα χωράφια «δι’ ανάκρισιν», εκεί εκτυπήθη διά μαχαίρας. Κατόπιν, αφού έσχισαν την κοιλίαν του, έβγαλαν τα έντερά του και υπεχρέωσαν το ετοιμοθάνατον θύμα να κρατά εις χείρας του τα έντερά του και μετ’ ολίγον τον εξετέλεσαν.
(«Η μαύρη Βίβλος των εγκλημάτων του ΕΑΜ» – Τρύφων Παπαθανασίου)
Στις 9 Απριλίου 1944, ο ΕΛΑΣ επιτίθεται εναντίον επιβατικής αμαξοστοιχίας έξω από την Κόρινθο, η οποία και εκτροχιάζεται. Στήν αμαξοστοιχία βρίσκονται και 42 αστυφύλακες και αρχιφύλακες, που πηγαίνουν στην Πάτρα, για να συμπληρώσουν την εκεί δύναμη της Αστυνομίας Πόλεων. Μόλις γίνονται αντιληπτοί από τους ΕΛΑΣίτες συλλαμβάνονται και υποβάλλονται σε φρικτά βασανιστήρια. Οι μισοί απ’ αυτούς εκτελούνται απάνθρωπα (13 Απριλίου) στο χωριό Ζάχωλη, και οι άλλοι μισοί σφάζονται την Κυριακή του Πάσχα του 1944, στο χωριό Σουληνάρι των Καλαβρύτων. Ο μόνος που κατόρθωσε να διαφύγει και να φθάσει αιμόφυρτος στην Αθήνα, ήταν ο αστυφύλακας Μιχ. Παπαδάς, ο οποίος όμως ξαναπιάστηκε από τους κομμουνιστές στα Δεκεμβριανά και εκτελέσθηκε απάνθρωπα στην Κοκκινιά.
***
Για τον τρόπο που εκτελούσαν οι ένοπλοι του ΕΛΑΣ και για την ποιότητα των ανθρώπων που χρησιμοποιούνταν σε όλη την Ελλάδα ως εκτελεστές υπάρχει συρροή στοιχείων, τα οποία πρόκυψαν από τις απολογίες που έκαμαν οι ίδιοι, όταν αργότερα -μετά την Κατοχή- ανακρίνονταν από τις Αρχές. Πρόσωπα φανατισμένα, χαμηλής πνευματικής στάθμης και αδίστακτα, χωρίς ανθρωπισμό, εκτελούσαν τα θύματά τους με αγριότητα και -το σπουδαιότερο- χωρίς συγκεκριμένη κατηγορία. Συνέβη στον Φενεό Κορινθίας και επαναλήφθηκε αμέτρητες φορές σε ολόκληρη τη χώρα.
Για τον τρόπο εκτελέσεως έχουμε, ανάμεσα σε πολλά παρόμοια, το κείμενο της ομολογίας τριών εκτελεστών του ΕΛΑΣ, οι οποίοι έδρασαν στην περιοχή Λαμίας, όπου τον Ιούλιο του 1944, δολοφόνησαν κατόπιν εντολής, με τρόπο απάνθρωπο, τον ενωμοτάρχη της Χωροφυλακής, Ευάγγελο Αργύρη. Οι τρεις εκτελεστές ονομάζονται Μάνθος Γιαννακόπουλος, Γεώργιος Δεληγιάννης και Μ. Χόρμοβας. Η απολογία-ομολογία τους έγινε, το 1945, έναν ακριβώς χρόνο μετά τη δολοφονία του Ευαγγέλου Αργύρη, όταν συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στην Σπερχειάδα, μπροστά στον ανακριτή. Ο Γιαννακόπουλος κατέθεσε ότι:
Τήν 18ην Ιουλίου 1944 και κατά τας απογευματινάς ώρας ελάβομεν εντολήν από τον Κωνσταντίνον Τσόνην, Γραμματέα της ακτίδος Μακρακώμης, της οποίας τα γραφεία είχον εγκατασταθή εις Λουτρά Πλατυστόμου και ο οποίος μας είπε επί λέξει, εμένα, του Γεωργίου Φέκκα και Μ. Χόρμοβα, όντων εφέδρων ΕΛΑΣιτών: «Θα πάτε στο χωρίον Βίτουλη και να ρωτήσετε ποιος είναι ο Γεώργιος Δεληγιάννης, ο οποίος είναι μέλος της ακτίδος μας και στον οποίον θα δώσετε το σημείωμα αυτό (είχε γραφή το όνομα “Ευάγγελος Αργύρης – Ενωμοτάρχης”) αυτός δε θα σας πη τι θα κάμετε, διότι ξεύρει όλη την υπόθεσι».
Ημείς οι τρεις, αφού λάβαμε τοιαύτην διαταγήν ξεκινήσαμε… Φθάσαμε στο χωρίον Βίτουλη κατευθυνθέντες εις τό φρούριον της κοινότητος, όπου και εθεωρήσαμε τα φύλλα μας…
Ο Δεληγιάννης, αφού εύρηκε τον Ευ. Αργύρην, επιστρέψας εις την οικίαν του όπου είμεθα ημείς, μας είπε: «Ακούστε παιδιά, αυτός ευρέθη, σεις δε θα μεταβήτε στη γέφυρα όπου και θα κρυφθήτε περιμένοντας να περάση αυτός, τον οποίον θα συλλάβετε, εγώ δε πιο κάτω τα 30 μέτρα από τη γέφυρα θα είμαι κρυμμένος».
Εγώ και ο Χόρμοβας πήγαμε και κρυφτήκαμε εις το υπό του Δεληγιάννη υποδειχθέν μέρος, όπου μετ’ ολίγον παρετηρήσαμε να διέρχεται ένας άνθρωπος εις τον οποίον ανεγνωρίσαμεν τα χαρακτηριστικά του Ευαγγέλου Αργύρη. Αμέσως εξελθόντες της κρύπτης μας, συνελάβομεν αυτόν και τον διετάξαμεν να μας ακολουθήση. Αφού δε φθάσαμε ολίγον πέραν της γεφύρας, ο Μ. Χόρμοβας έβγαλε τεμάχιον καλωδίου σύρματος περί τους 60 πόντους και του δέσαμε τα χέρια όπισθεν και προχωρήσαμε προς το μέρος όπου είχε κρυφθή ο Δεληγιάννης.
Και αφού τον περάσαμε περί τα 5 μέτρα, εβγήκε και αυτός ακολουθώντας τελευταίος, αλλά μετ’ ολίγον προσπέρασε τον Χόρμοβα και έπετο όπισθεν του Αργύρη με ένα πτύον εις το χέρι του. Τοιουτοτρόπως βαδίζοντες και όλως αιφνιδιαστικώς, ο Δεληγιάννης Γεώργιος κατέφερεν καίριον πλήγμα εκ των όπισθεν επί της κεφαλής του Ευαγγέλου Αργύρη όστις κατέπεσεν χαμαί αναίσθητος.
Ευθύς και εις την θέσιν όπου ευρίσκετο το αναίσθητον ήδη θύμα, ο Δεληγιάννης του έλυσε τα χέρια, όπου ήσαν δεμένα όπισθεν και με το ίδιον καλώδιον αμέσως τον έδεσαν στον λαιμόν και τοιουτοτρόπως ο θάνατος επήλθεν ακαριαίως (στραγγαλισμός). Αμέσως μετά ο Δεληγιάννης αφού έσκαψε δύο-τρεις φτυαριές μόνος του μας έδωσε και μας το πτύον να ανοίξωμεν έναν μέτριον λάκκον, ακριβώς όσο εχρειάζετο να αποκρυβή το σώμα του δολοφονηθέντος…
(«1942-1945 – Τα χρόνια της κρίσης» – Κωνσταντίνος Κόκκινος)
Στο πλευρό του Βελουχιώτη μάχεται και ο Γιώργος Πασοκοντονίκας, με μοναδικό σκοπό να συλλάβη τον αδελφό του Κώστα Πασοκοντονίκα, που πολεμούσε με τον λόχο του κατά των Γερμανών. Πράγματι, ανακαλύπτει τον λόχο του Κώστα Πασοκοντονίκα στην περιοχή της κοινότητος Βουλγαρελίσυ Άρτας, επιτίθεται εναντίον του και κατορθώνει όχι μόνο να τον διαλύση, αλλά και συλλαμβάνει μόνος του με τα χέρια του, ο ίδιος, τον αδελφό του. Τον αφοπλίζει, του ξηλώνει τα γαλόνια (ήταν υπολοχαγός), του αφαιρεί ακόμη την ταυτότητα και τα στρατιωτικά ρούχα, και έτσι γυμνόν τον στέλνει στο Κρίκελλο, συνοδεία δυο ανταρτών. Νικητής και τροπαιούχος πια ο Γιώργος Πασοκοντονίκας γυρίζει κι αυτός στο Κρίκελλο για ν’ αρχίση καινούργιος καυγάς, καθώς επέμενε να πείσει τον αδελφό του να ενταχθεί στον ΕΛΑΣ.
Την νύχτα της 2 του Νοέμβρη 1943, ο Κώστας Πασοκοντονίκας έφυγε κρυφά… Μετά από μέρες, έφθασε στήν Αθήνα. Στην Αθήνα κατέλυσε στο σπίτι του θείου του, του Δημήτρη Κατσάρη, αρχιτέκτονος, στου Χαροκόπου, οδός Αριστείδου 78. Ο αδελφός του μόλις έμαθε την φυγή του απ’ το Κρίκελλο, έγινε έξω φρενών! Έθεσε σε κίνησι θεούς και δαίμονες να μάθη το κρησφύγετο… Οπότε μια μέρα ήρθε το μήνυμα, ότι ο αδελφός του έφθασε στην Αθήνα και μένει στο σπίτι του θείου του αρχιτέκτονα Δημήτρη Κατσάρη στου Χαροκόπου.
Δεν χάνει καιρό. Παίρνει την ταυτότητα του αδελφού του, βγάζει την φωτογραφία και μ’ ένα έγγραφο την στέλνει στην Αθήνα στο ΕΑΜ Καλλιθέας, γράφοντας: «Ο εικονιζόμενος σ’ αυτή την φωτογραφία ονομάζεται Κων/νος Πασοκοντονίκας, διαμένει εις την συνοικία Χαροκόπου, οδός Αριστείδου 78, είναι μόνιμος ανθυπολοχαγός του Ελληνικού Στρατού και ακραιφνής φασίστας, ανήκων εις την οργάνωσι του ΕΔΕΣ. Διατέλεσε διοικητής λόχου εις την περιφέρειαν Άρτας, ο δε λόχος του διελύθη κατά την επίθεσι του ΕΛΑΣ εναντίον του ΕΔΕΣ. Να συλληφθή και να μεταφερθή συνοδεία στο Κρίκελλο Καρπενησιού. 15.12.1943. (Εκ του Αρχηγείου του ΕΛΑΣ) (Τ.Σ.)».
Η ΟΠΛΑ Καλλιθέας στην οποία και έφθασε το παραπάνω έγγραφο, ανέθεσε την όλη υπόθεσι στην κατάσκοπο Άννα Σταυρίδου, φανατική κομμουνίστρια και όργανο του ΕΑΜ Καλλιθέας. Η Σταυρίδου, δεν άργησε ν’ ανακαλύψη το θύμα της, βάσει των στοιχείων που είχε και το βράδυ της 23ης Δεκεμβρίου 1943, παραμονές Χριστουγέννων, κατορθώνει να παρασύρη τον Κώστα Πασοκοντονίκα, τον αγνόν αυτόν πατριώτη, μέχρι τις όχθες του Ιλισσού, προσφέροντάς του δήθεν τον έρωτά της. Εκεί, λοιπόν, στις χωματένιες όχθες του Ιλισσού, την ώρα που, η Άννα Σταυρίδου, έδινε στον Κώστα Πασοκοντονίκα το φιλί του Ιούδα, ένας αλήτης της ΟΠΛΑ, πίσω του, έμπηχνε το μαχαίρι στην πλάτη του άτυχου νέου. Την άλλη μέρα το πρωί, βρήκαν το πτώμα του άτυχου νέου πάνω στο ανάχωμα του Ιλισσού.
Στις 2 Ιουνίου 1948, ο Γεώργιος Πασοκοντονίκας συνελήφθη. Είχε αποφύγει ν’ αναμιχθή φανερά στο δεύτερο αντάρτικο. Κι έτσι, σαν υποψήφιος παπάς, διότι εν τω μεταξύ είχε φοιτήσει στην Ιερατική Σχολή Λαμίας, ανέλαβε κατ’ εντολήν των ανταρτών, ως δάσκαλος Κρικέλλου. Ερευνώντας ο στρατός την οροφή του σχολείου για τυχόν κρυμμένα όπλα, βρήκε ορισμένα χαρτιά κρυμμένα, μεταξύ των οποίων και έναν κατάλογο των αγοριών του σχολείου. Εις ερώτησιν του λοχαγού, τι σημαίνει ο κατάλογος αυτός, ο Πασοκοντονίκας απέφυγε ν’ απαντήση, ούτε προσεπάθησε να δικαιολογηθή. Κατόπιν τούτου, έσπευσαν να ερευνήσουν και το σπίτι του ως ύποπτο. Εκεί ανευρέθη ημερολόγιο της Κατοχής, γραμμένο απ’ τα ίδια του τα χέρια και στο οποίο ανεγράφοντο λεπτομερώς τα κατά την Κατοχήν διαπραχθέντα υπό του Βελουχιώτη και της ομάδος του εγκλήματα. Κυρίως όμως κατηγορήθη, ότι με τον ύποπτο κατάλογο των αρρένων μαθητών του σχολείου, προητοίμαζε το παιδομάζωμα, ένα απ’ τα μεγαλύτερα και σατανικώτερα εγκλήματα του αιώνος μας. Ο Γεώργιος Πασοκοντονίκας, κρατούμενος εις τας φύλακας της Λαμίας καταδικάζεται σε θάνατο την 10ην Ιουνίου 1948 και την 22 Ιουνίου στήθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα.
***
Ο ατυχής Δημ. Κατσαντώνης, ένας αθώος χωρικός, ξένος και ανίδεος για όσα συνέβαιναν γύρω του, χωρίς ν’ αναμιχθή ούτε με αριστερούς, ούτε με δεξιούς, ήλθε απ’ το χωριό του μαζί με άλλους κατοίκους να παραλάβη τρόφιμα απ’ το Κρίκελλο. Το Κρίκελλο είχε ορισθή μεταπολεμικώς, κέντρο διανομής τροφίμων της «ΟΥΝΡΑ» δι’ ολόκληρο την νότιο Ευρυτανία και την ορεινή Ναυπακτία. Έτσι, ο άτυχος Κατσαντώνης βρέθηκε στο Κρίκελλο για να παραλάβη τα τρόφιμα και είχε ακόμα μεγαλύτερα ατυχία να πέση επάνω στον καπετάν Κορώζη.
— «Πώς λέγεσαι και από πού έρχεσαι;», τον ρωτάει ο Κορώζης.
— «Ονομάζομαι Μήτσος Κατσαντώνης κι ερχόμαστε απ’ την Αβόρανη Ναυπακτίας για να πάρουμε τα τρόφιμα».
— «Εδώ που ερχόσουνα, είδες χωροφύλακες στον δρόμο;», ερωτά πονηρά ο καπετάν Κορώζης.
Ο άτυχος Κατσαντώνης, αντικρύζοντας το αγριεμένο βλέμμα του αιμοβόρου Κορώζη και σαστισμένος απ’ την απροσδόκητη ερώτησι, φοβήθηκε να πη την αλήθεια: «Όχι», είπε, «δεν είδα πουθενά χωροφύλακες».
Τότε, αμέσως ο Κορώζης φώναξε μια γυναίκα από την παρέα του Κατσαντώνη και έκανε την ίδια ερώτησι. Η γυναίκα, μη γνωρίζουσα την συνέχεια και περισσότερο ειλικρινής, είπε: «Είδαμε πολλούς χωροφύλακες και στρατό στη ράχη “Καράβι”».
Η ειλικρινής απάντησις της γυναίκας απετέλεσε καταδικαστική απόφασι για τον χωριανό της και δυστυχισμένο Κατσαντώνη… Έτσι ο καπετάν Κορώζης, ο ακόρεστος αυτός τύπος, άνευ άλλης διατυπώσεως, το ίδιο εκείνο βράδυ, 25 Ιανουαρίου 1947, αφού τον έσυρε τον άτυχο Κατσαντώνη με δεμένα τα χέρια πίσω, τον εξετέλεσε μπροστά στην εκκλησία του Άη Νικόλα. Δυο μαχαιριές στην πλάτη την ώρα που ο άμοιρος Κατσαντώνης φώναζε: «Είμαι αθώος… Είμαι αθώος… Δεν έκανα τίποτε… Λυπήσου τα παιδάκια μου… Έχω πέντε παιδιά… Θα μείνουν ορφανά!».
Το άλλο πρωί, οι κάτοικοι Κρικέλλου βρήκαν το πτώμα του Κατσαντώνη μπροστά στον Άη Νικόλα, ριγμένο ανάσκελα, και μια χάρτινη ταμπέλλα, κρεμασμένη στο στήθος, έγραφε: «Έτσι τιμωρούνται οι προδότες!».
***
Απεφασίσθη σε κοινή σύσκεψι των καπεταναίων Μπελή και Ερμή, να επιστρατεύσουν, ή μάλλον να απαγάγουν διά της βίας από μέσα απ’ το Κρίκελλο, 25 κορίτσια. Επειδή όμως δεν θα ήταν εύκολο η σύλληψίς των, προεκρίθη η αρπαγή να γίνη από μέσα από την εκκλησία, την ώρα της Θείας Λειτουργίας. Και σαν τέτοια ημέρα ωρίσθη η 25η Μαρτίου 1948. Έλειπε όμως ο εκτελεστής του σχεδίου και έπρεπε να ευρεθή ένας για να εκτελέση το ατιμωτικό σχέδιο. Ως τοιούτος, λοιπόν, εκλήθη ο Νίκος Μπαλκούρας, ο πιο φανατικός κομμουνιστής για κείνη την εποχή. Ο Μπαλκούρας, ανέλαβε πρόθυμα να εξυπηρετήση τα άνομα και ξενόδουλα σχέδια των κομμουνιστών εις βάρος της τιμής και αξιοπρέπειας του χωριού του. Συνέταξε λοιπόν έναν κατάλογο της αρεσκείας του, με 25 ονόματα και πρασεπάθησε να συμπεριλάβη εις αυτόν κορίτσια 17—19 ετών.
Στις 25 Μαρτίου 1948, ώρα 9 το πρωί, ο Νίκος Μπαλκούρας, συνοδευόμενος από 5-6 αντάρτες, έφερε μια βόλτα τον Άγιο Νικόλαο και στάθηκε στη βορεινή πόρτα της εκκλησίας. Εκεί άφησε δυο σκοπούς κι αυτός πήγε στη δυτική πόρτα. Οι εκκλησιαζόμενοι επληροφορούντο ότι απαγορεύεται να φύγουν απ’ την άλλη πόρτα, αλλά μόνο απ’ αυτήν που διέταξε ο Μπαλκούρας. Έτσι, σε λίγο άρχισαν να βγαίνουν οι χριστιανοί και ο Μπαλκούρας απ’ τα είκοσι πέντε κορίτσια πού είχε γραμμένα στον κατάλογο, συνέλαβε στην είσοδο μονάχα τα εννέα. Τα άλλα απουσίαζαν. Γι’ αυτό, ο Μπαλκούρας για να μη χάση καιρό, έστειλε αμέσως τους αντάρτες του σε δυο ομάδες να συλλάβουν τα υπόλοιπα. Αλλά, απ’ την στιγμή που διαδόθηκε στο χωριό η είδησις, τα κορίτσια έσπευσαν να εξαφανισθούν από τα σπίτια τους, οπότε άρχισε άγριο κυνηγητό!
Προκειμένου νά συλληφθούν τα υπόλοιπα κορίτσια, ο Μπαλκούρας διέταξε να γίνουν δυο ομάδες ανταρτών εκ των οποίων η μία με «ξεναγό» τον Νικόλαο Σαρρή θα κατηυθύνετο προς τα «Κρετσέικα», και η άλλη με «ξεναγό» τον Επαμεινώνδα Μαστραπά προς την συνοικία «Λουκάς». Επί ολόκληρο εικοσιτετράωρο το χωριό εσπαράσσετο από τις κραυγές των συλλαμβανομένων κοριτσιών και τις κατάρες των μανάδων. Φυσικά, τα περισσότερα κορίτσια, ηρνούντο ν’ ακολουθήσουν τους δημίους των. Συρόμενα διά της βίας, προς τον τόπο συγκεντρώσεως, το δράμα μεγάλωνε με την επέμβασι των μανάδων. Ιδίως στο σπίτι της χήρας Μαρίας Βότζολου, όπου η πρώτη ομάς άρπαξε και τα δυο ορφανά κορίτσια της, τόσον η χήρα μητέρα, όσο και τα δυο ορφανά, αφού στην αρχή εξήντλησαν τις παρακλήσεις και τις ικεσίες, κλαίουσαι και οδυρόμεναι, ύστερα αγρίεψαν κι αυτές, δηλώνοντας τελεία άρνησι. Τότε οι αντάρτες χρησιμοποίησαν βία και έσυραν κυριολεκτικά τα δυο κορίτσια μέχρι του σχολείου…
(«Ο Άρης Βελουχιώτης και το ματωμένο Κρίκελλο» – Ασημάκης Γκιούσας)
Στην περιφέρεια Καλαβρύτων μείναμε ως τα τέλη Ιανουαρίου 1948. Στο διάστημα αυτό έγινε ανασυγκρότηση των τμημάτων, που είχαμε εκεί συναντήσει. Ο Μπασακίδης ετοποθετήθη διοικητής του 5ου Συγκροτήματος (Αχαΐας—Ηλείας). Επιτελάρχης του Αρχηγείου ωρίσθη ο Κανελλόπουλος. Καθιερώθη ο θεσμός του Πολιτικού Επιτρόπου. Ως τότε, τα τμήματα είχαν καπεταναίους (για την πολιτική δουλειά), τώρα ωνομάσθησαν Π.Ε. Απεφασίσθη να χτυπηθεί ο κάμπος της Γκούρας, που τα χωριά του είχαν πάρει όπλα. Τα χωριά Σιβίστα, Καλύβια κ.λπ., πριν δεν είχαν όπλα και μπορούσαν τότε τα τμήματα να μπαίνουν μέσα για τρόφιμα ή να χρησιμοποιούν τον χώρο τους στις κινήσεις των, ακίνδυνα. Πριν, όμως, από κανά δυο μήνες, ο πληθυσμός είχε οπλισθεί και έτσι εμπόδιζε τα τμήματα. Τα χωριά είχαν πάρει τα όπλα, για να αποφεύγουν τις συχνές και ελεύθερες εισόδους των ανταρτών και το βάρος της διατροφής και των άλλων ενοχλήσεων. Η ηγεσία των ανταρτών (Γκιουζέλης—Ρογγάκος) διεπίστωσαν, ότι το να πάρουν όπλα τα χωριά και να τα στρέψουν κατά των ανταρτών, σήμαινε ότι «εκβιάστηκαν» υπό των κρατικών αρχών. Γι’ αυτό θα έπρεπε να σπάσουμε αυτή την «ηττοπάθεια» του πληθυσμού, ώστε να τον «κρατάμε κοντά» μας. Και για να σπάσει η «ηττοπάθεια» του πληθυσμού, πρέπει να εμπνεύσουμε και εμείς τον φόβο, ώστε να μην φοβάται μόνο τις κρατικές αρχές, αλλά να φοβάται και εμάς. Και για να μας φοβάται και εμάς, έπρεπε να του εμπνεύσουμε μεγαλύτερο φόβο και τρόμο. Έτσι, θα «διατηρούσαμε» τον λαό με το μέρος μας.
Οργανώθηκε λοιπόν η επιχείρηση, για να σπάσει η «ηττοπάθεια» του πληθυσμού, που πριν εδέχετο τα τμήματα, τους έδινε τρόφιμα κ.λπ. Η επιχείρηση έγινε στα τέλη Ιανουαρίου, με όλα τα τμήματα και τον λόχο του Πέρδικα, που τότε είχε έρθει από την Κορινθία, όπου είχε κάνει διείσδυση για εθελοντάς και άνοιγμα χοίρου. Οι ένοπλοι των χωριών πήραν χαμπάρι και το ‘σκασαν. Κλείστηκαν στην Γκούρα, όπου έμεναν εθνικά τμήματα. Στο χωριό Σιβίστα βάλαμε φωτιά από άκρη σ’ άκρη. Κάηκαν περισσότερα από είκοσι σπίτια και όλα έγιναν άνω κάτω. Ό,τι μπόρεσαν πήραν τα τμήματα ή το κατέστρεψαν.
Την πυρπόληση του χωριού δεν μπορούσα να την καταλάβω. Ρώτησα τον Ρογγάκο, γιατί κάψαμε το χωριό, και αν αυτό συμβιβάζεται με τις αρχές του «αγώνα μας» και «υπερασπίζει τη ζωή και την περιουσία του λαού». Μου «αποκάλυψε» και μου ανάπτυξε τα «μυστικά» της «μαζικής ψυχολογίας». Μου είπε, δηλαδή, «ότι ο λαός μάς αγαπάει και μας υποστηρίζει. Όμως, το “φασιστικό κράτος” δεν τον αφήνει να εκδηλώσει τα αισθήματά του, και με την απειλή και τη βία, του σπάζει αυτή τη συμπάθεια, που έχει προς εμάς. Εμείς, όμως, για να τον κρατήσουμε κοντά μας, πρέπει να δείξουμε στον λαό, ότι είμαστε πιο δυνατοί και πιο επικίνδυνοι από το κράτος. Όταν ο λαός δει, ότι από μας κινδυνεύει περισσότερο, τότε δεν θα τον επηρεάζει η “βία” του κράτους, και έτσι θα διατηρεί και θα εκδηλώνει την συμπάθειά του και τα φιλικά του αισθήματα σε μας. Έτσι σπάζει η “ηττοπάθεια”. Τί διάολο», μου λέει, «εσύ πρέπει να ξέρεις από Μαρξισμό, αλλά», πρόσθεσε, «εσύ είσαι θεωρητικός, δεν ξέρεις ακόμη από εφαρμογή του Μαρξισμού στην πράξη. Θα μάθεις… Θα μάθεις…».
Από Μαρξισμό στην πράξη, ωμολόγησα όι δεν ήξερα, αλλά ισχυρίστηκα, ότι αυτές οι πράξεις, που βλέπω, είναι αντιλαϊκές και αντί να καταχτήσουμε τον λαό, θα μας κυνηγήσει. «Θα δεις», μου λέει, «ότι τα άλλα χωριά δεν θα πάρουν όπλα. Μπορεί να χάσαμε ένα χωριό, αλλά θα κερδίσουμε τ’ άλλα. Αυτά λέει ο Μαρξισμός. Θα μάθεις…».
Και πραγματικά, όταν σε λίγες μέρες βαδίζαμε προς το Μαίναλο, σε όσα χωριά περνάγαμε, «έτρεχε πρόθυμος» ο κόσμος να μας δώσει ό,τι θέλαμε. Μας έδινε, γιατί οι φωτιές της Σιβίστας, του «είχανε σπάσει με την τρομοκρατία, την ηττοπάθεια». Έτσι «κατακτήσαμε τον λαό…».
***
Από τις πρώτες μου δουλειές, ως διαφωτιστού στον Ταΰγετο, ήταν να οργανώσω, να δημιουργήσω και να εξασφαλίσω την έκδοση και κυκλοφορία έντυπου υλικού. Από τα μέσα Φεβρουάριου 1948, άρχισα να εκδίδω δελτίο ειδήσεων πολυγραφημένο, δυο και τρεις φορές την εβδομάδα και στα τέλη του ιδίου μηνός την εφημερίδα «Ταΰγετος», δεκαπενθήμερη. Κεντρική μου κατεύθυνση στάθηκε να εξασφαλίσω την κυκλοφορία του υλικού σε περιοχές που δεν ελέγχαμε. Ήθελα ν’ ακούγεται και η δική μας φωνή και να μην «αφήνω τον κόσμο να παραπλανείται από τα φασιστικά ψευδή». Το έντυπο υλικό έφτανε σ’ αυτές τις περιοχές με τις ομάδες «ελεύθερων σκοπευτών», τους καπαπίτες και με τα τμήματα, όσα πήγαιναν για κάθε είδους επιχειρήσεις. Το περιεχόμενο του έντυπου υλικού (προκηρύξεις, συνθήματα, τρικ, «Ταΰγετος» κ.λπ.) περιείχε τις γνωστές θέσεις μας (υπεράσπιση λαϊκών και εθνικών συμφερόντων, προστασία ζωής και περιουσίας, κ.λπ.) και καλούσε τον πληθυσμό να παίρνει θέση και να ενισχύει τον αγώνα μας. Πάντοτε το υλικό έφτανε στον προορισμό του και πάντοτε συνοδευόνταν με δράση των τμημάτων, που τα έριχναν. Οι ελεύθεροι σκοπευτές, όταν μπαίνανε στην Καλαμάτα και σκοτώνανε στην ταβέρνα του Τσαούση 4—5 πολίτες, αρχές Μαρτίου 1848, νομίζω, έριχναν και προκηρύξεις, που καλούσαν τον λαό να βγει στο βουνό για να «εξασφαλίσει» την ζωή του. Δεν γνωρίζω αν οι «αριστεροί» Καλαματιανοί διαβάζανε τις προκηρύξεις, φαντάζομαι όμως πως αν δεν τις διάβαζαν, θα συνέχιζαν να ήτανε «αριστεροί» και ίσως ν’ ανέβαινε και κανένας στο βουνό. Έχω τη γνώμη πως οι Καλαματιανοί, όταν θα ‘κουγαν τις μπιστολιές μέσα στην πόλη, θα σταυροκοπούντο πότε να τελειώσουν και θά ηύχοντο να μην της ξανακούσουν. Κι εμείς τους περιμέναμε ν’ ανέβουν στο βουνό.
Καταστρέφαμε τα υδραγωγεία των πόλεων. Η δικαιολογία ήταν πως «κάναμε πόλεμο». «Όσες πληγές ανοίγαμε στο…κράτος, τόσο το αδυνατίζαμε». Έτσι δικαιολογούσε η διαταγή την καταστροφή των υδραγωγείων. Τη νύχτα ρίχναμε χιλιάδες προκηρύξεις, τρικ, και εκκλήσεις στους εργάτες της Καλαμάτας και τους καλούσαμε να βγουν στο βουνό. Σκέπτομαι τούς προλετάριους της Καλαμάτας και την φτωχολογιά της όταν, με στεγνωμένο το λαρύγγι από τη δίαιτα, τσακισμένοι από τη δουλειά, γυρίζανε στο σπίτι τους και δεν θα ‘χαν να βάλουν μια γουλιά νεράκι στο φλογισμένο στόμα τους. Ή, τι θα ‘λεγε η μάνα, όταν τα παιδάκια της τής ζητούσαν, όχι ψωμί, αλλά νερό! Πόσο θα «γιγάντωνε» η πίστη αυτών των ανθρώπων στον «δίκαιο και λαϊκό» αγώνα μας! Κι εμείς κάναμε πόλεμο κατά της «ολιγαρχικής πλουτοκρατίας» και στερούσαμε την φτωχολογιά από το νεράκι. Μα ποιος τους είπε να κάθονται με τους «φασίστες»;
Θυμάμαι, κατά τον Νοέμβριο 1948, είχα βγάλει χιλιάδες τρικ και προκηρύξεις, ειδικώς για τις περιοχές, που δεν ελέγχαμε. Η ομάδα «ελευθέρων σκοπευτών» Σπάρτης, γιόμισε τον κάμπο της Λακωνίας, μέχρι και τα πρώτα σπίτια της Σπάρτης. Τον ίδιο χρόνο, η ίδια ομάδα, χτυπούσε με αυτόματα τα αυτοκίνητα συγκοινωνίας Σπάρτης—Μυστρά. Μια κοπελλίτσα 15 χρονών και κάποιος γέρος σκοτώθηκαν, και 5—6 άλλοι επιβάτες τραυματίστηκαν. Και οι προκηρύξεις λέγανε: «Ο ΔΣΕ είναι ο ελευθερωτής του λαού, βοηθάτε τους αντάρτες».
Τον Φεβρουάριο του 1948, τα τμήματα του Ταΰγετου μπήκαν στο χωρίο Σέλιτσα, που απέχει δυο ώρες από την Καλαμάτα και διακρίνεται καλά από την πόλη. Οι Σελιτσάνοι το ‘σκασαν από το χωριό τους, μόλις είδαν τους αντάρτες. Φύγανε όπως βρίσκονταν. Οι αντάρτες δεν βρήκαν κατοίκους. Βάλανε φωτιά σε 15—20 σπίτια. Οι Καλαματιανοί είχαν όλη την άνεση να καμαρώσουν το «ανοικοδομητικό» μας έργο… Οι Σελιτσάνοι, κρυμμένοι στα ρουμάνια, παρακολουθούσανε με αγωνία τις φωτιές. Τα τμήματα, φεύγονιας, είχαν κολλήσει και διαφωτιστικό υλικό στα μαυρισμένα ντουβάρια του χωριού… Περιμέναμε να κάνουμε το χωριό «δικό» μας, ή τουλάχιστον να μην οπλισθούν οι Σελιτσάνοι… Δεν ξέρω, αν μετά από αυτό οι Σελιτσάνοι δεν πήραν, όχι όπλα, αλλά κανόνια. Για μας, ήτανε «αντιδραστικό» χωριό. Τον Σεπτέμβριο 1948 κάψαμε όλο σχεδόν το χωριό Γαϊτσές. Ό,τι βρέθηκε στο χωριό εξοντώθηκε. Κάποια γρηά και δυο-τρεις γέροι. Κι αυτό ήτανε…«αντιδραστικό» χωριό.
***
Στα τέλη Φεβρουάριου ή αρχές Μαρτίου 1948, τα τμήματα του Ταΰγετου χτύπησαν έναν λόχο Εθνοφρουράς στο χωριό Βορδώνια Λακωνίας. Είναι γεγονός, ότι οι εθνοφρουρίτες δεν πολέμησαν και τόσο. Οι παληοί αντάρτες, λίγο πολύ, εφάρμοσαν τις δικές τους αντιλήψεις κατά τη μάχη. Σκότωσαν και εθvoφρουρούς, που παραδόθηκαν. Χάρισαν όμως και σε πολλούς την ζωή. Στο χωριό Αρτεμισία Αλαγωνίας, έφεραν 25—30 αιχμαλώτους. Έπρεπε τα χωριά της Αλαγωνίας να δουν τη νίκη μας. Από τους αιχμαλώτους, οι περισσότεροι ήταν παληοί ΕΛΑΣίτες, ΕΑΜίτες, κομματικοί. Ξεδιαλέχτηκαν 5—6 εθνοφρουρίτες και τη νύχτα εξαφανίστηκαν. Εκτελέστηκαν έξω από το χωριό. Καμμιά 10—12 την άλλη μέρα «δήλωσαν εθελοντική» κατάταξη. Οι υπόλοιποι δεν ήθελαν να καθήσουν, παρ’ όλον ότι είχαν «μυρισθεί την τύχη» των άλλων. Τους επέτρεψε το Αρχηγείο να φύγουν. Όσοι «προσεχώρησαν», υπέγραψαν και μια προκήρυξη προς τους εθνοφρουρούς, που τους καλούσαν να τούς ακολουθήσουν». Όσοι αφέθησαν ελεύθεροι, η διοίκηση είχε την γνώμη, ότι θα ήταν ζωντανό παράδειγμα, να «πείσουν» και τους άλλους εθνοφρουρούς, ότι εμείς «δεν» τούς χαλάμε.
Η εκτέλεση των εθνοφρουρών κρατήθηκε «μυστική». Οι χωριάτες, όμως, βρήκαν την άλλη μέρα σε κάποια χαράδρα τα πτώματα των εκτελεσθέντων. Τέτοια θεάματα, συνήθως, ο λαός δεν τα κρατάει μυστικά. Η Διοίκηση, όμως, με τη «λύση», που έδωκε, νόμιζε ότι ούτε οι εθνοφρουροί θα μάθαιναν την «περιποίηση», ούτε ο πληθυσμός. Όταν έμαθα αυτό το περιστατικό, είπα στον Χρ. Κώνστα, επίτροπο τότε του Ταΰγετου, ότι δεν έπρεπε να σκοτωθούν οι εθνοφρουροί. Μου είπε ότι επρόκειτο περί «εγκληματιών».
– «Τότε», του τόνισα ότι, «θα ‘πρεπε να περάσουν από ανταρτοδικεΐο, για να πεισθεί και ο πληθυσμός ότι, πράγματι, ήσαν τέτοιοι».
– «Γράψε λάθος», μου είπε.
(«Να γιατί σας πολεμώ» – Γιάννης Καραμούζης)
Κάθε μέρα βασανίζονταν οπωσδήποτε δύο κρατούμενοι. Δεν έχουν φαίνεται ύπνο τη νύχτα οι συναγωνιστές και θέλουν να περάσουν την ώρα τους. Ξέρουμε λοιπόν πότε θα έλθη η σειρά μας. Κάθε δέκα πέντε μέρες πρέπει να προδιαθέσουμε τον εαυτό μας για το δωμάτιο των βασανιστηρίων.
Σήμερα έχει σειρά μια κοπέλλα από την Πάτρα, η Ξανθή Πολιτικού. Τις γυναίκες δεν τις είχανε δεμένες.
«Έλα, γόησσα», της φωνάζει ο Τζαβέλλας, «έβγα να σε πάω περίπατο!».
Της έχουν φορέσει μια στρατιωτική κυλόττα και την βγάζουν στην αυλή. Τί νομίζετε ότι της έκαναν; Κάλεσαν και τον αρχηγό τους τον Βελουχιώτη να παρακολουθήση το θέαμα για να ψυχαγωγηθή!
Είχαν βρη μερικά μικρά ποντικάκια, και τα ρίξαν μέσα στην κυλόττα της! Φαντασθήτε τώρα τον τρόμο αυτής της κοπέλλας και τις φωνές της! Είχαν κάνει κύκλο γύρω της και την πετούσαν ο ένας στον άλλον και έτσι διασκέδαζαν οι υπάνθρωποι. Εν τω μεταξύ, η φωνή του Άρη τους σκέπαζε όλους. Γελούσε μ’ ένα γέλιο σαρδώνιο.
Μετά από την πρόχειρη αυτή ψυχαγωγία, την παίρνουν στο δωμάτιο των βασανιστηρίων και η άμοιρη κοπέλλα, υστέρα από λίγο βγαίνει, χωρίς κανένα νύχι στα δάκτυλά της. Της τα είχαν βγάλει όλα! Λιπόθυμη μεταφέρεται στο κελλί της κι έτσι έκλεισε κι αυτή τη σειρά της, γι’ αυτό το δεκαπενθήμερο…
***
Αφού μας εβασάνισαν επί ώρες οι μαυροσκούφηδές του, τότε ο Βελουχιώτης, θέλοντας να ψυχαγωγηθή, λέγει στον Αστρίτη, που ήταν και παληός συμμαθητής του: «Έλα, Αστρίτη… Θέλω και λίγη διασκέδαση, θέλω να μου χορέψης ένα ρεμπέτικο!».
Φαντασθήτε τώρα ένα ανθρώπινο ράκος, που δεν μπορεί να σταθή στα πόδια του, να το υποχρεώνη να χορέψη.
«Έλα, βρε Θανάση», του έλεγε ο καημένος ο Ζαφειρόπουλος, «δεν ντρέπεσαι, δεν σκέπτεσαι ότι είμαστε κάποτε φίλοι και καθόμασταν στο ίδιο θρανίο; Δεν έχεις μέσα σου στάλα ανθρωπισμό; Γιατί με βασανίζεις έτσι; Μπορώ εγώ, έτσι που με κατάντησες, να σου χορέψω ζεϊμπέκικο;».
Εξαγριώθηκε το κτήνος, ο μέλλων αρχηγός του ελληνικού κράτους! Σηκώνεται, παίρνει ένα σφυρί και του λέει: «Τώρα θα δης Αστρίτη, πως φέρνεται ο Άρης, έστω και στους φίλους του, όταν του γίνονται εμπόδιο στο έργο του»… Πλησιάζει τον Αστρίτη και αρχίζει να του σπάζη τα δόντια ένα-ένα!
«Χορεύεις τώρα, ή όχι;», του φωνάζει άγρια. «Σε λίγο θα σου βγάλω και τη γλώσσα με την τανάλια, για να μάθης να μιλάς!».
Έτσι, ο άμοιρος Ζαφειρόπουλος, ή Αστρίτης, σέρνοντας το πληγωμένο του κορμί και γεμάτος αίματα στο πρόσωπο, άρχισε…να χορεύη ζεϊμπέκικο!
***
Έχουν περάσει τέσσερες ώρες. Κοντεύει να ξημερώση. Προσπαθούν να μου αποσπάσουν διάφορες ομολογίες…
Τέλος, έρχεται και ο Βελουχιώτης και μου λέει: «Βρε Μουτούση, συ έχεις σπουδάσει σε σχολή των Άγγλων για ν’ αντέχης. Εγώ όμως έχω σπουδάσει στη Μόσχα και θα δης, ότι στο τέλος θα νικήσω και θα σου λύσω τη γλώσσα! Φσυσέκη», φωνάζει έναν μαυροσκούφη, «για φέρε μου το αμόνι! Είναι έτοιμο;».
Αμόνι, ήταν ένα σίδερο που το μεταχειρίζονται ο! τσαγκάρηδες. Αυτό λοιπόν, το σίδερο, αφού το ‘βαλαν στη φωτιά και κοκκίνησε, το παίρνει ο Άρης στα χέρια και δείχνοντάς το, μου λέει: «Το βλέπεις, Μουτούση; Αυτό λύνει και γλώσσα μουγκού! Λοιπόν, τί λες; Θα μου πης όλους τους συνενόχους σου;».
Εγώ δεν είχα τη δύναμη ούτε να μιλήσω. Η θέα του κοφτερού και κόκκινου σίδερου με παρέλυσε.
«Εμπρός άτιμε, ετοιμάσου να σε σφραγίσω». Ο αιμοσταγής αρχηγός, αυτόν που έστειλε το κόμμα στην Πελοπόννησο, με αρπάζει από τα μαλλιά, με γυρίζει προς τα κάτω και μου κολλάει το καυτό σίδερο στην αριστερή μου πλάτη!
«Να δης πως την λύνω εγώ τη γλώσσα σου και αν τελικώς δεν την λύσω θα σου την κόψω πούστη!».
Το καταραμένο μαύρο δωμάτιο, εγέμισε από κνίσσα της καμμένης σάρκας μου.
Δεν άντεξα· έπεσα λιπόθυμος. Δυστυχώς για μένα, διότι ο λυσσασμένος αρχηγός ενόμισε φαίνεται ότι το έκαμα επίτηδες και μου κολλάει για δεύτερη φορά το καυτό σίδερο στη δεξιά μου μασχάλη, και ως φαίνεται αφού πρώτα διεπίστωσε ότι ήμουνα πράγματι λιπόθυμος, τότε με άφησε, και αναίσθητο με μετέφεραν στο κελλί μου.
Δεν είναι μύθος! Δεν είναι φαντασία… Δεν είναι λόγια κενά: Το «μετάλλιο» αυτό του Άρη Βελουχιώτη, και πολλά άλλα, είναι στη διάθεσι όποιου τυχόν άπιστου Θωμά θελήσει να δη και να πιστέψη!
(«Και διηγώντας τα να κλαις» – Νικόλαος Μουτούσης)
27 Μαρτίου 1944. Μέσ’ από το πυκνό σύδενδρο προβάλλει καινούργια εσοδεία μελλοθανάτων. Τους φέρνει ο Τζαβέλλας. Κι είναι γιομάτος χαρά γιατί κατόρθωσε ν’ αρπάξη από το φιλήσυχο χωριουδάκι Ταγγαράδες, έξη οικογενειάρχας. Κινητοποίησε μάλιστα ολόκληρη βαρειά οπλισμένη διμοιρία που τον ενίσχυσε ο εφεδρικός ΕΛΑΣ μ’ άλλους σαράντα άνδρες. Ο Γεροδήμος ολόχαρος… Καυχάται πως αυτός μαζί με άλλους πιστούς του χωριού, έφεραν την…«αντίδραση»: Τον πρόεδρο του χωριού Γιώργο Λιαρνακόπσυλο, τον Αντώνη Δαλγτζόγλου πατέρα 5 παιδιών, τον Γιάννη Κιουράνη πατέρα τριών παιδιών, τον Αλέκο Κοντοπίδη και τον γιατρό Γιώργο Xατζηχρήστου… Τους πηγαίνουν στη διοίκηση του τάγματος. Με κλωτσιές και χαστούκια τους συνοδεύει ο Γεροδήμος. Διατάζει ν’ αρχίσουν αμέσως οι ανακρίσεις, κάμνοντας εξαίρεση στη συνηθισμένη τακτική του. Τους άλλους κρατουμένους, ως τώρα τους κρατούσε λίγες μέρες υποδίκους. Μ’ αυτούς όμως βιάζεται να τελείωση όσο μπορεί πιο γρήγορα.
Τους πάνε στη χαράδρα, 100 μέτρα μακρυά από τη διοίκηση. Τους ξεγυμνώνουν. Κι ο Γεροδήμος όλο και παρακινεί, όλο κι ερεθίζει τους εκτελεστάς… Τα συρματόσχοινα και τα κοντάκια στήνουν χορό στην πλάτη των δύστυχων χωρικών. Κείνοι αγόγγιστα δέχονται όλα, μα δεν μιλούν. Του κάκου, ώρες τώρα, μανιασμένος ο Γεροδήμος προσπαθεί να τους λύση τη γλώσσα. Αποκαμωμένος, δίνει τη θέση σ’ άλλον. Κι ο καπετάν Τρομάρας, ο κοντός αρχιδήμιος, μ’ έναν πήχυ μπόι, μάτια μικρά, φρύδια σμιχτά στρίβοντας, όπως συνήθως, τα τσιγγελωτά του μουστάκια, ανασκουμπώνεται και σαν λυσσασμένος αρχίζει μ’ ακατάπαυστες βουρδουλιές στις πλάτες, στο πρόσωπο, στην κοιλιά να χτυπάη τον πρόεδρο Λιαρνακόπουλο Γιώργο…
Κι ο λαϊκός αυτός ιεροεξεταστής δεν ξέρει πια τι κάνει. Κλωτσιές στην κοιλιά, τούφες τα μαλλιά ξεριζωμένα στις χούφτες του, ψαλλίδισμα αυτιών, ισοπέδωση της μύτης, ξυλιές και βουρδουλιές στην πλάτη, στο πρόσωπο…
Αγριεμένος ο Γεροδήμος βγάζει το μαχαίρι του και του κόβει τη φύση του, την τοποθετεί στο ματωμένο στόμα του, λέγοντας με σαρκασμό: «Κάπνισε σκυλί το πούρο του Τσώρτσιλ σας. Τραγούδησε τραγούδια εθνικιστικά». Και δίνοντας και τα υπόλοιπα δύο γεννητικά του όργανα στο χέρι: «Ρίξε τα ζάρια για να δης αν θα ‘ρθη ο βασιλιάς σου ο βους»…
Ένας σπαραξικάρδιος σπαραγμός, μια γκριμάτσα αζωγράφιστου πόνου, ένας ξεψυχισμένος ψίθυρος και σωριάζεται με γδούπο στην αιματόβρεχτη λάσπη.
Δύο αντάρτες από τους Ταγγαράδες διατάσσονται να «περιποιηθούν» τον συγχωριανό τους γιατρό Γιώργο Xατζηχρήστου. Αρχίζουν με δισταγμό, μουδιασμένοι… Ο γιατρός είχε σώσει το άρρωστο παιδί του ενός και του αγόρασε όλα τα φάρμακα, επειδή δεν είχε χρήματα… Στην ψυχική κατάσταση που βρίσκονται, συγκλονίζομενοι απ’ αντίθετα ρεύματα αισθημάτων, δεν στοχάζονται δίπλα τους την παρουσία του καπετάν Τρομάρα: «Χαρτογιακάδες… Κρίμα στη διαφώτιση. Μηδενικό στις εξετάσεις που δώσατε σήμερα. Χωριανοί σας. Και ύστερα; Σ’ έσωσε ο γιατρός. Και μετά; Ο Νίκος ρε ο Ζαχαριάδης, καθάρισε με τη φαλτσέτα τον αδελφικό του φίλο, τον Γεωργοπαπαδάτο κι εσεις μου σπλαχνίζεσθε τούτον τον λιμοκοντόρο; Φτου σας, να μου χαθήτε. Τσακισθήτε να μην αρχίσω από σας».
Οι αντάρτες φεύγουν περίτρομοι… Μόνος τώρα ο Τρομάρας στριφογυρίζει νευρικά γύρω από το θήραμά του… Βγάζει από την τσέπη του έναν μικρό σουγιά. Πλησιάζει, πιάνει τον λάρυγγα του γιατρού. Κείνος αποτραβιέται…
«Φοβήθηκες γιατρέ, απ’ αυτό το μαχαιράκι; Και τί μπορεί να κάνη αυτό; Είν’ ακίνδυνο. Μην το φοβάσαι. Δεν μοιάζει με τα νυστέρια που ξέρεις». Κι επαναλαμβάνει την πρώτη του χειρονομία. Το σουγιαδάκι ξεγδέρνει το δέρμα του λάρυγγα. Ο γιατρός τινάζεται.
«Λίγη ανατομία γιατρέ. Πες μου την ονοματολογία, καθώς θα προχωρώ. Θέλω να μάθω όλα εκείνα τα μέρη του σώματος, μες απ’ τα οποία βγαίνει η φωνή της αντίδρασης. Δεν θα πονέσης. Πώς σπούδασες εσύ; Πονούσαν οι νεκροί σου;». Και χώνει τον σουγιά ξανά…
Ένα μικρό στρώμα κρέατος αποσπάσθηκε άπό τον λαιμό. Ο γιατρός αγωνίζεται να ξεφύγη από τον σφαγέα του. Εκείνος ξαναμπήγει τον «ακίνδυνο». Σχεδόν μισοκόπηκε ο λάρυγγας. Πνιχτές κραυγές πόνου. Χαιρέκακα ο δήμιος γελά. Δένει πισθάγκωνα τα χέρια του γιατρού. Και τον στηλώνει στο βαθούλωμα του κορμού ενός δένδρου. Άλλο μαχαίρι βγάζει τώρα από τη ζώνη του. Δίκοπο και μακρόστενο. Μ’ ένα σάλτο το χώνει με δύναμη βαθειά μεταξύ ώμου και λαιμού. Και τ’ αφήνει δίχως να το βγάλη. Πίδακες το αίμα κι εκείνος γελά σαρδώνια. Ο γιατρός σφαδάζει, το αίμα τρέχει κι ο Τρομάρας ανάβει το τσιγάρο του ήσυχα-ήσυχα και καπνίζει…
«Ε, τώρα», ακούεται ο Τρομάρας πετάζοντας τη γόπα του, «καιρός να πηγαίνης στα μπαλσαμωμένα σου». Κι αστραπιαία το μαχαίρι αλλάζει θέσι. Ένα άλλο ρυάκι αίματος πλημμυρίζει το υπόλοιπο σώμα. Η καρδιά είν’ η πηγή του… Ένας σωρός αιμόφυρτος στου δένδρου τη ρίζα.
Στριγγή η φωνή του Τρομάρα: «Τους άλλους, τους άλλους. Φέρτε μου κι αυτούς, τώρα που άναψε το γλέντι…».
(«Η προδομένη αντίσταση» – Χρήστος Καραγιάννης)
Πορεία αόπλων Ρούμελης… Πρόκειται για το γνωστό, σημαντικό και ιδιότυπο επίτευγμα του ΔΣΕ· για την «πολυθρύλητη» πορεία από τη Ρούμελη προς τον Γράμμο, 1200 αόπλων μαχητών* επί 42 μέρες, μέσα σε λάσπες, νερά, με κρύο και πείνα, κάτω από τα πυρά του εχθρού, τις ενέδρες, τα τανκς, τ’ αεροπλάνα… Ένα τέτοιο εγχείρημα δεν μπορούσε, βέβαια, παρά να έχει και ένα αναμενόμενο μεγάλο κόστος σε νεκρούς, αγνοούμενους και λιποτάκτες -300 συνολικά. «Ουδείς ψόγος», λοιπόν, για την έκταση των απωλειών.
Στο εγχείρημα όμως αυτό υπάρχει και μια ενέργεια του επικεφαλής της πορείας (Γούσια) που δεν επισφραγίζει μόνο τον επιβεβαιωμένο, άλλωστε, και από άλλα εγκλήματα βάρβαρο χαρακτήρα του προσώπου αυτού, αλλά αποδείχνει, γενικότερα, πόσο ελάχιστα μετράει η ζωή των αγωνιστών για την ηγεσία του σταλινικού ΚΚΕ.
Συνέβηκε το εξής αποτρόπαιο γεγονός, που κατάγγειλε μ’ έκθεσή του προς τον Ζαχαριάδη ο ταγματάρχης του ΔΣΕ, Μανασής Χάρης, που πήρε μέρος στην πορεία. Την έκθεση την έφερε στη δημοσιότητα ο Βασίλης Έξαρχος, βετεράνος αγωνιστής, επαναπατρισμένος από την Τασκένδη.
Στη διάρκεια της πορείας των άοπλων (που προστατεύονταν από ένοπλα τμήματα) υπήρχαν -όπως σε κάθε πορεία- αρκετοί βραδυπορούντες. Αμάθητοι από πεζοπορία μεγάλης διάρκειας, ξυπόλητοι, πεινασμένοι κι εξαντλημένοι, δεν κατάφερναν να κρατούν πάντα στενή επαφή με τους προπορευόμενους κι αποκόπτονταν από τη φάλαγγα. Γεγονός πως οι βραδυπορούντες αυτοί δημιουργούσαν σοβαρό πρόβλημα. Υπήρχε πιθανότητα να πέσουν στον εχθρό, να δώσουν στοιχεία για τη φάλαγγα και την κατεύθυνση της πορείας της. Υπήρχε όμως και τρόπος ν’ αντιμετωπιστεί η περίπτωσή τους: Στην έκθεσή του, ο ταγματάρχης υποδείχνει ότι μπορούσαν να βάλουν τους βραδυπορούντες σε σπηλιές με μια μικρή φρουρά, μ’ εντολή να μην κάνουν εμφανίσεις πριν περάσουν 15 μέρες -όσο η φάλαγγα θα έφτανε σε ασφαλές μέρος.
Ο Γούσιας όμως επέλεξε την…«εύκολη» λύση: «Σκοτώνετέ τους!», διέταξε στα κρυφά, από το ξεκίνημα ακόμα της φάλαγγας. Και σκότωναν τους βραδυπορούντες.
[* (σ.σ.) Πρόκειται για βιαίως επιστρατευθέντες (ακόμη και γυναικόπαιδα) από τον ΔΣΕ, που αρπάχθηκαν απ’ τα χωριά τους. Ο καπετάν Πέτρος Ανταίος (Σταύρος Γιαννακόπουλος), σε συνέντευξή του στη ΝΕΤ («Ρεπορτάζ χωρίς σύνορα», 17/2/2000), έδωσε διαφορετικούς αριθμούς, τόσο των συνολικών αρπαχθέντων, όσο και των νεκρών: «Ένα από τα δραματικότερα περιστατικά που έζησα στον Εμφύλιο, που ήταν ελληνοελληνικός πόλεμος, άρα τραγωδία, ήταν αυτή η α­φάνταστη πορεία 1.300 παιδιών από δεκατέσσερα, δεκαεννέα, είκοσι χρονών, από τη Βραχιά της Ευρυτανίας, να βγουν στον Γράμμο… Από τα 1.300 παιδιά, φτά­σανε απάνω γύρω στα 300. Σακατεύτηκαν 1.000 παιδιά! Ο ανθός της νεολαίας της Ρούμελης, ο οποίος φυσι­κά δεν ήταν αγωνιστές, ώριμοι· οι πε­ρισσότεροι ήταν επιστρατευμένοι από τα χωριά που έμειναν και τα μάζεψε ο Γούσιας, κορίτσια και αγόρια…».]
(«Γιατί με σκοτώνεις σύντροφε;» – Θωμάς Δρίτσιος)
Πολλά εγράφησαν απ’ την προπαγάνδα του ΚΚΕ, πολλά ελέχθησαν απ’ τους ραδιοσταθμούς στο Παραπέτασμα, πολλοί λόγοι εξεφωνήθησαν σε διεθνείς συνεδριάσεις και πολλές κι «επιμελημένες» φωτογραφίες βγήκαν, διά να παραστήσουν τη ζωή των παιδιών στο Παραπέτασμα ως «ζωή παραδεισένια», ζωή που «ούτε στον ύπνο τους δεν είδαν τα παιδιά», ζωή σε χώρες που «ρέει μέλι και γάλα» και όπου τα παιδιά «κολυμπούν στην ευτυχία…».
Είχε χαθεί κάθε αίσθημα του πραγματικού και είχε εκλείψει τελείως η εντροπή από ανθρώπους, «κόμματα» και «κυβερνήσεις», οι οποίοι, αν και ήξεραν και έβλεπαν, ότι όχι απλώς δεν περνούσαν καλά τα παιδιά, αλλά κινδύνευαν πολλές φορές να εξαφανισθούν ομαδικά, εν τούτοις δεν εδίσταζαν να παρασιάζουν τη ζωή των παιδιών «ευτυχισμένη» και «παραδεισένια».
Στα παιδιά «προσεφέρθησαν» ως κατοικίες, αλλού σταύλοι (Αλβανία, σταύλους που είχαν κατασκευάσει οι Ιταλοί), αλλού πρώην στρατόπεδα συγκεντρώσεως αιχμαλώτων (Μπουρνώ Τσεχοσλοβακία, στρατόπεδον συγκεντρώσεως αιχμαλώτων), αλλού στρατώνες του παληού καιρού (Τσεχοσλοβακία, Ρουμανία, Βουλγαρία), όπου συγκεντρώνουν όχι 100 ή 200 παιδιά, αλλά 1.000, 2.000 και 4.000 έως 4.500, αλλού μοναστήρια (Βουλγαρία), αλλού χάνια και αλλού καπνομάγαζα (Βουλγαρία). Εκεί τα παιδιά διαμένουν όχι προσωρινά, αλλά διά ένα, δύο, ακόμη και 10 χρόνια!
Δεν ήταν σπάνιες οι περιπτώσεις στις οποίες τα παιδιά άλλαζαν εσώρουχα σε 15 μέρες. Ούτε σπάνιο το ότι γεμίζανε ψείρες! Ούτε κρυφό, ότι η ψώρα ήταν μόνιμο φαινόμενο διά πολλά χρόνια στην Βουλγαρία και Αλβανία (το μαρτυρούν επίσημες εκθέσεις). Ούτε ότι ο τύφος θέριζε κατά ομάδες τα παιδιά (στη Ρουμανία και Τσεχοσλοβακία), η οφθαλμία μάστιζε 10 χρόνια τους παιδικούς σταθμούς Ουγγαρίας και η οστρακιά και η διφθερίτις τις παιδοπόλεις (των 4.500 παιδιών) στην Πολωνία. Ούτε είναι μυστικό, ότι σε παιδοπόλεις της Ρουμανίας με χίλια και δυο χιλιάδες άτομα, τα παιδιά ψάχνανε στα σκουπίδια να βρούνε κοτσάνια από λάχανα δια να συμπληρώσουν την τροφή τους, ούτε θα ξεχασθή ότι στους παιδικούς σταθμούς Βουλγαρίας δίδονται ως πρόγευμα στα παιδιά ένα καρότο ωμό ή δυο μουχλιασμένες πατάτες, ούτε θα αμφιβάλλουν οι κουκουέδες ότι στην Κραϊόβα της Ρουμανίας κάναμε εράνους δια να συγκεντρώσουμε ψωμί διά 300 παιδιά εργαζόμενα που είχαν γίνει ελεεινά απ’ την πείνα, ούτε θα ξεχασθούν οι συνεδριάσεις που κάναμε με τους υπευθύνους Βουλγάρους, διά να αντιμετωπίσουμε το κύμα των κλοπών και των ληστειών που γίνονται στο Μπότεβγκραδ της Βουλγαρίας από 500 παιδιά, που «λιποτακτούσαν» απ’ την παιδόπολι και ημέρες ολόκληρες, γύριζαν στα δάση κλέβοντας απ’ τους αγρότες μελίσσια και γουρονόπουλα, διά να φάνε!
Το δε πρόβλημα της υγιεινής περιθάλψεως και γενικά των μέτρων προστασίας των παίδων, ποτέ δεν ελύθη ικανοποιητικά. Ένας απολογισμός των θανάτων που επήλθαν στο Παιδομάζωμα σε διάστημα δύο σχεδόν ετών, μας δίδει πλήρη εικόνα των μέτρων προστασίας της ζωής των παιδιών, στο Παραπέτασμα.
Σε διάστημα λοιπόν, δύο ετών, πέθαναν περισσότερα από 150 παιδιά. Απ’ αυτά, 15 περίπου από δυστυχήματα (πνίγηκαν, έπεσαν από παράθυρα και σκοτώθηκαν, ποδοπατήθηκαν και πέθαναν κατά την μεταφοράν τους μέσα στα αυτοκίνητα, σκοτώθηκαν από αυτοκίνητα, ένα σκοτώθηκε διότι έπεσε η ντουλάπα και το κτύπησε κ.λπ.). Περί τα 25 πέθαναν από τύφο το 1948, όταν «υποδέχτηκαν» τα παιδιά οι χώρες του Παραπετάσματος. Και τα υπόλοιπα από διάφορες αιτίες, όπως μολύνσεις, φυματίωσι, διάρροια κ.ο.κ.
***
Σχεδόν 300 παιδιά 14-16 ετών, έστειλε η καθοδήγησι του ΚΚΕ να εργασθούν στο εργοστάσιο «Ελεκτροπουτέρε» στην πόλι Κραϊόβα της Ρουμανίας. Παρεχώρησαν στα παιδιά ιδιαίτερο θάλαμο, υπνοδωμάτιο και εκεί λειτουργούσε και το σχολείο τους. Τη μισή μέρα εργαζόντουσαν στο εργοστάσιο χωρίς πληρωμή, ώσπου να συνηθίσουν στη δουλειά και την άλλη μισή τους έκαναν πολιτικά μαθήματα διά να γίνουν πρώτα καλοί «πολιτικοί» και έπειτα εργάτες-τεχνίτες. Το συσσίτιό τους, ήταν η γνώριμη απ’ το σχολείο τους μερίδα πείνας. Εδώ όμως, τα παιδιά δούλευαν, ήταν και πιο μεγάλα, και είχαν την αξίωσι να φάνε τουλάχιστον λίγα δράμια παραπάνω!
Οι απελπισμένες φωνές και οι διαμαρτυρίες των παιδιών δεν συγκίνησαν κανένα. Ούτε τους Ρουμάνους -αυτοί τουλάχιστον ήταν ξένοι και δεν τους πολυσκότιζαν τέτοια πράγματα- ούτε και τις περίφημες «κομματικές» ελληνικές επιτροπές, οι οποίες ενδιαφέρονταν μόνον διά την μαρξιστική κατάρτησι των παιδιών και όχι διά τέτοια «ψιλοπράγματα» όπως η πείνα. Αλλά τα παιδιά έφθασαν σε απελπιστικό σημείο. Δεν ημπορούσαν να κάνουν βήμα απ’ την αδυναμία. Είχαν γίνει φαντάσματα απ’ την πείνα.
Έτσι, αφού έφθασε το μαχαίρι «στο κόκκαλο» μπήκε διά συζήτησι στη γενική συνέλευσι των Ελλήνων «προσφύγων», η κατάστασις των εργαζομένων παιδιών. Κι αποφασίσαμε όλοι μας να κάνουμε, έρανο, μεταξύ μας και να ενισχύσουμε τη μερίδα των παιδιών με λίγο ψωμί, διά να μη τα χάσουμε.
***
Αντιγράφω σημειώσεις απ’ το ημερολόγιό μου, σχετικά με μια επίσκεψι σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης παιδιών:
Το καλοκαίρι του 1948 επεσκέφθηκα την Τσεχοσλοβακία. Έμαθα ότι στην πόλιν Μπουρνώ υπάρχει παιδόπολις ελληνική. Φαντάσθηκα, ότι μια και είναι μέσα σε πόλι, θα είναι μια πολύ καλή παιδόπολις. Μα όταν έφθασα εκεί, προσπαθούσα μια ώρα ολόκληρη, να ανακαλύψω σε ποιο κτίριο υπήρχαν τα παιδιά. Κάποιος μου υπέδειξε, να πάω γύρω από ένα περιφραγμένο μέρος και όπου βρω μια σιδερένια πόρτα να μπω μέσα. «Εκεί», μου λέει, «είναι τα Γκρεκόπουλα (Ελληνόπουλα)».
Βρήκα την πόρτα και μόλις την άνοιξα, στάθηκα απολιθωμένος!
Δεν είδα κανένα κτίριο, μα κάτι παληοπαράγκες ξύλινες κάτω στο βάθος. Νόμισα ότι είναι πολύ κάτω απ’ τη γη, διότι το μέρος εκείνο ήταν χαμηλότερο από τα γύρω-γύρω μέρη· έμοιαζε σα μεγάλη στέρνα και ήταν γύρω περιφραγμένο με μάντρες και συρματοπλέγματα! Με κατέλαβε μια προαίσθησι, ένα αληθινό αίσθημα, σαν εκείνο που καταλαμβάνει έναν αιχμάλωτο, όταν τον βάζουν στη φυλακή ή στο στρατόπεδο.
Πλησίασα τις παράγκες και βρήκα 2-3 Έλληνες. Ρώτησα που είναι ο παιδικός σταθμός και μου λένε με καταφανή συγκίνησι: «Μέσα στον παιδικό σταθμό είσαι, συναγωνιστή!».
Με φρίκη έμαθα ότι αυτός ο τόπος, ήταν στρατόπεδο που είχαν οι Γερμανοί διά τους αιχμαλώτους. Πλησίασα τις ξύλινες παράγκες, είδα που είχαν τα κρεββάτια, όπως οι αιχμάλωτοι (4-5 το ένα πάνω απ’ το άλλο), είδα τα μαγειρεία· φαντάσθηκα ότι κάπου εκεί θα είχαν και…νεκροταφείο!
Θεέ μου, μέσα στις παράγκες αυτές, μέσα σ’ αυτή την κόλασι είχαν τα παιδιά. Αυτή ήταν η παιδόπολις, διά την οποία είχα την εντύπωσι ότι θα είναι πρότυπη, μια και είναι στην ξακουσμένη πόλι Μπουρνώ! Εκεί λοιπόν τους πρώην αιχμαλώτους των Γερμανών, τους διαδέχθηκαν οι αιχμάλωτοι των Σλάβων Ελληνόπαιδες!
Με στενοχώρια και καταφανή συγκίνησι, μου διηγήθηκαν οι Έλληνες που συνήντησα (ήταν άνθρωποι του προσωπικού του σταθμού), ότι εκεί είχαν στιβάξει τα παιδιά, ότι ξέσπασε φοβερός τύφος και τα θέρισε. Και όταν είδαν οι Τσέχοι ότι υπήρχε κίνδυνος να αφανισθούν όλα τα παιδιά, τα διεσκόρπισαν σε διάφορα μέρη της Τσεχοσλοβακίας και άλλα στα νοσοκομεία.
Δύο ημέρες και δυο νύχτες γύριζα τα νοσοκομεία της πόλεως διά να διαπιστώσω σε ποια καταστασι βρίσκονται τα παιδιά. Ούτε κατώρθωσα να τα βρω όλα, διότι, έτσι όπως τα έστειλαν στα νοσοκομεία, δεν ήξεραν οι νοσοκόμες που ακριβώς είναι κάθε άρρωστο, και τι στοιχεία είχε το καθένα. Και υπήρχαν περιπτώσεις που δεν βρήκαμε τα παιδιά, διότι άλλο μετετέθη σε άλλο νοσοκομείο και άλλο…στο νεκροταφείον…
(«Παιδομάζωμα: Το μεγάλο έγκλημα κατά της φυλής» – Γεώργιος Μανούκας)
Η Προσωρινή Κυβέρνηση ανήγγειλε ότι είχε αποφασίσει να στείλη τα παιδιά των περιοχών που κατελάμβανε στις φιλικές χώρες που θα δέχονταν να τα φιλοξενήσουν. Η απόφαση αυτή είχε ληφθεί, έλεγε, λόγω των κινδύνων που διέτρεχαν τα Ελληνόπουλα από τον υποσιτισμό, από τους άγριους βομβαρδισμούς της μοναρχοφασιστικής αεροπορίας, από τη λήστευση των χωριών, από τη δολοφονία του λαού στην οποία προέβαιναν οι φασίστες. Τα Ελληνόπουλα αυτά θα έμεναν στο εξωτερικό μέχρις ότου αλλάξουν οι συνθήκες που επικρατούσαν στην Ελλάδα. Η αναγγελία συνέπιπτε με μια έξαρση της απαγωγής παιδιών ηλικίας 3 έως 14 ετών.
Οι σκηνές που έγιναν σε ορισμένα χωριά ήταν αυτόχρημα τραγικές. Μητέρες, έξαλλες από απελπισία, επετίθεντο κατά των ανταρτών. Άλλες αγκάλιαζαν τα παιδιά τους και δεν τα αποχωρίζονταν παρά όταν κτυπήματα με τον υποκόπανο τις έριχναν χάμω. Στις ευτυχέστερες περιπτώσεις -ο γράφων γνωρίζει τρεις- οι γονείς και τα παιδιά τους έφευγαν τρέχοντας πριν τους φθάσουν οι αντάρτες. Ήταν προτιμότερο να φύγουν στα βουνά και τους λόγγους εγκαταλείποντας τα πάντα…
***
Κατά τη νύκτα της 11ης προς τη 12η Δεκεμβρίου 1948, επετέθησαν εναντίον της Καρδίτσης (πόλεως 20.000 περίπου κατοίκων, που με τους πρόσφυγες έφθανε τότε τις 50.000), τέσσερεις ταξιαρχίες πεζικού και ένα σύνταγμα ιππικού του ΔΣΕ. Η άμυνα των θέσεων αντιστάσεως κράτησε μέχρι τέλους, αλλά η πόλη κατελήφθη ολόκληρη την ίδια εκείνη νύκτα. Δημιουργήθηκε αναστάτωση άνευ προηγουμένου. Εφονεύθησαν 37 πολίτες, τραυματίσθηκαν 105, και 980 απήχθησαν. Μεταξύ των απαχθέντων υπήρχαν άνδρες και γυναίκες, ιατροί και δικηγόροι, δημόσιοι υπάλληλοι και έμποροι, λίγο από όλα. Εξάλλου, ο σιδηροδρομικός σταθμός, δύο αλευρόμυλοι και περί τα σαράντα σπίτια επυρπολήθησαν. Τετρακόσια πενήντα καταστήματα και το νοσοκομείο ελεηλατήθησαν. Όμηροι και λάφυρα απεστάλησαν αμέσως, χωρίς την παραμικρή αργοπορία, προς δυσμάς, στα άγρια βουνά της οροσειράς της Πίνδου.
(«Φωτιά και τσεκούρι» – Ευάγγελος Αβέρωφ)
Στις 28 Αυγούστου 1948, μια ζεστή αποπνιχτική μέρα, γύρω στις δωδεκάμισι, μερικές χωριάτισσες ζαλωμένες ξύλα κατέβαιναν ένα απόκρημνο μονοπάτι πάνω από το χωριό Λια, έναν οικισμό με σταχτιά λιθόχτιστα σπίτια σε μια βουνοπλαγιά κάτω ακριβώς από τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Όπως οι γυναίκες αντίκρισαν το χωριό στα πόδια τους, απάντησαν μια φριχτή συνοδεία. Μπροστά και πίσω, κρατώντας τουφέκια, ήσαν κάμποσοι από τους κομμουνιστές αντάρτες, που κατείχαν το χωριό τους τελευταίους εννιά μήνες -ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα συνεχιζόταν. Φρουρούσαν δεκατρείς δεσμώτες, που βάδιζαν για εκτέλεση ξυπόλυτοι, τα πόδια τους μαύρα και πρησμένα από τη φάλαγγα. Κάποιος, ανήμπορος από το ξύλο να βαδίσει ή έστω ν’ ανακαθίσει, ήταν δεμένος πάνω σ’ ένα μουλάρι.
Ανάμεσα στους κατάδικους ήσαν και πέντε χωριανοί του Λια: Τρεις άντρες και δύο γυναίκες. Η πιο ηλικιωμένη σκουντούφλαγε με το χαμένο βλέμμα της τρέλας. Ήταν η θεία μου Αλέξω Γκατζογιάννη, πενήντα έξι χρονών. Η νεότερη, με καστανωπά μαλλιά, γαλανά μάτια και ξεσκισμένο λουλακί φουστάνι, έπιασε το βλέμμα από τις συγχωριανές της και κούνησε το κεφάλι της. Ήταν η μάνα μου, Ελένη Γκατζογιάννη, σαράντα ενός χρονών.
Μια από τις χωριανές άρχισε να κλαίει, βλέποντας τον αδερφό της ανάμεσα στους κατάδικους. Ένα δεκατριάχρονο αγόρι, που ‘χε σταματήσει για να πιει σε μια βρύση, παρακολούθησε τους δεσμώτες να σκαρφαλώνουν το βουνό· γρήγορα χαθήκανε πίσω από τον ορίζοντα.
Η Γιώργαινα Βενέτη ακολουθώντας τους δεσμώτες πέρασε την Αγορά και σκαρφάλωσε το υψωματάκι που της έκοβε τη θέα των χωραφιών στις πεζούλες, όταν τα βήματά της παγώσανε από μια κραυγή, μια γυναικεία φωνή, το φοβερότερο αχό που είχε ακούσει ποτέ της. Η βραχνή κραυγή έκλεινε όλη τη θλίψη και τον πόνο του σύμπαντος και σχημάτιζε δύο λέξεις: «Παιδιά μου!»…
Ύστερα ακούστηκε μια ομοβροντία από τουφεκιές, κατόπιν σκόρπιες πιστολιές καθώς αποτέλειωναν κάθε θύμα με μια σφαίρα στο κεφάλι. Όταν οι αντάρτες ξαναπέρασαν από τον ίδιο δρόμο κατηφορίζοντας, ήσαν μόνοι. Είχαν παρατήσει τους εκτελεσμένους στη ρεματιά όπου έπεσαν, τα κουφάρια σκεπασμένα με κοτρόνια.
Δεκάξι μέρες αργότερα, όταν φάνηκε πως οι αντάρτες χάνουν τον πόλεμο εναντίον του Ελληνικού Εθνικού Στρατού, συγκέντρωσαν όσους κατοίκους είχαν απομείνει στο χωριό και διά της βίας τους οδήγησαν σαν κοπάδι πέρα από τα σύνορα στην Αλβανία. Το Λια κατάντησε στοιχειωμένος τόπος, τα κοράκια ρίχνονταν πάνω στα κουφάρια που είχαν απομείνει εκεί. Ένα χωριό που κατοικήθηκε πάνω από εικοσιπέντε αιώνες είχε πάψει να υπάρχει.
Έμαθα την εκτέλεση της μάνας μου είκοσι τρεις μέρες αργότερα σ’ έναν καταυλισμό προσφύγων στα παράλια του Ιονίου, όπου τρεις από τις αδερφές μου κι εγώ είχαμε καταφύγει, αφού καταφέραμε να το σκάσουμε από το χωριό μας. Μολονότι η μάνα μας μας είχε καταστρώσει το φευγιό μας, αναγκάστηκε την τελευταία στιγμή να μείνει εκεί μαζί με την τέταρτη αδερφή μου. Έξι μήνες αφότου μάθαμε την είδηση, πήραμε το καράβι για την Αμερική να συναντήσουμε τον πατέρα μου, που ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και η επακόλουθη επανάσταση τον είχε αποκόψει από την Ελλάδα. Ήμουν εννιά χρονών όταν τον πρωτοαντίκρισα.
(«Ελένη» – Νίκος Γκατζογιάννης)
Σε μια πλαγιά του Πάρνωνα, κοντά στον Άγιον Δημήτριον, υπάρχει ένα φυσικό βάραθρο. Το στόμιο του βαράθρου αυτού είναι μια πολύ στενή σχισμή, που μόλις χωράει το πέρασμα του ανθρωπίνου σώματος. Το βάθος του είναι απύθμενον. «Τρύπα του Ταράτσα» την έχουν ονομάσει ανέκαθεν οι κάτοικοι, και με το όνομα αυτό την γνωρίζουν τα πέριξ χωριά. Εκεί, στην «Τρύπα του Ταράτσα» ωδήγησε τους 42 Μολαΐτας ο Λάτσης, εκεί μπροστά στην τρύπα τούς έφερε δεμένους με το καλώδιο, χέρι με χέρι κι εκείνος, καθισμένος πάνω σ’ ένα κοτρώνι, χάιδευε την γενειάδα του και απελάμβανε το θέαμα, γέλαγε σαδιστικά. Οι δήμιοί του, άρπαζαν έναν-έναν από τους μελλοθανάτους, τον έσφαζαν, δηλαδή τον κτύπαγαν στην καρωτίδα με το μαχαίρι, και κατόπιν τον έριχναν στην Τρύπα. Σε κάθε μελλοθάνατο, που ερχόταν η σειρά του διά να ριφθή στην «Τρύπα του Ταράτσα», ο Λάτσης απέτεινε και μερικά γλυκόλογα, έκαμνε πνεύμα. Μαζί με τους μελλοθανάτους, ήτο και ένας παππάς, ο παπα-Καρυτσιώτης. Σε μια στιγμή, φώναξε ο Λάτσης στους δημίους, κάνοντας πνεύμα, όταν είδε τον παππά: «Βρε παιδιά, για σταθήτε, έχουμε κι έναν παππά. Όπως ξέρετε, ο παππάς προτιμάται, έχει δικαιωματική προτεραιότητα. Σας παρακαλώ αρχίστε πρώτα από τον παππά». Και εσυνέχισε το ευφυολόγημά του: «Ο παππάς πρέπει να ριχτή ζωντανός, πρέπει να πάη πρώτος, διά ν’ ανοίξη στους υπολοίπους την πόρτα του Παραδείσου».
Έτσι κι έγινε. Οι δήμιοι ήκουσαν την προσταγή του αφέντη των και αρπάζουν τον δυστυχισμένον λεβίτην και τον οδηγούν μπροστά στην Τρύπα… Δύο απ’ αυτούς, τον αρπάζουν από τα μαλλιά και τα γένεια, τον μάρτυρα ιερέα, και τον πέταξαν ζωντανόν στο στόμιο της Τρύπας. Κοντά μ’ αυτούς, έρριψαν και τους άλλους Μολαΐτας, άλλους σφαγμένους και άλλους μισοζώντανους… Τριάκοντα δύο έπεσαν στην καταβόθρα του «Ταράτσα». Γέμισε η περιοχή γύρω από την Τρύπα, αίματα και καλώδια. Η «Τρύπα του Ταράτσα» έγινεν εν συνεχεία και τάφος άλλων αθώων θυμάτων, το αίμα που είχε χυθή άφθονον κοντά στην Τρύπα, διηγούνται αυτόπται μάρτυρες, συνεκέντρωνε σύγνεφα τις μυΐγες που βούιζαν ολόγυρα στο άνοιγμα της Τρύπας… Το έγκλημα αυτό της «Τρύπας του Ταράτσα» γνώσθηκε αστραπιαίως σ’ όλη τη Λακωνία και σκόρπισε το δέος και τη φρίκη.
***
Εντός της πόλεως των Σπετσών, ομάς κομμουνιστών υπό τον περιβόητον Κακοβούτην, συνέλαβε και εξετέλεσε δύο Γερμανούς στρατιώτας. Η εκτέλεσις των δύο Γερμανών στρατιωτών γνωσθείσα εις την πόλιν των Σπετσών, επροκάλεσε αληθή αναστάτωσιν και ανησυχίαν. Οι κάτοικοι της πόλεως, φοβηθέντες τα επικείμενα αναπόφευκτα κατά της πόλεως γερμανικά αντίποινα, τα οποία προεβλέποντο άλλωστε σκληρά και αμείλικτα, διά να τα αποφύγουν απεφάσισαν να καταρτίσουν επιτροπήν διά να επισκεφθή την Γερμανικήν Διοίκησιν και εξηγήση εις αυτήν ότι ο τυφεκισμός των δύο Γερμανών στρατιωτών δεν είναι έργον των Σπετσιωτών, αλλά έργον ξένων προς την νήσον προσώπων, τα οποία εν γνώσει και εκ προθέσεως προέβησαν εις την εκτέλεσιν των Γερμανών στρατιωτών, διά να πραγματοποιηθούν αντίποινα κατά του αθώου πληθυσμού των Σπετσών.
Η επιτροπή αυτή, κατηρτίσθη από τον δήμαρχον της πόλεως, Πολύβιον Λεκκόν, ηλικίας 65 ετών, 2) Ευάγγελον Κόχελλαν, ιατρόν, 3) Γ. Διαμαντόπουλον, αρχιτέκτονα εξ Αθηνών, τυχαίως ευρεθέντα εις Σπέτσας, 4) Νικόλαον Κατραμάδον, ετών 70 και 5) Γεώργιον Λεωνίδαν, υιόν του αειμνήστου υπουργοϋ των Ναυτικών Ιωάννου Λεωνίδα. Η εκλεγείσα επιτροπή, επεσκέφθη αμέσως την Γερμανικήν Διοίκησιν και ανέπτυξε τους λόγους διά τους οποίους δεν πρέπει να ληφθούν κατά της πόλεως αντίποινα. Η εκλεγείσα επιτροπή έπραξε τούτο, πιστεύουσα ότι εκπληροί ύψιστον προς την πόλιν και τους συμπολίτας της καθήκον.
Η ενέργειά της αυτή όμως παρεξηγήθη από τον αιμοχαρή Κακαβούτην, θεωρηθείσα ως προδοτική πράξις και με την κατηγορίαν ότι τα επίλεκτα αυτά μέλη της πόλεως συνεργάζονται με τους κατακτητάς, συνελήφθησαν και εσφάγησαν αγρίως εις την αντίπεραν των Σπετσών, πελοποννησιακήν ακτήν, αφού πρότερον υπεβλήθησαν εις φρικώδη βασανιστήρια. Το θλιβερόν άγγελμα της σφαγής των πέντε πατριωτών, εγνώσθη αστραπιαίως εις τους κατοίκους της ηρωικής νήσου, οι οποίοι εθρήνησαν το στυγερόν τούτο έγκλημα.
***
Το Νεοχώριον είναι μικρό χωριουδάκι, πλησίον του Μελιγαλά κείμενον. Εις το χωρίον αυτό μετεφέρθη σοβαρό τμήμα κρατουμένων και μετεβλήθη εις πραγματικόν σφαγείον· όποιος ήθελε έσφαζε κατ’ αρέσκειαν, ανάλογα με το σαδιστικόν του ένστικτον. Η περιβόητος καπετάνισσα Νικολέττα από το Πιτσά, εκτός άλλων, εφόνευσεν ιδιοχείρως τας δύο αδελφάς Μπένου, δύο αγνάς Ελληνίδας, υπό τα όμματα της άτυχους μητρός των και του μικρού αδελφού των, κρυπτομένων υπό άλλον όνομα.
***
Ως νομάρχης Αρκαδίας, κατά την περίοδον της Κατοχής, υπηρέτησεν ο δικηγόρος Ιωάννης Βουγιουκλάκης (πατήρ της πανελληνίου φήμης ηθοποιού, Αλίκης Βουγιουκλάκη*), Λάκων την καταγωγήν. Ως τοιούτος διετήρησε την εθνικήν του συνείδησιν και αξιοπρέπειαν και προσέφερε εξαιρετικάς υπηρεσίας εις τον αρχόμενον τότε αγώνα Εθνικής Αντιστάσεως Πελοποννήσου. Κατά το διάστημα της διοικήσεως υπ’ αυτού του Νομού Αρκαδίας, επεδείξατο εξέχουσαν πατριωτικήν δράσιν και κατέβαλλε μεγάλας προσπαθείας εις το να οργανωθούν στα μωραΐτικα βουνά αι πρώται ομάδες της Εθνικής Αντιστάσεως.
Η στάσις του ως νομάρχου, υπήρξε πατριωτική, η δε κατηγορία του εθνοπροδότου και του συνεργάτου των Γερμανών, πού του προσήψαν οι κομμουνισταί της Πελοποννήσου, ήτο η συνήθης κατά την εποχήν εκείνην καί εδίδετο σε όλους εκείνους που ήσαν εχθροί των κομμουνιστών και κατείχον μεγάλα αξιώματα, ήτοι ήσαν υπουργοί, γενικοί διοικηταί και νομάρχαι.
Ο νομάρχης Βουγιουκλάκης, διότι εξεδήλωσε αντιεαμικά αισθήματα άμα τη εμφανίσει του ΕΑΜ στον Μωρηά, κατηγορήθηκε αμέσως από την ΕΑΜική ηγεσία Πελοποννήσου ως προδότης, δοσίλογος και συνεργάτης των κατακτητών. Τον έγραψαν αμέσως στον μαύρο πίνακα οι κομμουνισταί της Πελοποννήσου και έδωκαν εντολή στα εκτελούντα τας εντολάς των όργανα, να τον παρακολουθούν αγρύπνως προκειμένου να τον συλλάβουν. Όσοι συνελαμβάνοντο ως αντικομμουνισταί την εποχήν εκείνην, ωδηγούντο εις στρατόπεδα συγκεντρώσεως, υπεβάλλοντο σε φρικώδη βασανιστήρια και εξετελούντο. Μετά την διάλυσιν των πρώτων εθνικών ομάδων αντιστάσεως στα μωραΐτικα βουνά, εξετελέσθησαν πολλές εκατοντάδες εθνικοφρόνων πολιτών με την κατηγορίαν του προδότου, συνεργάτου των Γερμανών και εχθρού του ΕΑΜ.
Ο νομάρχης Βουγιουκλάκης παρακολουθούμενος αγρύπνως από τους κομμουνιστάς της Πελοποννήσου και ταξιδεύων εξ Αθηνών σιδηροδρομικώς προς Τρίπολιν, κατά τας αρχάς Δεκεμβρίου 1943, συνελήφθη εις τίνα σταθμόν μεταξύ Κορίνθου και Άργους. Συλληφθείς ωδηγήθη πεζή από βουνό σε βουνό εις Χάραδρο Κυνουρίας και ενεκλείσθη εις το εκεί υφιστάμενον στρατόπεδον συγκεντρώσεως. Το στρατόπεδον εστεγάζετο εις το κτίριον του δημοτικού σχολείου. Ούτος παρέμεινε κρατούμενος εις το στρατόπεδον από τας αρχάς Δεκεμβρίου ότε συνελήφθη, μέχρι της εσπέρας 31ης Δεκεμβρίου 1943, ότε έγινε η εκτέλεσίς του.
Πολλάς ημέρας προ της εκτελέσεώς του, πέρασε από ανταρτοδικείον. Πρόεδρος του ανταρτοδικείου, ήτο ο Κωνσταντίνος Ζησιάδης ή καπετάν Αχιλλέας, ανταρτοδίκαι Παύλος Μπουζάνης ή καπετάν Παύλος και οι άγνωστος επωνύμου καπετάν Κυριάκος, και καπετάν Λέων. Κατεδικάσθη εις θάνατον ως πράκτωρ και συνεργάτης των Γερμανών.
Πριν προβούν εις την εκτέλεσίν του οι ΕΛΑΣίτες, τον υπέβαλον εις φρικτά βασανιστήρια. Τον έδερνον νυχθημερόν απανθρώπως μέχρι του σημείου που δεν ηδύνατο να σταθή όρθιος… Εβασανίσθη σκληρώς δύο ημέρας προ της εκτελέσεώς του, ήτοι την 30ην και την 31ην Δεκεμβρίου. Η έναρξις των βασανιστηρίων ήρχισε εις το γραφείον του σχολείου και εσυνεχίσθη εις την τοποθεσίαν «Γουρνάκι», περιφερείας Χαράδρου. Η θέσις αυτή απείχεν 300 περίπου μέτρα του χωρίου και ήτο απόμερη και δασωμένη. Αφού και εις την απόμερον αυτήν θέσιν εβασανίσθη σκληρώς, μετεφέρθη εκ νέου εις το κτίριον του σχολείου εν αναισθησία διατελών και υποβληθείς εις το πρωτάκουστον και ανατριχιαστικόν βασανιστήριον της αφηρέσεως των χρυσών οδόντων του, διά τανάλιας υπό των βασανιστών του.
Κατά τας νυκτερινάς ώρας, οι βασανισταί του τον ετοποθέτησαν επί ζώου εν πλήρει αναισθησία και εν αθλία καταστάσει. Όπως ευρίσκετο, τον μετέφερον εις την θέσιν «Διάσελα», του χωρίου κειμένην εις το δυτικόν μέρος αυτού και εις απόστασιν δύο χιλιομέτρων. Στην τοποθεσία αυτή, τον εξετέλεσαν και τον έρριψαν εντός λάκκου, μαζί με τέσσαρας άλλους, οι οποίοι συνεξετελέσθησαν. Οι, μετά του Βουγιουκλάκη, συνεκτελεσθέντες ήσαν οι: 1) Τάκης Κουγιούρας, 2) Αναστάσιος Καναβάρος, 3) Σαράντος Πουρνάρας 4) Γεώργιος Τράκας.
Οι κάτοικοι του Χαράδρου, μόλις ξημέρωσε η πρώτη του έτους 1944, επληροφορήθησαν την εκτέλεσιν του νομάρχου και των ετέρων τεσσάρων συγκρατουμένων του. Η είδησις αυτή τους συνέτριψε όλους ψυχικώς και όλοι έζησαν μέσα σε μίαν φρικτήν ατμόσφαιραν αγωνίας και τρόμου· Πένθος βαρύ καί αλλοφροσύνη σ’ ολόκληρο το χωριό, και όλοι, γυναίκες καί άνδρες, είχον καταληφθή από αγανάκτησιν εναντίον των εγκληματιών, την οποίαν δεν ηδύναντο να εκδηλώσουν εκ φόβου και τρόμου.
[* (σ.σ.) Μια άλλη γνωστή ηθοποιός, της οποίας οι γονείς δολοφονήθηκαν από τους κομμουνιστές, είναι η Ζωή Λάσκαρη (πραγματικό όνομα, Ζωή Κουρούκλη). Ο πατέρας της, υπολοχαγός του ελληνικού στρατού και αδελφός του στρατηγού Γεωργίου Κουρούκλη, δολοφονήθηκε από τους ΕΛΑΣίτες το 1943, σε ηλικία 28 ετών, όταν αυτή ήταν 8 μηνών, λόγω των φιλοβασιλικών φρονημάτων του. Λίγα χρόνια αργότερα, δολοφονήθηκε και η μητέρα της, σφαγμένη με κονσερβοκούτι από τους Σλαβομακεδόνες του ΔΣΕ. Αξίζει να σημειωθεί, πως η Ζωή Λάσκαρη δήλωσε πως δεν κρατάει μίσος για τους δολοφόνους των γονιών της και πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα, τάχθηκε πολιτικά υπέρ του χώρου της κομμουνιστικής Αριστεράς.]
***
Η περίφημος πηγάδα του Μελιγαλά, κείται μεταξύ του Νεοχωρίου και Μελιγαλά, απέχει περί τα 2 χιλιόμετρα από τον Μελιγαλά, ηνοίχθη προ ετών τη φροντίδι του προέδρου Αλκ. Παπαδοπούλου, διά την ύδρευσιν της κωμοπόλεως, είχε βάθος 16 μέτρα και διάμετρον 2 περίπου μέτρων. H ερυθρά ηγεσία της περιοχής, εχρησιμοποίησε την πηγάδα του Μελιγαλά ως ομαδικόν τάφον των εκτελεσθέντων αντιδραστικών, εχθρών του ΕΑΜικού κινήματος. Εντός της πηγάδας αυτής, υπολογίζεται ότι ερρίφθησαν άνω των 1.500 πτωμάτων, σφαγιασθέντων εθνικοφρόνων πολιτών Μεσσηνίας.
Μετά την μάχην των Καλαμών, την κομματικήν ηγεσίαν είχε σοβαρώς απασχολήσει ποιος τρόπος θα εξευρίσκετο διά να εξοντωθούν όλοι οι πολιτικοί αντίπαλοι του κόμματος, συλληφθέντες εντός του Μελιγαλά, διότι η κυβέρνησις «της εθνικής ενότητος», διά διαγγέλματός της είχεν απαγορεύσει την λήψιν κάθε μέτρου εναντίον παντός ατόμου βαρυνομένου με κατηγορίας συνεργασίας με τον κατακτητήν, υποσχεθείσα ότι όλα αυτά τα άτομα θα εδικάζοντο υπό δικαστηρίων, που θα κατήρτιζεν η ίδια όταν θα εγκαθίστατο εις την χώραν διά σχετικού νόμου της.
Όθεν η μορφή των ανταρτοδικείων που είχεν εφαρμοσθή εις τον Πύργον και την Καλαμάτα, ήτο ενέργεια η οποία αντετίθετο προς την άνω διαταγήν της κυβερνήσεως. Έχουσα υπ’ όψει της η κομματική ηγεσία την διαταγήν αυτήν της κυβερνήσεως και επιθυμούσα να μη προσκρούση εις αυτήν, εύρεν άλλον τρόπον πραγματοποιήσεως των σκοπών και επιδιώξεων αυτής, δηλαδή της εκκαθαρίσεως των εχθρών του ΚΚΕ, στηριζομένη στην αποκήρυξι των Ταγμάτων Ασφαλείας υπό της κυβερνήσεως και εφ’ όσον εγένοντο μάχαι προς κατάληψιν των πόλεων και κωμοπόλεων, ας εκράτουν τα Τάγματα Ασφαλείας, απεφάσισε με την δικαιολογίαν της μάχης να φονεύωνται υπό των εκπορθητών των πόλεων, όλοι οι ταγματασφαλίται και γενικώς οι φέροντες όπλα και μαζύ με αυτούς όλοι oι επικίνδυνοι εχθροί του κόμματος. Τοιαύτην δε προφορικήν εντολήν έδωκεν εις τας διοικήσεις των ενόπλων τμημάτων του ΕΛΑΣ και εις τα ηγετικά στελέχη της ΟΠΛΑ η κομματική ηγεσία, αλλά εκτός της προφορικής αυτής διαταγής της κομματικής ηγεσίας, είχεν εκδοθή και γνωστοποιηθή εις όλας τας μονάδας Πελοποννήσου η υπ’ αριθ. Ε.Π.Ε. 330 της 15ης Σεπτεμβρίου 1944 διαταγή της III Μεραρχίας του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου με την υπογραφήν του Άρη Βελουχιώτη. Εις την διαταγήν αυτήν γράφεται επί λέξει: «Πας συλλαμβανόμενος ταγματασφαλίτης θα τυφεκίζεται επί τόπου».
Εις τον Μελιγαλά, τα εισελθόντα τμήματα του ΕΛΑΣ δεν ηδυνήθησαν να πραγματοποιήσουν εις το ακέραιον αυτήν την διαταγήν του Βελουχιώτη, παρά τας προσπαθείας των και την σχετικήν καθοδήγησιν που έγινεν ευρύτατα προς της επιθέσεως, διά τον λόγον αυτόν. Ο Βελουχιώτης, ο Κουλαμπάς, ο Μπελογιάννης και άλλοι ερυθροί ηγέται της περιοχής, εξωργίσθησαν όταν είδον ότι μέσα στο Μπεζεστένι ευρίσκονται πολλαί εκατοντάδες κρατουμένων και εζήτησαν τον λόγον από τα στελέχη του ΕΛΑΣ, διατί δεν εξετελέσθησαν όλοι οι συλληφθέντες ταγμασφαλίται και οι λοιποί εχθροί του λαϊκού κινήματος, συμφώνως προς την έγγραφον εντολήν των.
Στο Μπεζεστένι, παρά το συνεχές άδειασμά του είχον απομείνει πολλαί εκατοντάδες κρατουμένων. Όλους αυτούς, η κομματική ηγεσία της περιοχής απεφάσισε να τους εκτελέση. Ο Μπράβος και Καραμούζης, συνεκρότησαν από τμήματα του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ εκτελεστικά αποσπάσματα υπό την διοίκησιν των αρχιδημίων Γ. Μάτζαρη και Ν. Μητροπούλου. Κατά εκατοντάδες ωδηγοΟντο οι κρατούμενοι λίγο έξω από τον Μελιγαλά, στην πηγάδα, κι εκεί εξετελούντο. Αι πολιτικαί οργανώσεις των πέριξ του Μελιγαλά χωρίων, ζητούσαν να εκτελεσθούν όλοι οι συγχωριανοί των, που είχον προγραφή και ήσαν γραμμένοι στους μαύρους πίνακες και που είχον συλληφθή στον Μελιγαλά.
Πρώτοι οι Κοπανακαίοι, πλέον των 100, εξετελέσθησαν στην πηγάδα. Όλοι ωδηγήθησαν με συρματόπλεγμα χέρι με χέρι, έρχονται με τη σειρά τους και τ’ άλλα μαρτυρικά χωριά της Μεσσηνίας, το Διαβολίτσι, το Κατσαρού, το Δεσύλλα, το Ζευγολατιό, το Νεοχώριον, η Στενίκλαρος, η Μαγούλα, το Σολάκιον. Τέλος έρχεται η σειρά του Μελιγαλά, μία συνοδεία από 80 και πλέον άτομα δεμένα, κατά το σύνηθες με καλώδια, οδηγούνται στον τόπο του μαρτυρίου. Το εκτελεστικό απόσπασμα περιμένει, τους παραλαμβάνει κι αρχίζει το μακάβριον έργον του*. Ιατροί, φαρμακοποιοί, παπάδες, καθηγηταί, εργάτες, αγρότες, ρίπτονται στην πηγάδα. Εκεί εύρον τραγικόν θάνατον ο Αλκ. Παπαδόπουλος, πρόεδρος κοινότητος Μελιγαλά, ο δικηγόρος Λυκ. Λατζούνης, ο ιατρός Αλκ. Λατζούνης, ο φαρμακοποιός Ντίνος Λάσκαρης, ο δικηγόρος Αθ. Αθανασόττουλος, ο οδοντίατρος Μήτσος Δρούτσας, ο γυμνασιάρχης Παν. Τσίτουρας, δεμένος χέρι με χέρι με το παιδί του, ο διευθυντής του ταμείου Ν. Κωστόπουλος, ο έμπορος Ιωάννης θεοφιλόπουλος και άλλοι πολλοί σημαίνοντες κάτοικοι του Μελιγαλά. Κατά το μεγαλύτερον μέρος, οι κρατούμενοι εις το Μπεζεστένι εξετελέσθησαν και ερρίφθησαν εις την πηγάδα. Η τραγωδία του Μελιγαλά είναι μία από τας πλέον ανατριχιαστικάς τραγωδίας της νεωτέρας ελληνικής ιστορίας, τα θύματα υπήρξαν πολλά, κατά τους μετριωτέρους υπολογισμούς, υπολογίζονται ότι εφονεύθησαν εντός του Μελιγαλά και εις την πηγάδα, περί τους 1.500, εκτός εκείνων οίτινες εξετελέσθησαν εις διάφορα πέριξ της κωμοπόλεως χωριά.
[* (σ.σ.) Σύμφωνα με μαρτυρίες, οι περισσότεροι κατάδικοι θανατώθηκαν με τσεκούρια, κλαδευτήρια και μαχαίρια, αφού προηγουμένως διατάχθηκαν να βγάλουν τα ρούχα τους. Μόνο όταν επήλθε η κούραση των σφαγέων, χρησιμοποιήθηκαν σφαίρες για συντόμευση της διαδικασίας.]
***
Τας aπογευματινάς ώρας της 22ας Σεπτεμβρίου 1944, εις την πόλιν των Γαργαλιάνων είχε παύσει πλέον πάσα άντίστασις. Έξαλλοι οι άνδρες των τμημάτων του ΕΛΑΣ και τα ακολουθούντα αναρίθμητα άτακτα στίφη, ξεχύνονται εντός της πόλεως μαινόμενα. Φονεύουν αδιακρίτως όποιον συναντήσουν, γκρεμίζουν τας θύρας και εισορμούν εντός των οικιών, όπου ο τρόμος έχει απλώσει την κυριαρχίαν του. Παντού πένθος και ερήμωσις, έσφαζον και επυρπόλουν, ύστερα τραγουδούσαν στον μακάβριο αυτόν τόπον τον ύμνον της κόκκινης Κίνας: «Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά». Όλοι οι άρρενες συλλαμβάνονται και οδηγούνται σε πρόχειρα στρατόπεδα συγκεντρώσεως εντός ωρισμένων οικιών. Οι συλληφθέντες αιχμάλωτοι ταγματασφαλίται φονεύονται επί τόπου. Το μίσος των στρέφεται κυρίως κατά των συνεργατών του Στούπα και καθ’ όλων των ακραιφνών αντιδραστικών και εχθρών της επαναστάσεως και κατ’ εκείνων ακόμη που εις βάρος των είχον πρόχειρες καταδόσεις. Όλοι αυτοί γίνονται βορά εις την αγρίαν πείνα του οχλοκρατικού θηρίου, της απανθρώπου και πολυκεφάλου δικτατορίας του προλεταριάτου. Επυρπολήθησαν πλέον των 200 οικιών, αι δε απομείνασαι, ελεηλατήθησαν αγρίως. Εις κοιλάδα κλαυθμώνος είχε μεταβληθή η πόλις των Γαργαλιάνων· τυφεκισμοί, ομαδικοί τάφοι, κοπετός και γόος, νάρκες, καπνοί και θρήνοι, ήσαν τα κύρια χαρακτηριστικά.
Εις τους Γαργαλιάνους, εφονεύθησαν εν όλω περί τους 570. Εφονεύθησαν όχι μόνον οι υπηρετήσαντες εις τα Τάγματα Ασφαλείας, αλλά και πολλά άλλα πρόσωπα που είχον καταφύγει εκεί, συνεπεία της τρομοκρατίας που ασκούσαν αι ΕΑΜικαί οργανώσεις. Μετά την πτώσιν της πόλεως Γαργαλιάνων, έληξε πάσα άλλη αντίστασις των εθνικών δυνάμεων εις τον Νομόν Μεσσηνίας.
(«Η ιστορία των γεγονότων της Πελοποννήσου, 1943-1949» – Κώστας Καραλής)
Χαρακτηριστικόν παράδειγμα της εγκληματικής αθλιότητος, υποκρισίας και αναισθησίας, είναι η περίπτωσις της Νίτσας Ρούκα, από την Καλλιρόη Μεσσηνίας. Οι κομμουνισταί ετραυμάτισαν τον αδελφόν της Νίκο και εδολοφόνησαν τον πατέρα της Πάνο Ρούκα, έφεδοον υπολοχαγόν και την μητέρα της, εις επίθεσιν την νύκτα κατά της οικογενείας της, την Μεγάλη Παρασκευή του Πάσχα του 1943…
Τον Σεπτέμβριον 1943, συνέλαβον και την ορφανήν πλέον, Νίτσα Ρούκα, ενώ προσπαθούσε να αναχωρήση σιδηροδρομικώς δι’ Αθήνας, διά να σωθή. Την κατέβασαν από το τραίνο, την μετέφεραν εις το Δυρράχιον Ταϋγέτου, όπου κατά τον Νοέμβριον 1943, την δικάζουν στο λαϊκό δικαστήριο εις θάνατον, «διότι εξεδίδετο εις τους Ιταλούς…». Ματαίως ολόκληρος ο πληθυσμός διαμαρτύρεται φωνάζει, ότι είναι αθώα. Ο δολοφόνος των γονέων της, Κων. Κανελλόπουλος, κομμουνιστής από το χωριό της, της είχε ζητήσει να γίνη ερωμένη του και η υπερήφανη αυτή Ελληνίδα είχε αρνηθή. Και μετά την καταδίκην της αρνείται και περιμένει ήσυχη τον θάνατον. Επεμβαίνουν όλοι οι παρευρισκόμενοι να αποτρέψουν και αυτό το ανοσιούργημα, διότι πιστεύουν ότι είναι αθώα.
Ο ιατρός Καπόπουλος, από Κωνσταντίνους, βεβαίωσε κατά τον επισημότερον τρόπον, ότι ήτο «παρθένος». Και μετά ταύτα η Νίτσα Ρούκα, δολοφονείται εις υποχρεωτικήν παρουσίαν όλων των κατοίκων.
***
Την 21 Νοεμβρίου 1943, συλλαμβάνεται εις Κυπαρισσίαν από τους κομμουνιστάς, ο Σταμάτης Χριστόπουλος, λοχίας, το βράδυ ενώ γύριζε από το χωράφι του με τα βόδια του και το αλέτρι του. Ο ίδιος και τα αδέλφια του, ήσαν μέλη του ΕΣ. Τον μετέφερον εις Μύλους, μετά όλην την νύκτα πεζή εις Χριστιάνους, όπου τον εγύμνωσαν, τον εξυλοκόπησαν αγρίως μέχρις αναισθησίας και τον γύριζαν γύρω-γύρω από την εκκλησίαν. Μετά τον εξετέλεσαν εις την θύραν της εκκλησίας «Αγία Σωτήρα».
***
Εις το Χαροκοποιόν Κορώνης, ήτο ο Παναγιώτης Ι. Καλογεράκης, πτωχός οικογενειάρχης, αγρότης, με πενταμελή οικογένειαν, αποτελουμένην από την σύζυγόν του Σοφίαν, την θυγατέρα του Αγγελικήν ετών 18, τον υιόν του Ιωάννην ετών 13, την θυγατέρα του Κατίνα ετών 6, τον υιόν του Γεώργιον ετών 4 και τον Θεόδωρον ετών 3.
Οι κομμουνισταί εζητούσαν να προσέρχεται υποχρεωτικώς εις τας ανήθικους συγκεντρώσεις των η θυγατέρα του Αγγελική, αλλά ο πατέρας της Π. Καλογεράκης δεν επέτρεπε, ούτε η κόρη του ήθελε να πάη με τους κομμουνιστάς. Οι κομμουνισταί τον απειλούν. Ο Καλογεράκης τους είπεν ότι δεν εσκέπτοντο ελληνικά και δεν είχον κανένα δικαίωμα να τον εκβιάζουν. Αναγκάζεται και παίρνει μαζί του τον υιόν του Ιωάννην και φεύγει από την περιφέρειαν Κορώνης, τον Φεβρουάριον 1944, και έρχεται εις το Άργος, όπου εργάζεται εδώ και εκεί διά να κατορθώση να θρέψη το παιδί του.
Οι κομμουνισταί, μόλις έφυγε, συνεχίζουν το έργον των, παίρνουν την σύζυγόν του Σοφίαν μαζί με την θυγατέρα του Αγγελικήν, και τας μεταφέρουν εις Μανιάκι, την 12ην Απριλίου 1944, όπου τας δολοφονούν αγρίως. Μετά δύο ημέρας, παίρνουν την Κατίνα, τον Γεώργιον και τον Θεόδωρον και τους εκτελούν και αυτούς. Έτσι, εξαφάνισαν ολόκληρον την οικογένειαν του Καλογεράκη, πλην του υιού του Γιάννη, που έτυχε να τον έχη μαζί του…
***
Ο ίδιος ο Άρης Βελουχιώτης, επισκέπτεται τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως που τα γεμίζει με δικά του θύματα και παρακολουθεί προσωπικώς τα βασανιστήρια. Ιδού τι βεβαιώνει ο αντισυνταγματάρχης Μαντζουράνης, επιτελάρχης του ΕΛΑΣ, κρατούμενος στο στρατόπεδο Τροπαίων:
Τους κρατουμένους τους έδερναν αλύπητα ημέρα και νύκτα και έβαζαν συγχρόνως να λειτουργή και ένα γραμμόφωνο εις το διαπασόν. Τους είχαν δεμένους με αλυσίδες δύο-δύο, τρεις-τρεις. Εκεί ήσαν κρατούμενοι, κατά διαταγήν του Βελουχιώτη, όλοι οι σύνδεσμοι των συμμαχικών αποστολών, αξιωματικοί και στελέχη της εθνικής παρατάξεως και στελέχη δικά του, που παρεξέκλιναν του σκοπού του ΚΚΕ. Όλοι ήσαν κατάδικοι υπό το προσωπικόν «ενδιαφέρον» του Βελουχιώτη. Ο στρατοπεδάρχης εκτελεστής Τζαβέλλας, τους έλεγε καθημερινώς σχεδόν: «Εγώ θα σας ταΐζω, αλλά μόλις μου ειπή ο Άρης να σας σκοτώσω, θα σας σκοτώσω!».
Έτσι εθεωρούσε ο Βελουχιώτης τους φυλακισμένους του: Χοιρινά προς πάχυνσιν, έτοιμα προς σφαγήν…
***
Την 24ην Σεπτεμβρίου 1944, επιτροπή Πυλίων αναγκάζεται να εξέλθη της πόλεως, διά να συναντήση τους κομμουνιστάς, να τους δηλώση, ότι δεν θα φέρουν αντίστασιν οι άνδρες που ήσαν εις την Πύλον, υπό τον όρον να μην επαναληφθούν τα τραγικά γεγονότα των Γαργαλιάνων και να σεβασθούν την ζωήν και την περιουσίαν του πληθυσμού. Εν τω μεταξύ, η αποσταλείσα εις Ιταλίαν υπό του ταγματάρχου Στούπα επιτροπή, ίνα αναφέρη τα γεγονότα της Μεσσηνίας εις την ελληνικήν κυβέρνησιν, είχε φθάσει εκεί, είχε αναφέρει τα γεγονότα και είχαν δοθή αυστηραί διαταγαί εις τον ΕΛΑΣ Πελοπόννησου, να σταματήση κάθε αυτοδικίαν και εκτέλεσιν. Οι κομμουνισταί, διά λόγους σκοπιμότητος, παρουσιάζονται, ότι συμμορφώνονται εις τας διαταγάς της κυβερνήσεως και αποφασίζουν να μην δολοφονήσουν τους άνδρες του τάγματος εις την Πύλον. Αυτό απήντησαν εις την επιτροπήν των Πυλίων, αποτελουμενην από τους Κανέλλον Τζαμουράνην δικηγόρον, Ν. Κουρεμπανάν δικηγόρον, Γ. Θεριόν ιατρόν και Αδαμάντιον Στασινόπουλον συμβολαιογράφον. Τους διεβεβαίωσαν ότι δεν πρόκειται να πάθη κανείς τίποτε.
Όταν το απόγευμα της 25ης Σεπτεμβρίου, εμπήκε εις την Πύλον, ο αρχιδολοφόνος αρχηγός του ΕΛΑΣ Άρης Βελουχιώτης με τους μαυροσκούφηδες και τους άλλους δημίους του, οι κομμουνισταί εφαρμόζουν το μυστικόν δολοφονικόν σχέδιόν των. Η επιτροπή των Πυλίων είχεν επιστρέψει εις την Πύλον, ανεκοίνωσε την υπόσχεσιν των κομμουνιστών, ότι «δεν θα πειράξουν κανένα». Όλοι οι κάτοικοι φοβούνται και τρέμουν, αλλά δεν κρύβονται… Οι κομμουνισταί ξεχωρίζουν αμέσως, εις εκτέλεσιν αποφάσεώς των, άνω από 30 άτομα και τα φυλακίζουν εις ένα διώροφο σπίτι στο λιμάνι. Μεταξύ αυτών είναι και τα μέλη της επιτροπής Πυλίων, που είχαν συνεννοηθή με τους κομμουνιστάς, διά την αναίμακτον είσοδόν των εις την Πύλον. Εις το φρούριον, είναι οι άνδρες του τάγματος, όσοι δεν κατώρθωσαν να αναχωρήσουν με λέμβον διά Ζάκυνθον, Πάτρας και εμειναν. Τους έχουν αφοπλίσει και απογυμνώσει σχεδόν τελείως. Την 26ην Σεπτεμβρίου, ο κόσμος είναι εις την πλατείαν μαζί με τους «μαυροσκούφηδες» του Βελουχιώτη και τους άλλους έκτελεστάς. Οι κομμουνισταί βγάζουν λόγους από έναν εξώστην κατά τών «προδοτών» και από κάτω ακούεται οργανωμένη η κραυγή από τα κομμουνιστικά στελέχη: «Θέ-λου-με εκ-δί-κη-ση! Θέ-λου-με εκ-δί-κη-ση!».
Τότε ο αρχικομμουνιστής Βελουχιώτης -Θανάσης Κλάρας- εβγήκε στον εξώστη και απήντησε: «Πάρτε τη με το χέρι σας, λαέ μου!».
Το κομμουνιστικόν σχέδιον προχωρεί εις την εφαρμογήν του…
Αμέσως εφανερώθησαν στα χέρια των κομμουνιστών, δρεπάνια, τσεκούρια, γεωργικά εργαλεία και μαχαίρια και οι δολοφόνοι που είχαν καλά μελετήσει τα εγκληματικά των σχέδια, εισώρμησαν κατά των αόπλων πλέον ανδρών του τάγματος σαν άγριοι κανίβαλλοι… Κραυγές πόνου και θανάτου ακούονται. Άνω από 100 άτομα εσκοτώθησαν ή ετραυματίσθησαν.
Άλλοι κομμουνισταί, με τα ίδια όπλα, τσεκούρια και μαχαίρια, επιτίθενται κατά των κρατουμένων εκλεκτών Πυλίων πολιτών, εις το διώροφο σπίτι στο λιμάνι. Και εκεί οι δολοφόνοι κομμουνισταί σκοτώνουν και βασανίζουν τούς κρατουμένους πολίτες της Πύλου. Γνωρίζουν καλά οι κομμουνισταί τα πρόσωπα που εκτελούν, εις την ατμόσφαιραν αυτήν της ανεμοζάλης, που οι ίδιοι εδημιούργησαν… Κάποιοι άλλοι δολοφόνοι επάνω, παίρνουν έναν-έναν από τους κρατουμένους, τον κτυπούν στο κεφάλι και τον πετούσαν από το παράθυρο κάτω μισοζώντανον και εγίνετο κομμάτια κάτω στο λιθόστρωτο, παρουσία του κόσμου. Έτσι πέταξαν τον ιατρόν Γεώργιον Λαμπρακόπουλον, τον ιατρόν Γ. Θεριόν, τον συμβολαιογράφον Αδαμάντιον Στασινόπουλον κ.ά.
Μία σφαίρα εις τον αέρα, από έναν επικεφαλής των κομμουνιστών, ήρκεσε διά να σταματήση αμέσως το όργιον των δολοφονιών και των βασανιστηρίων εις τους αόπλους του φρουρίου και της οικίας στο λιμάνι. Ήτο το σύνθημα πειθαρχίας των δολοφόνων κομμουνιστών. Δεν ήτο συνεπώς στιγμιαία οργή, πάθος εκδικήσεως κ.λπ. ό,τι είχε γίνει. Ήτο ψυχρόν σχέδιον δολοφονικόν, που έπρεπε να γίνη εντός ωρισμένης προθεσμίας. Και οι εκτελεσταί είχαν παρατείνει το όργιον των εγκλημάτων των…
(«Εθνική Αντίσταση, 1941-1945» – Κοσμάς Αντωνόπουλος)
Σε κάθε συνοικία, το ΕΑΜ έχει φέρει 4-5 αιμοβόρικους τύπους, γεννημένους εγκληματίες, και μ’ αυτούς δολοφονεί συνέχεια εθνικιστάς. Οι πολιτοφύλακες της ΟΠΛΑ παρακολουθούν λίγες μέρες τις συνήθειες των θυμάτων, κι άμα μαζέψουν αρκετές πληροφορίες τις πάνε στην τοπική επιτροπή τους, που αποφασίζει, με κρύα καρδιά, ποιους θα ξεπαστρέψη απόψε. Κράζουν τούς κακούργους, τους τάζουν αμοιβές και τους στέλνουν να σκοτώσουν. Αυτοί δολοφονούν ύπουλα σε σκοτεινά σοκάκια τα καλύτερα παιδιά μας, ευγενικά παιδιά που μόνο πατρίδα ξέρουν· δολοφονούν κατά μέσον όρο δύο την ημέρα, αξιωματικούς, φοιτητάκια, ευέλπιδες. Από τους 500 μαθητές που είχε το 1940 η Σχολή Ευελπίδων, έχουν σκοτωθή ως τώρα 215. Δολοφόνησαν οι κόκκινοι προχτές, κοντά στο σπίτι μου, έναν φτωχόν αστυφύλακα του Γ’ Τμήματος, μόνο και μόνο γιατί ήταν κρατικό όργανο. Τί σχέση έχει αυτός ο δυστυχισμένος κι η πεινασμένη φαμελιά του με τούς «μεγαλοκαρχαρίες» και τους «τσιφλικάδες»; Σωρός τέτοια ηλίθια εγκλήματα αποξενώνουν το ΚΚΕ από τον λαό, που βλέπει τους αριστερούς να ξεκάνουν αθώους νέους, άλλα κανέναν από τους δοσίλογους που φέραν την πείνα στον τόπο. Αυτοί πληρώνουν εκατοντάδες λίρες στο ΕΑΜ για λύτρα…
Στις 4 Σεπτεμβρίου, πιάνουμε έγγραφο της «Επιτροπής Πόλης», που διατάζει επιφυλακή στα μέλη του ΚΚΕ, ΕΑΜ, ΕΠΟΝ και του εφεδρικού ΕΛΑΣ. Αποφάσισαν την επιβολή της λαοκρατίας πριν προφτάσουν να επέμβουν οι Άγγλοι. Έχει ετοιμάσει ο Κομμουνισμός λαϊκά δικαστήρια και προγραφές. Κατέχουμε πίνακα των σπιτιών που πρόκειται να καταλάβη ο ΕΛΑΣ, αμέσως μόλις φύγουν οι Γερμανοί, για να κάμη τη στρατηγική κύκλωση της πρωτεύουσας. Μελετάει να σφάξη εθνικιστάς επί 24 ώρες και να τηρήση ύστερα αυστηρή τάξη, για να επιβάλη στους Άγγλους δικό του συμβιβασμό, ως «ο μακάριος κατέχων τον τόπο».
(«Το χρονικό της σκλαβιάς» – Χρήστος Ζαλοκώστας)
Η οργάνωσις ΕΣ (Ελληνικός Στρατός), αναπτυχθείσα εις μαχητικήν δύναμιν αντιστάσεως κατά των κατεχουσών την Ελλάδα δυνάμεων, δεν φαίνεται να διέθετεν όπισθεν αυτής, πολιτικήν τίνα οργάνωσιν και τούτο απετέλεσε δι’ αυτήν μίαν μεγάλην αδυναμίαν. Επί κεφαλής ταύτης ετέθη ο συνταγματάρχης Γιαννακόπουλος Αθανάσιος, το δε Συμμαχικόν Στρατηγείον Μ. Α., υπεσχέθη εις αυτόν αμέριστον την συμπαράστασίν του, διά της δι’ αεροπλάνων ρίψεως εις τας δυνάμεις του, όπλων, πυρομαχικών, χρημάτων και λοιπών αναγκαίων εφοδίων, διά την διεξαγωγήν αποτελεσματικών κατά του εχθρού επιχειρήσεων.
Ο συνταγματάρχης Γιαννακόπουλος, λόγω αλλεπαλλήλων επιθέσεων των κομμουνιστών εναντίον ομάδων του ΕΣ, διέταξε την συγκέντρωσιν των ομάδων Λακωνίας, Μεσσηνίας και Αρκαδίας εις βόρειον Ταΰγετον, ίνα αφού εξοπλισθώσιν διά ρίψεων εις την περιοχήν ταύτην, εν συνεχεία να εκταθώσιν εις ολόκληρον την Πελοπόννησον. Το Συμμαχικόν Στρατηγείον όμως, διά λόγους τους οποίους μόνον αυτό γνωρίζει, ουδεμίαν ρίψιν έκαμε προς τον ΕΣ την κρίσιμον ταύτην εποχήν, ενώ εξ αντιθέτου προς τον ΕΛΑΣ έριψε κατ’ επανάληψιν οπλισμόν.
Ο ΕΛΑΣ, ανησυχήσας από την ταχυτάτην ανάπτυξιν του ΕΣ και βλέπων ότι η διάλυσις τούτου, διά μάχης εκ παρατάξεως ήτο αδύνατος, κατέφυγεν εις τον δόλον. Απεύθυνεν το Αρχηγείον του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου προς τον συνταγματάρχην Γιαννακόπουλον, έκκλησιν δι’ εθνικήν συνεργασίαν και εζήτησε παρ’ αυτού να συναντηθώσιν εις χωρίον Δυρράχιον του βορείου Ταϋγέτου, προς κατάπαυσιν του αδελφοκτόνου πολέμου.
Δυστυχώς, ο συνταγατάρχης Γιαννακόπουλος, παρά την περί του αντιθέτου γνώμην πολλών αξιωματικών, έπεσεν εις την κομμουνιστικήν παγίδα και εδέχθη την μετά των κομμουνιστών συνάντησιν, διατάξας εκεχειρίαν, του κατ’ αιτών αγώνος. Κατόπιν τούτου, το Αρχηγείον του ΕΛΑΣ συνοδευόμενον υπό ισχυρών ενόπλων ομάδων έσπευσεν προς το χωρίον Δυρράχιον, ενώ εκ παραλλήλου διέταξεν απάσας τας εν Πελοποννήσω δυνάμεις του, όπως κινούμεναι ταχέως κυκλώσωσιν τον βόρειον Ταύγετον. Κατ’ αυτόν τον τρόπον, μίαν πρωίαν του φθινοπώρου του 1943, το Στρατηγείον του Ε.Λ.Α.Σ υπό ισχυράν συνοδείαν ενόπλων εισήρχετο εντός του χωρίου Δυρράχιον, ένθα ευρίσκετο και το Στρατηγείον του ΕΣ, ισχυραί δε κομμουνιστικοί δυνάμεις είχον κυκλώσει τούτο εξ όλων των σημείων.
Κατά την γενομένην εις το σχολείον του χωρίου σύσκεψιν των δύο στρατηγείων, οι κομμουνισταί ηθέλησαν να επιβάλλωσιν ολοκληρωτικώς τας απόψεις των, άρνησις δε του πλείστου των αρχηγών ομάδων του ΕΣ, όπως αποδεχθώσιν ταύτας, είχεν ως άμεσον συνέπειαν την αιφνιδιαστικήν επίθεσιν των κομμουνιστών εξ όλων των σημείων κατά των ανυπόπτων δυνάμεων του ΕΣ. Ούτω, αι δυνάμεις του ΕΣ διελύθησαν, πολλοί των αξιωματικών και των ανδρών εφονεύθησαν επί τόπου, άλλοι συνελήφθησαν και υπεχρεώθησαν να ενταχθώσιν εις τον ΕΛΑΣ και ελάχιστοι εξορμήσαντες μετά τών τμημάτων των, διέσπασαν τόν κομμουνιστικόν κλοιόν και διέφυγον.
***
Η οργάνωσις ΕΚΚΑ (Εθνικόν Κοινωνικόν Κίνημα Αντιστάσεως) ανεπτύχθη κατά τας αρχάς του 1944 εις περιοχήν Φθιώτιδος και Φωκίδος υπό του συνταγματάρχου Ψαρρού Δημητρίου, περιλαβούσα εις τους κόλπους της πολλούς διακεκριμμένους αξιωματικούς, με υψηλόν αγωνιστικόν πνεύμα και στερεάν την προς τα ελληνικά ιδανικά πίστιν. Πολιτικός καθοδηγητής της ΕΚΚΑ υπήρξεν ο πολιτευτής Γεώργιος Καρτάλης.
Ο κυριαρχών εις την περιοχήν Στερεάς Ελλάδος, κατόπιν διαλύσεως σημαντικών εθνικών ομάδων ΕΛΑΣ, βλέπων την μεγάλην επιρροήν του συνταγμάρχου Ψαρρού παρά τω λαώ και την ταχείαν ανάπτυξιν τμημάτων υψηλής μαχητικής αξίας, εκάλεσε τούτον εις συνεργασίαν. Ο συνταγματάρχης Ψαρρός, μη δυνάμενος να αντιληφθεί τον βαθμόν της κομμουνιστικής δολιότητος, εδέχθη να συναντηθή μετά των ηγετών του ΕΛΑΣ, της περιοχής του, χωρίς να λάβη μέτρα αμύνης, και παρά τας αντιρρήσεις των συνεργατών του.
Ούτω, κατά τον Απρίλιον του 1944, ενώ ητοιμάζετο να αρχίση την κατά των δυνάμεων κατοχής δράσιν του, κυκλωθείς υπό του ΕΛΑΣ, αυτός μεν εφονεύθη*, αι δε δυνάμεις του διελύθησαν.
[* (σ.σ.) Η δολοφονία του Ψαρρού και η διάλυση της ΕΚΚΑ, έγιναν κατ’ εντολήν του γραμματέα του ΚΚΕ, Γιώργου Σιάντου. Οι κομμουνιστές, στον τάφο του Ψαρρού, τοποθέτησαν την επιγραφή με την ένδειξη «Ψαρρός – Προδότης της πατρίδας».]
***
Η ΠΑΟ* (Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωσις) υπήρξεν μία σημαντική οργάνωσις εθνικής αντιστάσεως, ήτις ιδρύθη από το πρώτον έτος της Γερμανο-Ιταλικής Κατοχής της Ελλάδος και η οποία εκάλυψεν ολόκληρον την ελληνικήν Μακεδονίαν και Θράκην. Επειδή μέγα μέρος της Μακεδονίας και της Θράκης είχε παραδοθή παρά των Γερμανών εις τους Βουλγάρους, η ΠΑΟ υπήρξε δημιούργημα της εθνικής επιταγής, να αγωνισθή δι’ όλων της των δυνάμεων κατά των στρατευμάτων κατοχής του άξονος, προς αποκατάστασιν της ακεραιότητος της ακρωτηριασθείσης Ελλάδος. Τας τάξεις της ΠΑΟ επύκνωσαν πολλοί Έλληνες, αδιακρίτως πολιτικών φρονημάτων και συντόμως αυτή υπήρξεν ο οδηγός των Ελλήνων της Βορείου Ελλάδος. Έδρα της ΠΑΟ ήτο η Θεσσαλονίκη, το δε επιτελείον της απετελείτο κυρίως εξ αξιωματικών, εγνωσμένου κύρους και ικανοτήτων.
Κατά το θέρος του 1943, η ΠΑΟ ανέπτυξε μαχητικάς ομάδας υπό τους λοχαγούς Σινανίδην Λέανδρον, Κατάκην, Σαρρήν Δημ. και Γουλγουτζόν Γεώρ. και τους υπολοχαγούς Βογιατζόγλου Απόστ., Κοττέαν Ελπιδοφόρον, τον ανθυπολοχαγόν Παπαγεωργίου Κων. και τινών άλλων κατωτέρων αξιωματικών εις περιοχήν Ολύμπου – Πιερρίων – Βερμίου – Παΐκου – Παγγαίου. Παρά την αθρόαν προσέλευσιν ανδρών εις τας μαχητικός ομάδας της ΠΑΟ, η ανάπτυξίς των υπήρξεν βραδεία και τούτο διότι το Στρατηγείον των συμμαχικών δυνάμεων Μ.Α., δεν επραγματοποίησε τας ας είχεν υποσχεθή ρίψεις όπλων και πυρομαχικών, εγκαίρως.
Ο ΕΛΑΣ, ανησυχήσας εκ της εμφανίσεως των ομάδων τούτων, επεδίωξε να διαλύση ταύτας δυναμικώς. Δεν ηδυνήθη όμως να επιτύχη τούτο διότι αι ομάδες αύται παρουσίασαν μεγάλην συνοχήν και υψηλόν μαχητικόν πνεύμα. Κατόπιν τούτου, διά μίαν φοράν εισέτι ετέθη εις εφαρμογήν η μέθοδος του δόλου και της απάτης. Το Αρχηγείον του ΕΛΑΣ, απηύθυνεν πρόσκλησιν προς το Αρχηγείον της ΠΑΟ, όπως διά τον συντονισμόν του αγώνος κατά των κατακτητών και κατάπαυσιν του εμφυλίου πολέμου, συναντηθώσιν αντιπρόσωποι των δύο οργανώσεων εις περιοχήν Ολύμπου. Γενομένης αποδεκτής της προτάσεως ταύτης παρά της ΠΑΟ, άπεστάλησαν προς συνάντησιν των αντιπροσώπων του ΕΛΑΣ εις Όλυμπον, οι συνταγματάρχης Μουστεράκης και αντισυνταγματάρχης Αργυρόπουλος Αρχιμήδης. Εν τω μεταξύ, διετάχθη παρ’ αμφοτέρων των οργανώσεων εκεχειρία των μεταξύ των επιχειρήσεων.
Καθ’ ον χρόνον όμως διεξήγοντο αι σχετικοί διαπραγματεύσεις, ο ΕΛΑΣ παρασπονδήσας, τους μεν αντιπροσώπους της ΠΑΟ συνέλαβε, κινητοποιήσας δε αιφνιδιαστικώς ισχυράς δυνάμεις, επετέθη κατά των ανυπόπτων ομάδων της ΠΑΟ τας οποίας και διέλυσε. Εξ των αντιπροσώπων της ΠΑΟ, ο μεν συνταγματάρχης Μουστεράκης προσεχώρησεν εις τον ΕΛΑΣ, ο δε αντισυνταγματάρχης Αργυρόπουλος αφέθη ελεύθερος κατόπιν επιμόνου αξιώσεως της ΠΑΟ.
[* (σ.σ.) Η ΠΑΟ ήταν μια από τις πρώτες αντιστασιακές οργανώσεις που δημιουργήθηκαν στην Κατοχή. Ιδρύθηκε τον Ιούλιο του 1941, υπό την ονομασία ΥΒΕ (Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδος).]
(«1940-1952: Το δράμα της Ελλάδος – Έπη κι αθλιότητες» – Γιώργος Καραγιάννης)
Εκείνοι που κατατάχτηκαν εθελοντικά στον «Δημοκρατικό Στρατό» δεν ήσαν τόσοι πολλοί, ώστε να μπορούν να βγάλουν πέρα νικηφόρα τον ανταρτοπόλεμο που ξεκίνησε το ΚΚΕ. Γι’ αυτό, γρήγορα οι κομμουνιστές κατέφυγαν στη μέθοδο της βίαιης στρατολογίας, όχι μονάχα ανδρών, αλλά και γυναικών ακόμα. Υπάρχουν πάμπολλες σχετικές μαρτυρίες. Εδώ αρκεί ν’ αναφερθεί μονάχα η μαρτυρία του Αθανασίου Παρτούλα, από το χωριό Κάρπι της Μακεδονίας: Τον Νοέμβριον του 1946, οι αντάρτες εισήλθον εις το χωρίον του και προέβησαν εις βιαίαν στρατολογίαν. Δέκα εκ των συγχωριανών του, οι οποίοι ηρνήθησαν να τους ακολουθήσουν, εξετελέσθησαν επί τόπου. Ο Παρτούλας, διά να σωθή, τους ηκολούθησε.
(«1946-1949: Τα χρόνια της κρίσης» – Νίκος Ροδίτσας)
Την νύκτα της 23ης Δεκεμβρίου 1942, ο Άρης Βελουχιώτης έφθασε με την δύναμίν του εκείνη (σ.σ.: 350 περίπου άνδρες), εις τους παρά την ανατολικήν όχθην του μέσου Αχελώου συνοικισμούς της επαρχίας Ευρυτανίας, Βαλαώρα και Τοπόλιανα, όπου και ηυλίσθη. Εκεί συνέλαβε τον Δημ. Κουτσοκώσταν εκ Βαλαώρας, αποστάτην του Ε.Α.Μ., τον οποίον και εθανάτωσε κατά τον εξής μαρτυρικόν τρόπον: Αφού τον απεγύμνωσε, τον προσέδεσεν εκτάδην επί τεσσάρων πασσάλων εις την πλατείαν του χωρίου. Εν συνεχεία, αφού συνεκεντρώθησαν βιαίως εις το τόπον του δράματος όλοι οι κάτοικοι του χωρίου, ήρχισεν η τιμωρία του «προδότου» υπό την επίβλεψιν του Άρη. Εις εκ των ανταρτών του, Μπελής το όνομα, έσχιζε διά μαχαίρας τας σάρκας του ατυχούς θύματος, ενώ δύο άλλοι έρριπτον ταυτοχρόνως εις τας μεγάλας πληγάς ο μεν άλας, ο δε βραστόν έλαιον. Οι δήμιοι, ασυγκίνητοι εις τας οιμωγάς του θύματος και τους θρήνους και κοπετούς των συγγενών του, εσυνέχισαν επί δύο περίπου ώρας, υπό τα όμματα του έντρομου πλήθους, το απάνθρωπον έργον των. Τέλος, όταν το θύμα απέκαμε ολοσχερώς και πριν ακόμη εκπνεύση, ερρίφθη εις παρακείμενον λάκκον και εκαλύφθη με χώμα και λίθους.
***
Εις Τατάρναν Ευρυτανίας, τον Τρίκλινον και το Περδικάκι Βάλτου ωργανώθησαν νέα στρατόπεδα συγκεντρώσεως ομήρων, κατά εκατοντάδας δε εσύροντο εκεί οι διάφοροι πατριώται, πρόεδροι ή μέλη των κατά τόπους Επιτροπών Εθνικού Αγώνος, επιστήμονες και άλλοι απλοί πολίται. Εκεί, αιμοβόρα στελέχη του ΚΚΕ, εφήρμοζον επί των δυστυχών αυτών υπάρξεων αφαντάστους εις αγριότητα και σαδισμόν τρόπους θανατώσεως, προ των οποίων ωχριούν αναμφισβητήτως όλα τα μαρτύρια της Ιεράς Εξετάσεως του Μεσαίωνος.
Ούτω, εις το στρατόπεδον Περδικακίου, κατόπιν προχείρου συσκέψεως του στρατοπεδάρχου, φέροντος το προσφυές ψευδώνυμον «Χάρος» μετά των επιτελών του απεφασίζετο, σχεδόν καθ’ εκάστην, η θανάτωσις ενός-δύο, συνήθως δε και πολύ περισσοτέρων εκ των κρατουμένων. Αναλόγως δε της προγενεστέρας εθνικής δράσεως ενός εκάστου εξ αυτών, καθωρίζετο συγχρόνως η προτεραιότης, ο τρόπος και κυρίως ο χρόνος διάρκειας του μαρτυρίου του καταδικασθέντος, μέχρις ότου επέλθη ο λυτρωτής θάνατος. Ο χρόνος δε αυτός εποίκιλλε συνήθως επί 1, 2, 3, 5, 10 και 20 πολλάκις ημέρας.
Βάσει των αποφάσεων αυτών, οι εντεταλμένοι δήμιοι επεδίδοντο εις το αποτρόπαιον έργον των. Ούτω όμηροι του στρατοπέδου Περδικακίου, εις τους οποίους είχεν επιβληθή ποινή «θανάτου ολίγων ημερών», εθανατούντο ως ακολούθως: Καθ’ ημέραν και διαδοχικώς εσύροντο από το δεσμωτήριον εις τον τόπον του μαρτυρίου (οικία Κ. Καρακώστα, του γνωστού εξωμότου ταγματάρχου), όπου την πρώτην ημέραν εμαστιγώνοντο αγρίως, την επομένην εθραύοντο αι χείρες των, την μεθεπομένην οι πόδες των, απεκόπτοντο εν συνεχεία τα ώτα, η ρίνα και άλλα σωματικά όργανα των θυμάτων αυτών, ότε, εκ της αιμορραγίας και τον πόνων, ο θάνατος επήρχετο συντόμως και εντός των καθορισθέντων διά της «αποφάσεως» χρονικών ορίων. Σημειωτέον ότι κατά την διάρκειαν των βασανιστηρίων, τα τέκνα του ταγματάρχου Καρακώστα, ετοποθετούντο εις την εξώθυραν και τα παράθυρα της οικίας, όπου και ετραγουδούσαν μεγαλοφώνως προς κάλυψιν, προφανώς, των οιμογών των θυμάτων.
Κατ’ αυτόν τον τρόπον εθανατώθησαν εις Περδικάκι οι ένθερμοι πατριώται μέλη της Επιτροπής Εθνικού Αγώνος Σαρδηνίνων Βάλτου, Αρκουμάνης Αθαν. δικηγόρος, οι αδελφοί Χρήστος και Μάρκος Τσεκούρας κτηματίαι, ο Ιωάννης Πλάτης, ως και τα μέλη των Επιτροπών Εθνικού Αγώνος Σπάρτου και Αμπελακίου Βάλτου, οι σύνδεσμοι του Αρχηγείου Βάλτου, Σεραφείμ Λάκκας, Ι. Μπουγάνης και πλήθος άλλων αθώων πολιτών ως και ο ιερεύς Κελεπούρης, όστις και εκάη ζων.
Εις περιπτώσεις επιβολής βαρυτέρας ποινήν, ως π.χ. «θανάτου 20 ημερών», το είδος των βασάνων ήτο διάφορον και ό ρυθμός εφαρμογής αιτών βραδύτερος. Τοιαύτη ποινή επεβλήθη εις τον ιατρόν Χρ. Πάγγειον. Ο δυστυχής ούτος, εσύρετο εκάστην πρωίαν από το δεσμωτήριον εις τον τόπον του μαρτυρίου. Εκεί διηνοίγοντο βραδέως διά μαχαίρας αι σάρκες των άκρων κατ’ αρχάς, εν συνεχεία δε του υπολοίπου σώματός του. Εις τας βαθείας πληγάς ερρίπτετο άφθονον άλας και μετά πρόχειρον επίδεσιν το θύμα διεκομίζετο και πάλιν εις τας φυλακάς. Την επομένην διεκομίζετο πάλιν εις τον τόπον του μαρτυρίου (οικία Κ. Καρακώστα), όπου διηνοίγοντο νέαι πληγαί κατά τον ίδιον τρόπον. Όταν δε επλησίασε η 20ή ημέρα, εγένετο αποκοπή των άκρων και εξώρυξις των οφθαλμών του. Τέλος, την 20ήν ημέραν από της ενάρξεως του μαρτυρίου και ενώ ο εν λόγω ιατρός, με κατακρεουργημένον πλέον το σώμα και σκωληκόβρωτον, ευρίσκετο εν αφασία, εσύρθη διά σχοινιών και ερρίφθη εις την μάνδραν Κ. Καρακώστα, όπου και κατεσπαράχθη από εγκεκλεισμένων εκεί πεινολέων χοίρων.
Καθ’ όμοιον ή παρεμφερή τρόπον, εθανατώθησαν εις το στρατόπεδον Περδικακίου, μέχρι του Αυγούστου 1944, τριακόσιοι περίπου πατριώται, ενώ ισάριθμοι, εν οις και ο επιφανής ιατρός Αθ. Γεροχρήστος και ο νομικός Στουρνάρας, ερρίφθησαν ζώντες εις το βάραθρον «Λυκόφορκο» παρά την γέφυραν Τατάρνης.
(«Η Εθνική Αντίστασις των Ελλήνων (1941-1945)» – Στυλιανός Χούτας)
Το έτος 1943 υπήρξεν έτος μεστόν δυσχερειών διά την ελληνικήν κατά της βουλγαρικής δράσεως αντίδρασιν. Από της ανοίξεως έτι ολόκληρον το ωργανωμένον σύστημα της διαφωτίοεως και αντιδράσεως, όπερ ο λαός είχεν ενστερνησθή μετά θέρμης, αφοσιώσεως και εμπιστοσύνης, κατεπολεμήθη συστηματικώς, όχι από την βουλγαρικήν προπαγάνδαν, ήτις ματαίως προσεπάθει την εποχήν εκείνην να συγκράτηση τους, δι’ απάτης και παροχών, προσηλυτισθεντας εις το άρμα της, αφελείς και δυστυχείς χωρικούς, οίτινες έσπευδον να επανέλθωσιν εις τους κόλπους της ελληνικής οικογενείας, αλλ’ από οργάνωοιν, ήτις ενεφανίζετο ως ελληνική και διεσάλπιζεν ότι εξεπροσώπει την Ελλάδα και απειργάζετο την απελευθέρωσιν αυτής.
Το ΕΑΜ, διότι περί αυτού πρόκειται, είχεν εμφανισθή, μη συγχωρούν εις ουδένα άλλον να εργάζηται υπέρ της Ελλάδος και των ελληνικών υποθέσεων, και συγκαλύπτον υπό το σύνθημα της ελευθερίας της συνειδήσεως, την συμμαχίαν του ΚΚΕ μετά των προαιώνιων εχθρών του έθνους και της φυλής, συνέβαλεν ήδη εις την υπόσκαψιν των βάθρων του ελληνικού οικοδομήματος.
Εξάπλωσαν υπό το εθνικοαπελευθερωτικόν αυτού προσωπείον, τους πλοκάμους του εις όλην σχεδόν την Μακεδονία· ανέλαβε την προστασίαν της βουλγαρικής προπαγάνδας και έθεσεν υπό αμείλικτον διωγμόν τους εργαζομένους κατά της προπαγάνδας ταύτης και γενικώς τα εθνικόφρονα στοιχεία, τα ενστερνισθέντα μετά θέρμης, αφοσιώσεως και εμπιστοσύνης το έργον της ελληνικής αντιδράσεως. Απανταχού της Μακεδονίας, οι πιστεύοντες εις τα ελληνικά ιδεώδη και αφοσιωθέντες εις την εξυπηρέτησιν της εθνικής υποθέσεως, ηπειλούντο, συνελαμβάνοντο και απήγοντο εις τα όρη, όπου επλήρωνον με την ζωήν των την εθνικήν των προσήλωσιν.
(«Η Κατοχή εν Μακεδονία», τόμος Β’ – Αθανάσιος Χρυσοχόου)
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ
Γιώργος Μαραθέας, 13 ετών, από το Νέο Μοναστήρι Δομοκού. Απήχθη από τον Άρη Βελουχιώτη, ο οποίος ζήτησε λύτρα για την επιστροφή του. Αφού τα έλαβε, αθέτησε τον λόγο του. Το παιδί, αφού το περιέφερε άρρωστο για πολλές ημέρες στα βουνά, τελικά βρέθηκε κατακρεουργημένο, με καταμετρημένες 36 μαχαιριές στο κορμί του… Ο Βελουχιώτης, σε κατάσταση μέθης, είχε σφάξει το παιδί, για να μην αποκαλυφθεί κι ένα μυστικό: Ο μικρός Μαραθέας, είχε βιαστεί από κάποιον μαυροσκούφη του Βελουχιώτη, ονόματι «Αχιλλέα» (Τάσος Ελευθερίου), ο οποίος συνέδραμε κι αυτός στη σφαγή του παιδιού…

Κωνσταντίνος Λώζος, 15 ετών, από το Καρπενήσι. Έχασε τα λογικά του, από την ημέρα που οι κομμουνιστές έσφαξαν τον πατέρα του, μπροστά στα μάτια του…

Κροκεές Λακωνίας, 16 Ιανουαρίου 1946. Ο δικηγόρος Γρηγόριος Κοντοβουνήσιος από τις Κροκεές, οργανωμένος εθνικόφρων, βρίσκεται στο λεωφορείο για τη Σπάρτη, έχοντας μαζί του τον πεντάχρονο άρρωστο γιο του, Αναστάσιο Κοντοβουνιώτη, προκειμένου να τον πάει στον γιατρό. Μαζί του, ταξιδεύουν και δυο φίλοι του, επίσης οργανωμένοι εθνικόφρονες, οι Ν. Σακελλαρόπουλος και Ν. Κουλάκος. Έξι χιλιόμετρα μετά τις Κροκεές, ομάδα ενόπλων κομμουνιστών, σταματά το λεωφορείο και διατάζει όλους τους επιβάτες να κατέβουν. Ξεχωρίζουν τον Κοντοβουνιώτη με το παιδί του και τους δυο συνοδούς του. Ο Κοντοβουνιώτης, προαισθανόμενος τι θα επακολουθήσει, παρακαλεί τους κομμουνιστές να αφήσουν ελεύθερο το παιδί και να σκοτώσουν τους τρεις ενήλικους. Οι ένοπλοι αρνούνται κατηγορηματικά. Ακολουθεί η δεύτερη παράκληση: Να τον σκοτώσουν, πριν το παιδί του. Αντί άλλης απάντησης, τον τραυματίζουν κι αρχίζουν να βασανίζουν το παιδί του μπροστά στα μάτια του, με μαχαίρι. Αφού χαράσσουν στο στήθος του παιδιού το γράμμα «Χ» (υποτίθεται, ότι σε αυτή την οργάνωση ανήκε ο πατέρας του), πετάνε το κορμί του, πάνω στον αιμόφυρτο πατέρα του και το αποτελειώνουν με μια σφαίρα, κάτω από το σαγόνι. Την ίδια τύχη είχαν και οι υπόλοιποι…

Ο Σάββας Κοτζαμάνης και η κόρη του Ελένη, μόλις 1½ έτους. Έχασαν τη ζωή τους από αντάρτες του ΔΣΕ, λίγο έξω από την Αριδαία Πέλλας. Την μικρή Ελένη την στραγγάλισαν, αφού προηγουμένως την βίασαν…

Στέργιος Συρκόγλου, 15 ετών. Κατακρεουργήθηκε από τους κομμουνιστές με σκεπάρνι…

Ο στρατιώτης Ιωάννης Σκουλικάρης από την Κρήτη, υπηρετούσε την θητεία του, όταν συνελήφθη από άντρες του καπετάν Γιώτη (Χαρίλαος Φλωράκης), την 1η Ιουλίου 1949. Τα «παλικάρια» του καπετάν Γιώτη, αφού τον μαχαίρωσαν σε διάφορα σημεία του σώματός του και του έκοψαν τη μύτη και τ’ αφτιά, προσπάθησαν να τον αποκεφαλίσουν. Επειδή ο Σκουλικάρης λιποθύμησε, οι δήμιοι του τον νόμισαν για νεκρό και δεν αποτελείωσαν την προσπάθειά τους. Όταν συνήλθε, με περιπετειώδη τρόπο, έφτασε στην τοποθεσία Μεταλλεία Δομοκού, όπου και τον περισυνέλεξε ο Εθνικός Στρατός. Τα σημάδια που άφησαν πάνω του οι κομμουνιστές, είναι κάτι παραπάνω από εμφανή και μοιάζει απίστευτο το ότι κατάφερε να επιζήσει μετά απ’ όλα αυτά…

Στις 20 Οκτωβρίου 1944, το διοικητικό συμβούλιο του ΣΕΗ (Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών), το οποίο ελέγχονταν από τους κομμουνιστές, σε μια πραξικοπηματική συνεδρίαση, εισηγείται και αποφασίζει την διαγραφή 15 ηθοποιών με την κατηγορία ότι «πρόδωσαν τον ιερό εθνικό ελληνικό αγώνα». Μεταξύ αυτών, συγκαταλέγονταν και η ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη. Μετά από αντιδράσεις της μειοψηφούσας παράταξης, οι κομμουνιστές δέχτηκαν η διαγραφή να επικυρωθεί ή να ακυρωθεί στη Γενική Συνέλευση. Τα ονόματα αυτά όμως, πριν ακόμη συνεδριάσει η Γενική Συνέλευση για την τελική απόφαση, δημοσιεύθηκαν στον Τύπο, στις 25 Οκτωβρίου 1944, υπό τον τίτλο «Οι προδόται ηθοποιοί». Στην Γενική Συνέλευση που έγινε, στις 20 Νοεμβρίου 1944, στο θέατρο «Παπαϊωάννου», ο αντιπρόεδρος Θόδωρος Μορίδης, εισηγείται με θέρμη την επικύρωση της διαγραφής. Ο Αιμίλιος Βεάκης κινείται κι αυτός στο ίδιο πλαίσιο. Έτσι, μέσα σε ένα κλίμα οχλοκρατίας, διά βοής και εν μέσω αλαλαγμών, με υψωμένες τις γροθιές, η «πουτάνα» διαγράφεται. Η καταδίκη της αυτή, δεν αποτελούσε παρά το πράσινο φως για ό,τι θα επακολουθούσε, έναν μήνα αργότερα… Στις 21 Δεκεμβρίου 1944, η Ελένη Παπαδάκη συνελήφθη από την ΟΠΛΑ, με την κατηγορία του «φιλογερμανισμού» κι ότι υπήρξε -υποτίθεται- ερωμένη του κατοχικού πρωθυπουργού Ιωάννη Ράλλη. Αφού την συνέλαβαν «για μια ανακρισούλα», την οδήγησαν στα Διυλιστήρια της Ούλεν και μπροστά σε έναν λάκκο, την έγδυσαν με τη βία, την προπηλάκισαν και στο τέλος την εκτέλεσαν. Τα κλάματα και οι ικεσίες της, δεν συγκίνησαν κανέναν. Ο δήμιός της, Βλάσης Μακαρόνας, κατηγορήθηκε από τον εντολέα της δολοφονίας της, καπετάν Ορέστη, ότι έκανε «σαμποτάζ», επειδή την εκτέλεσε με πιστόλι και όχι με τσεκούρι (αν και το κορμί της έφερε σημάδια από μαχαιριές και τσεκουριές). Λόγω της δημοφιλίας της και των αντιδράσεων που προκάλεσε ο θάνατός της, το ΚΚΕ αναγκάστηκε αργότερα να καταδικάσει τη δολοφονία της, ως «σφάλμα». Στη φωτογραφία, η Ελένη Παπαδάκη, όπως βρέθηκε κατά τα αιματηρά Δεκεμβριανά του ’44…
  
Ο καθηγητής και πρύτανις του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Ιωάννης Θεοφανόπουλος· όπως ήταν κι όπως τον κατάντησαν οι κομμουνιστές, στον «Μεγάλο Δεκέμβρη». Λόγω πληθώρας «ηρώων» του Πολυτεχνείου του ’73 (αυτών των ανύπαρκτων «νεκρών φοιτητών» που «έριξαν» τη Χούντα), το όνομά του δεν κατέστη δυνατόν να μνημονεύεται κι ας ήταν πραγματικός νεκρός κι όχι «μαϊμού»…
  
  
Αρχιφύλακας Νικόλαος Αγγελόπουλος. Σφαγμένος από τους κομμουνιστές κατά τα Δεκεμβριανά του ’44…

Υπαστυνόμος B’ Ιωάννης Κατσαμπέκης. Θύμα των Δεκεμβριανών του ’44. Απ’ όλα έχει ο «μπαξές»… Κομμένος λαιμός με κονσερβοκούτι, τρυπημένη καρδιά με κατσαβίδι…
  

Το τσεκούρι, δεν χρησιμεύει μόνο για την κοπή ξύλων. Στα χέρια των κομμουνιστών, αποκτά άλλη αξία..

Για το τελευταίο που θα μπορούσε να κατηγορήσει κάποιους τους χασάπηδες του ΚΚΕ, είναι η έλλειψη φαντασίας. Το θύμα έχει «ξαλαφρωθεί» από την καρδιά και το ένα του μάτι…
  

  

Το ΚΚΕ, το «κόμμα του λαού», «ποτίζει» το δένδρο της «λευτεριάς», της «αδελφοσύνης» και της «δημοκρατίας», με αίμα και πόνο…

Στρατόπεδα συγκεντρώσεως (μελλοθανάτων) του Ε.ΛΑ.Σ. στην Πελοπόννησο
Στρατόπεδα Συγκεντρώσεως ΕΑΜ στη Πελοπόννησο
        Χριστούγεννα 1944, Αθήνα. Στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία», γίνεται ευρεία σύσκεψη για τον τερματισμό της αιματοχυσίας που συνεχιζόταν από τις 3-12-44.
 Ειδικά για την σύσκεψη αυτή είχε έρθει ο Βρετανός Πρωθυπουργός Ουΐνστων Τσώρτσιλ, ο υπουργός του των εξωτερικών Άντονυ Ήντεν και άλλοι Βρετανοί,
 Από ελληνικής πλευράς παρίστανται οι Γ. Παπανδρέου, πρωθυπουργός, Π. Κανελλόπουλος, Ν. Πλαστήρας, πολιτικοί αρχηγοί και οι κομμουνιστές Γ. Σιάντος, Δ. Παρτσαλίδης κλπ. Της συσκέψεως προήδρευε ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός.
Για την σύσκεψη αυτή το όργανο της Κ.Ε. του ΕΑΜ «Ελεύθερη Ελλάδα» εξέδωσε ένα ειδικό φύλλο με τίτλο «Για να ξέρει ο λαός την Αλήθεια». Μέρος αυτού αναδημοσιεύω από το βιβλίο του κομμουνιστή Π. Ρούσου, μέλους της ηγεσίας τότε του ΚΚΕ, με τίτλο:«Η Μεγάλη Πενταετία» (τόμος Β’ σελ. 368).
ΘΕΜΑ: Η ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΙΑ
ΠΑΡΤΣΑΛΙΔΗΣ: Χθες τέθηκε για λύση το ζήτημα της αντιβασιλείας. Βλέπω ότι το ζήτημα αυτό παρακάμπτεται. Είναι κοινή συνείδηση ότι αν υπήρχε αντιβασιλεία, μπορούσε να αποφευχθεί η σύγκρουση, γιατί όταν στις 4 τον Δεκέμβρη παραιτήθηκε ο Παπανδρέου και προσκλήθηκε ο κ. Σοφούλης, ήλθε δε σε επαφή μαζί του το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, θα ήταν δυνατό να σχηματιστεί Κυβέρνηση. Συνεπώς, πρωταρχική προϋπόθεση τον τερματισμού της κρίσης είναι η αντιβασιλεία.
Ο Κανελλόπουλος κάνει εμπαθή επίθεση κατά του ΕΑΜ.
(Σημ: Δεν αναφέρει όμως περισσότερα η ΕΑΜική εφημερίδα. Γιατί; Θα το δούμε παρακάτω )
ΣΙΑΝΤΟΣ Το καθήκον μας είναι, όχι να συζητούμε, αλλά να βρούμε μια λύση, που θα μας βγάλει από τη σημερινή κατάσταση. Επαναλαμβάνω την άποψη: Πρέπει να γίνει μια κυβέρνηση κοινής εμπιστοσύνης στην οποία θα παραδώσει ο στρατός του ΕΛΑΣ.
Τι ανέφερε όμως ο Κανελλόπουλος κατά του ΕΑΜ. που δεν το αναφέρει η ΕΑΜική εφημερίδα;
Από τα επίσημα πρακτικά της συσκέψεως ας δούμε τι ακριβώς είπε ο υπουργός ΙΙαναγ. Κανελλόπουλος:
ΠΑΡΤΣΑΛΙΔΗΣ: Χθες είπαμε καθαρά. ότι το πρώτο βήμα είναι  η Αντιβασιλεία. Βλέπω σήμερα το αποφεύγετε…
Π. ΡΑΛΛΗΣ: Το θέτετε ως όρο;
ΠΑΡΤΣΑΛΙΔΗΣ: Μάλιστα. Ως πρώτο και βασικό όρο.
Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ: Ο κ. Σιάντος ξεκίνησε από μία προϋπόθεση, που είναι απαράδεκτος. Και θέλω να ξέρω, τι λέει γι’ αυτήν ο πολιτικός κόσμος της Χώρας. Ο κ. Σιάντος είπε, ότι ο διεξαγόμενος πόλεμος είναι πόλεμος μεταξύ Ελληνικού λαού και των Άγγλων. Αποτελεί τάχα πόλεμο κατά των Άγγλων η αιχμαλωσία χιλιάδων γυναικόπαιδων που μεταφέρονται εις Θήβας και αλλάς περιοχές υπό αθλιέστατες συνθήκες; Αυτό είναι Γερμανική μέθοδος, είναι φασισμός. Αφού κ. Σιάντο, λέτε, ότι έχετε το λαό μαζί σας, γιατί κατά τις ώρες της ελευθέρας κυκλοφορίας, εισέρχονται χιλιάδες λαού εις την δική μας ζώνη και δεν έρχονται προς την δική σας; Αυτό το καμουφλάρισμα της λαοκρατίας, που έχετε, έληξε. Όταν ήλθα από την Πελοπόννησο, απέκρυψα τις σφαγές χιλιάδων ανθρώπων που κάματε, ως και εκείνων που κλείσατε στα στρατόπεδα. Έπρεπε τότε να βρεθεί μία διέξοδος εις σας από τις ευθύνες του παρελθόντος. θα είμεθα ευτυχείς τότε, να μπαίναμε εις νόμιμο πολιτικό βίο.
»Βρέθηκε να έχετε τόσα όπλα και πολεμοφόδια που όλος ο κόσμος απορεί πώς δεν τα εξαντλήσατε κατά των Γερμανών, αφού λέτε πως τους πολεμήσατε.
Μερική άποψη του Μελιγαλά. Κάτω δεξιά διακρίνεται το «Μπεζεστένι», που στα τουρκικά σημαίνει «υπαίθριο παζάρι». Μέσα σ’ αυτό (χωρητικότητας 500 περίπου ατόμων) συγκέντρωσαν οι ΕΛΑΣίτες περισσότερους από 2.000 «αντιδραστικούς», τους οποίους μετέφεραν και εκτέλεσαν στην «Πηγάδα» του Μελιγαλά.
 Μία λύση του προβλήματος υπάρχει: να καταθέσουν οι στασιαστές τα όπλα. Γιατί μόνον τότε θα γλιτώσουν από το φασισμό.
ΠΑΡΤΣΑΛΙΔΗΣ: Διακόπτει γελών,
Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ: Μη γελάτε κ. Παρτσαλίδη. Είσθε αρκετά ευφυής δια να ξέρετε ότι είσθε φασίστας, και είμαι αρκετά τίμιος, ώστε να είμαι δημοκράτης.
»Απορεί όλος ο κόσμος πώς συνέβη να οχυρώσετε μέσα στην Αθήνα σπίτια, όταν επί Γερμανών δεν υπήρχε ούτε ένα οχυρωμένο; Ενώ ημείς είμεθα ανύποπτοι και φροντίζαμε δια την ασφάλειαν σας και συνεργαζόμεθα κοντά σας με αθωότητα, εσείς οχυρώνατε την Αθήνα. Σκοτώθηκαν από τα νώτα κ. Σιάντο, άοπλοι ναύτες που επί τέσσερα χρόνια τώρα πάλευαν μέσα στις θάλασσες για την δόξα της Ελλάδος και της Ελευθερίας.
 Αυτά λέγουν τα επίσημα πρακτικά  της συσκέψεως. Η απόκρυψη των λεγομένων του από την ΕΑΜική εφημερίδα είναι γεγονός.
Στρατόπεδα μελλοθανάτων
    Πραγματικά ο Π. Κανελλόπουλος είδε στρατόπεδα και μάλιστα όπως ο ίδιος λέει στο ημερολόγιο του:
    «Οφείλω να παραδεχθώ ότι ο αδίστακτος σε αιματηρές πράξεις Άρης Βελουχιώτης σταμάτησε από της αφίξεώς μου εις την Πελοπόννησο, 27 Σεπτ 1944 και της συναντήσεως μου μετ’ αυτού τις εκτελέσεις και τις σφαγές».
    Ο Π. Κανελλόπουλος ήρθε μόνος άοπλος, υπουργός της Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητας που συμμετείχε το ΕΑΜ με 6 υπουργούς, αλλά ανίσχυρος απέναντι στον Άρη Βελουχιώτη και τους μαινόμενους οπαδούς του.
Τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως ευρίσκοντο σε περιοχές που ήλεγχε το ΕΑΜ και ήταν αποθήκες, μάντρες, υπόγεια, σχολεία και εκκλησίες. Κρατούμενοι ήταν άτομα όλων των επαγγελμάτων και ηλικιών, μόνο και μόνο διότι αντετίθεντο στο ΕΑΜ, ή υπήρχε πιθανότητα στο μέλλον να αντιτεθούν!! Φυσικά χαρακτηρίζοντο ως «φασίστες» «γκεσταπίτες», «συνεργάτες του εχθρού» κ.τ.λ., οι συνηθισμένες δηλαδή κατηγορίες που εκτόξευε το ΕΑΜ την εποχή εκείνη.
Οι κρατούμενοι, βασανιζόντουσαν, έτρωγαν σπανίως και στο τέλος εκτελούντο με ποικιλία τρόπων, κάποιοι βέβαια σωθήκανε με την επέμβαση του Π. Κανελλόπουλου. Στην πραγματικότητα ήταν στρατόπεδα συγκεντρώσεως υποψηφίων προς εκτέλεση, δεν γινόντουσαν δηλ. καταναγκαστικά έργα. Κρατούμενοι και φύλακες γενικώς τα ονόμαζαν «Σιβηρία».
    Διοικητικά ανήκαν στην «Λαϊκή Πολιτοφυλακή». την αστυνομία δηλαδή του ΕΑΜ. Είχαν ένα στρατοπεδάρχη και φύλακες που ή ήταν πολιτοφύλακες (αστυνομικοί του ΕΑΜ) ή αντάρτες ΕΛΑΣίτες.
    Δεν είναι παράξενο το φαινόμενο της υπάρξεως τέτοιων στρατοπέδων, διότι οι κομμουνιστές σε όσες χώρες επικράτησαν δημιούργησαν τέτοια
    Στην Πελοπόννησο ήταν πολλά, κάποιοι ισχυρίζονται ότι αντιστοιχούσε ένα ανά 10-15 χωριά. ΕΑΜικές πηγές αναφέρουν ότι αντιστοιχούσε ένα ανά επαρχία. Δεν υπάρχει σχετική βιβλιογραφία που να τα αναφέρει όλα συγκεντρωμένα· έτσι ο εντοπισμός όλων των στρατοπέδων είναι δύσκολος.
Πολλές φορές για διαφόρους λόγους παρίστατο ανάγκη μετακινήσεως των κρατουμένων σε άλλο μέρος, τότε τους έδεναν με σχοινιά ή αλυσίδες δύο — δύο ή ανά τρεις και οι κρατούμενοι βάδιζαν πεζοί σε δύσκολα μέρη αρκετές ημέρες και νύχτες, νηστικοί, ανυπόδητοι, ανθρώπινα ράκη. Αρκετοί πέθαιναν κατά τη διάρκεια των μετακινήσεων αυτών, ή οι βραδυπορούντες εκτετελούντο επί τόπου με τουφεκισμό ή πολτοποίηση της κεφαλής με ξύλα, ρόπαλα ή μεγάλες πέτρες, από τους «Λαϊκούς Πολιτοφύλακες».
Επιδίωξη των κομμουνιστών η εξόντωση των αντιπάλων και η κατάληψη της εξουσίας
    Τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως έγιναν ακριβώς διότι το ΚΚΕ ήθελε να πάρει την εξουσία μόλις αποχωρούσαν οι Γερμανοί και συνεπώς έπρεπε εγκαίρως να εξουδετερώσει τους αντιπάλους του.
Κομματικά έγγραφα της εποχής εκείνης, τα οποία δυστυχώς αποσιωπούνται από τους «προοδευτικούς» ιστορικούς, αποδεικνύουν ότι το ΚΚΕ με την «Εθνική» του «Αντίσταση» είχε στόχο την υπεράσπιση της Σοβιετ. Ενώσεως και την εγκαθίδρυση κομμουνιστικού καθεστώτος στην χώρα. Στο περιοδικό «ΤΟΤΕ», τεύχος 60, σε άρθρο του γράφοντος, δημοσιεύονται κάποια από αυτά.
Επιπλέον δε ο Γιάννης Ιωαννίδης, υπαρχηγός τότε του ΚΚΕ αλλά ουσιαστικά ο αρχηγός του, στις «Αναμνήσεις» είναι σαφέστατος. Το ΚΚΕ είχε αρχίσει να σκέπτεται τρόπους καταλήψεως της εξουσίας μόλις φύγουν οι Γερμανοί από τον Μάρτιο του 1943, αλλά το σχέδιο που προέβλεπε συλλήψεις, δολοφονίες κ.τ.λ. των αντιφρονούντων – ήταν έτοιμο τον Αύγουστο του 1943 και το τροποποίησαν τον Νοέμβριο του 1943. Σ’ αυτό συμφωνεί και ο εκ των ηγετών τότε του ΚΚΕ Β. Μπαρτζώτας (Φάνης).
Οδηγίες για την επικράτηση της … επανάστασης
Εξεδόθη λοιπόν από την ηγεσία του ΚΚΕ Πελοποννήσου, εντολή εφαρμογής μέτρων «ασφαλείας και στερέωσης της επανάστασης» και εστάλησαν προς τις τοπικές οργανώσεις, τον ΕΛΑΣ και την ΟΠΛΑ (μυστική δολοφονική υπηρεσία του ΚΚΕ) οι παρακάτω οδηγίες, που τις μεταφέρουμε από το βιβλίο του Κώστα Καραλή «Ιστορία δραματικών γεγονότων Πελοποννήσου 43-49» Α’ Βραβείο Ιστορίας Ακαδημίας Αθηνών, σελ. 214.
«Το πρώτο και κύριο μέτρο ασφάλειας της επανάστασης είναι ο αφοπλισμός της Μπουρζουαζίας και γενικά των κυριάρχων τάξεων και ο εξοπλισμός τον προλεταριάτου, καθώς και η εξουδετέρωση όλων των επικίνδυνων εχθρών της επανάστασης. Η εφαρμογή του μέτρου αυτού αρχίζει από την πρώτη στιγμή της ένοπλης εξέγερσης, αφοπλίζονται γενικά όλοι οι εχθροί της επανάστασης, είτε με τη βία, είτε με το καλό. Τους ίδιους τους εχθρούς τους μεταχειριζόμαστε ανάλογα με τη θέση και τη στάση τους απέναντι στην επανάσταση. Το προλεταριάτο καταρχήν δεν είναι αιμοβόρο στην επανάσταση του, όπως θέλουν να το παρουσιάσουν οι αστοί, αν και θα είχε λόγους να είναι, είναι όμως αμείλικτα ενάντιο σ’ όλους τους εχθρούς της επανάστασης και εφαρμόζει τη μαζική κόκκινη τρομοκρατία ενάντια σ’ όλους εκείνους που επιβουλεύονται την εξουσία.
Δεύτερο. Μόλις επικρατήσει η επανάσταση στην Πρωτεύουσα μεταφέρεται αμέσως ο πόλεμος έξω από την πόλη, στις επαρχίες, όπου εν τω μεταξύ έχει αρχίσει η εξέγερση. Ιδιαίτερα σ’ όλα τα επαρχιακά κέντρα, αλλά και χωριά. Από την πρωτεύουσα μεταφέρονται δυνάμεις από ένοπλους εργάτες στην ύπαιθρο για την κεραυνοβόλα συντριβή όλων των εστιών αντίδρασης του εχθρού. Έτσι εξασφαλίζεται με συνδυασμένη δράση πρωτεύουσας και επαρχιών η νίκη της επανάστασης σ’ ολόκληρη τη χώρα. Στην ύπαιθρο χρησιμοποιούμε και τον πόλεμο των ανταρτών, ιδιαίτερα όταν διαρκεί ο πόλεμος.
Τρίτο. Παντού όπου νικούμε οργανώνουμε Σοβιέτ και προβαίνουμε άμεσα στη συγκρότηση του Σοβιετικού κράτους, εκμηδενίζοντας τελείως τον παλιό κρατικό μηχανισμό των κυριάρχων τάξεων.
Τέταρτο. Προβαίνουμε αμέσως στη συγκρότηση τακτικού κόκκινου στρατού τον προλεταριάτου και της αγροτιάς».(Σημ :Βλέπετε πουθενά αντίσταση;)
Σαν αποτέλεσμα αυτής της οδηγίας άρχισαν οι συλλήψεις από την ΟΠΛΑ
Η παρούσα εικόνα, όπως και οι επόμενες δέκα, είναι σελίδες από το προπαγανδιστικό λεύκωμα που κυκλοφόρησε το ΕΑΜ για την «ιδανική» λαϊκή Δημοκρατία, που θα ακολουθούσε την επικράτηση του. Βέβαια τα δεδομένα της ζωής σης Λαϊκές Δημοκρατίες έδειξαν ότι η πραγματικότητα βρίσκεται στους αντίποδες αυτών των οραματισμών. Για την παρούσα εικόνα θα μπορούσαμε απλώς να παρατηρήσουμε ότι ο Στρατός στις λαϊκές Δημοκρατίες φρουρούσε τους πολίτες για να μην δραπετεύσουν από τον «ερυθρό παράδεισο», πράγμα που απεδείχθη ολοφάνερα μετά την πτώση του καθεστώτος στην Αλβανία.

Κορυφαίο κομμουνιστικό στέλεχος ομολογεί τις σφαγές αθώων πολιτών
    Ας αφήσουμε όμως να μας τα διηγηθεί ο Γιάννης Καραμούζης, Γεν. Γραμματέας του ΕΑΜ επαρχίας Μεσσήνης, ο οποίος το 1945 πήγε στο Μπούλκες της Γιουγκοσλαβίας και επανήλθε στην Πελοπόννησο το 1948 για την αναδιοργάνωση του 2ου αντάρτικου του ΚΚΕ (δεν ήταν δηλαδή τυχαίος Κομμουνιστής):
    «…Οι διάφοροι υπεύθυνοι των χωριών, ασκούσαν ουσιαστική εξουσία. Αυτή τους η θέση και τον εγωισμό τους κολάκευε και τους ίδιους εξωθούσε , να ενεργούν κατά τρόπον, ώστε να καρπούνται ατομικά οφέλη σε βάρος των συγχωριανών των. Παρά την πίεση όμως, που ασκούσαν στο πληθυσμό, πολλά άτομα σε κάθε χωριό δεν εννοούσαν να υποταχθούν στα γούστα και στις ιδιοτροπίες των κατά τόπους υπευθύνων. Οι αντιδράσεις των δεν εστρέφοντο, όπως είναι ευνόητο κατά της εθνικής αντιστάσεως, αλλά κατά της αυθαιρεσίας των υπευθύνων, που υπό το πρόσχημα του εθνικού αγώνος, προσπαθούσαν να πετύχουν και να ικανοποιηθούν ατομικά οφέλη.
    Από τον Οκτώβριο 1943. η κομματική ηγεσία έδωσε καθοδηγητική γραμμή να γίνουν συλλήψεις των «αντιδραστικών». Οι κομματικοί και εαμικοί υπεύθυνοι των χωριών κατάρτισαν τους καταλόγους. Με μια απλή σημείωση, πλάι στο όνομα κάθε συγχωριανού των, ότι είναι «αντίδραση» χωρίς τίποτε άλλο το συγκεκριμένο συλλαμβάνοντο και οδηγούντο στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Το φαινόμενο αυτό ήταν γενικό σε όλη την Πελοπόννησο. Σε κάθε επαρχία, δημιουργήθηκε και στρατόπεδο.
Στην Καλαμάτα συνελήφθησαν πολλά άτομα. Κυρίως όμως οι πολλές συλλήψεις έγιναν στην ύπαιθρο. Δημιουργήθηκαν τα στρατόπεδα της «Γαράτσας» στην Απάνω Μεσσήνη και του «Χαλβάτσου» στην Κάτω Μεσσήνη.
Οι αντάρτες τον ΕΛΑΣ. διαπαιδαγωγούμενοι ότι οι συλληφθέντες, είναι «αντίδραση», τους φερόντουσαν απάνθρωπα.
Η αυτοδικία και η ανεξέλεγκτος εκτέλεση των συλλαμβανομένων, υπό των τοπικών κομματικών οργανώσεων, ήταν συνηθισμένο φαινόμενο. Μια απλή έκθεση της τοπικής οργανώσεως ότι ο «τάδε ήταν αντιδραστικός και εκτελέστηκε» σκέπαζε κάθε είδος ατομικών και ιδιοτελών σκοπών που αποκρύπτοντο σε τέτοιου είδους εγκλήματα.
    Κάθε χωριό στο Μοριά έχει να αναφέρει πολλά τέτοια γεγονότα. Πολλοί συγχωριανοί των χωριών αυτών εξαφανίσθηκαν, με την δικαιολογία του «αντιδραστικού».
**************************************************
Όσο πλησίαζε προς το τέλος το 1943 τόσο αύξαινε σε ένταση και σε έκταση η ΕΑΜική δυναμική πολιτική στην ύπαιθρο»…
Από το βιβλίο τον Γιάννη Καραμούζη: «Πατριώτες και προδότες στο Μοριά» σελίδα 51.
Την πρώτη καταγραφή για στρατόπεδα συγκεντρώσεως εντόπισα τον Αύγουστο 1943. Στις 20-8-1943 στο Δυράχιο Ταϋγέτου τμήματα του ΕΛΑΣ ανεβαίνουν τις βουνοπλαγιές για να χτυπήσουν τους αντάρτες της αντιστασιακής οργανώσεως «Ελληνικός Στρατός» (Ε.Σ.) που είχε αρχηγό τον συνταγματάρχη Αθανάσιο Γιαννακόπουλο. Για να μην υποστηριχθούν οι. αντάρτες του Ε.Σ. από τους χωριάτες των γειτονικών χωριών ο ΕΛΑΣ συνέλαβε 1000 (χίλιους) αιχμαλώτους, συγγενείς και συμπαθούντες των ανταρτών και αλυσοδεμένους τους έκλεισαν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως απομακρυσμένα από την περιοχή.
Ανθρώπινος νους δεν μπορεί να συλλάβει την τρομοκρατία των ημερών εκείνων που ασκούσαν οι «αντάρτες της λευτεριάς» σε βάρος αντιπάλου τους. Οι ικεσίες και οι παρακλήσεις των τρομοκρατημένων ανθρώπων καταφθάνουν στον αρχηγό του Ε.Σ: Μας καίνε, ρημάζουν τα σπίτια μας. μας βασανίζουν, γιατί μας αφήνετε απροστάτευτους; Για να σταματήσει η αιματοχυσία ανέβηκε στον Ταΰγετο και ο τότε αρχιμανδρίτης Μεσσηνίας Μακρόπουλος. Ο Ε.Σ. τελικά διαλύθηκε.
Ο γερμανός συγγραφέας Χέρμαν Μάγερ στο βιβλίο του «Από την Βιέννη στα Καλάβρυτα» εκδόσεις ΕΣΤΙΑ   σελίδα 542 λέει το εξής παρμένο από γερμανικά αρχεία. «Οι κάτοικοι των περιοχών από Μέγαρα ως Κόρινθο έδωσαν 400 εκατ. δραχμές στους ΕΛΑΣίτες να μην κάνουν επιθέσεις στους Γερμανούς και αυτοί καταστρέψουν με αντίποινα τα χωριά. Και πράγματι από Απρίλιο 1944 ΔΕΝ έγινε καμία επίθεση ανάμεσα στα Μέγαρα και την Κόρινθο!!!!».
Ο Βρετανός σύνδεσμος ΕΛΑΣ Πελοποννήσου Άντονυ Άντριους σε έκθεση του στο Συμμαχικό στρατηγείο μέσης ανατολής αναφέρει ότι οι αντιφρονούντες στον ΕΑΜ εγκλείονται σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως και ο ίδιος γνώριζε τουλάχιστον πέντε στην Αχαΐα και Ηλεία.(Χέρμαν Μάγερ «Από την Βιέννη στα Καλάβρυτα σελίδα 546».
Ποια ήταν τα Στρατόπεδα Συγκεντρώσεως;
1ον. Στην επαρχία Μεσσήνης ήταν δύο στρατόπεδα: Του Χαλβάτσου στην Κάτω Μεσσήνη και. της Γαράτσας στην Άνω Μεσσήνη, που είχαν την ονομασία Νέα Μόσχα.
Το χωριό Χαλβάτσου (σημερινό Κεφαλόβρυσο) είναι ορεινό μεταξύ επαρχιών Τριφυλίας – Μεσσήνης. και το στρατόπεδο βρισκόταν σε οροπέδιο έξω από το χωριό.
Εδώ έγκλειστοι ήταν από την Καλαμάτα καθώς και άτομα του Ελληνικού Στρατού από τον Αετό Τριφυλίας. Μετά τα βασανιστήρια τους δολοφονούσαν και τα πτώματα τα έριχναν σε ένα σβησμένο ασβεστοκάμινο. Μεταξύ των δολοφονημένων και ο ιερέας του χωριού Φλώκας, Ιωάννης Γαραζιώτης. Την Μεγάλη Παρασκευή 1944 το Τάγμα Ασφαλείας Μελιγαλά με επικεφαλής τον ταγματάρχη Στούπα ελευθέρωσε 450 (!!) κρατουμένους μεταξύ των οποίων και μικρά παιδιά.
Εκεί έμαθαν ότι στη θέση «Προφήτης Ηλίας» ήταν αρκετά άτομα φυλακισμένα μέσα σε ένα εξωκλήσι, που το ονόμαζαν «στρατόπεδο της Ποταμιάς», όπου τα ελευθέρωσαν και αυτά.
2ον. Στο δήμο Φαρών Αχαΐας είναι τρία χωριουδάκια, Μπούμπα, Κούμανι, Φλώκα, σε μικρή απόσταση μεταξύ τους.
Εδώ η επιτροπή ΕΑΜ Αχαΐας εγκατέστησε στρατόπεδα που ενέκλειε τους συλλαμβανόμενους από την περιοχή Αχαΐας, καθώς και ανθρώπους που φιλοξένησαν συμμάχους Άγγλους από τις περιφέρειες Ηλείας και Καλαβρύτων. Αλίμονο σε όποιον τύχαινε να είναι σπιτονοικοκύρης Άγγλου στρατιωτικού. Η κατηγορία «εχθρός του λαού» και «πράχτορας» ήταν αρκετή για εγκλεισμό στο στρατόπεδο, βασανιστήρια και εκτέλεση. Λέγεται ότι στα τρία στρατόπεδα δολοφονήθηκαν 300(!!!) άτομα, μεταξύ των οποίων ο Ιωάννης Πολίνης, δικηγόρος Πατρών, και τα δυο αδέρφια Παναγ. και Κων/νος Φλογερός που είχαν μύλο.
Στρατοπεδάρχες υπηρέτησαν κατά καιρούς ο Ζαχαρίας Ζαχαριάδης από το Ικόνιο της Μικράς Ασίας με βοηθούς εκτελεστές τον Απόστολο Συνούρη. Παναγιώτη Σπυρόπουλο, Καλυβωκά και μερικούς άλλους. Γενικός ανακριτής και ανώτερος επόπτης των τριών αυτών στρατοπέδων ήταν ο Βρασίδας Μακρής από τα Λαγκάδια Γορτυνίας.
Τόσες βαρβαρότητες και. φόνοι έγιναν, ώστε το ΚΚΕ διέγραψε τον Βρασίδα Μακρή και τον Παναγιώτη Σπυρόπουλο για εγκληματική διαστρέβλωση της κομματικής γραμμής. Ιδού το κείμενο της διαγραφής όπως δημοσιεύθηκε σε κομματικό έντυπο της 22-10-44:
«Ο Βρασ. Μακρής, σαν πρώτος Γραμματέας της Περιφερειακής επιτροπής Αχαΐας, ήλθε σε αντίθεση με την κομματική γραμμή, χρησιμοποίησε εναντίον των πολιτών μέθοδες, που όχι μόνον δεν έχουν σχέση με την ηθική και την συμπεριφορά τον κομμουνιστή, μα είναι τελείως αντίθετες με το πνεύμα τον κομμουνιστικού κόμματος, αν και οι περισσότεροι από τους πολίτες ήταν ανακατεμένοι  με προδοτικές πράξεις. Η συμπεριφορά τον Βρασίδα Μακρή παρουσίασε το κόμμα μας σαν αποτελούμενο από βαρβάρους. Ο Παναγιώτης Σπυρόπουλος, που αντιπροσώπευσε την κομματική επιτροπή της περιοχής Πελοποννήσου ΚΕΠΠ στο Νομό Αχαΐας, όχι μόνο δεν πήρε αμέσως τα απαραίτητα μετρά δια το σταμάτημα αυτών των μεθόδων, μα τις ενέκρινε και δεν ενημέρωσε την ΚΕΠΠ».

Εν συνεχεία λέει η απόφασης της διαγραφής των από το κόμμα: «Το κομμουνιστικό κόμμα, πρωτοπόρο κόμμα τον λαού αποτελείται από επαναστάτες, που μάχονται με αυτοθυσία κατά του κατακτητή και της αντίδρασης και δεν παρασέρνεται από μεθόδους του εχθρού. Η ΚΕΠΠ εφιστά την προσοχή όλων των μελών της κομματικής οργάνωσης περιοχής Πελοποννήσου δια την καλή συμπεριφορά τους στον κόσμο. Ο κομμουνιστής δεν πρέπει να ξεχνά πως σε κάθε του ενεργεία εμφανίζει το κόμμα. Ακόμα καθίστα προσεκτικούς όλους τους συντρόφους στη σωστή εφαρμογή της κομματικής γραμμής και τους καλεί να αγρυπνούν δια κάθε διαστρέβλωση αυτής της γραμμής, η καθαρότητα της εφαρμογής της γραμμής τον κομμουνιστικού κόμματος της Ελλάδος είναι καθήκον όλων των μελών και οπαδών τον κόμματος».

Ο δε Κώστας Καραλής στο βιβλίο του που ήδη αναφέραμε γράφει (σελ. 231-33):
«…Δια τα αποτρόπαια αυτά εγκλήματα, που διεπράχθησαν εις τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως Μπούμπα, Κούμανι, Φλώκα εις βάρος εθνικοφρόνων Ελλήνων εξ Αχαΐας, δια τις συλλήψεις και βασανιστήρια προσώπων ανηκόντων εις την υπηρεσία της εις Πελοπόννησο δρώσας κατά του εχθρού Διασυμμαχικής Αποστολής και γενικώς δια τις πράξεις βίας εις βάρος Ελλήνων ένεκα της δράσεως των κατά τον εχθρού) παραπέμφθηκαν εις ειδικό δικαστήριο κυρώσεων Συντακτικής πράξεως 6/45 και καταδικάσθηκαν από τον ειδικό δικαστήριο δοσιλόγων εν Πάτρας οι κάτωθι: 1) Θρασ. Κωνσταντίνου, ιατρός, γεν. γραμματέας της Νομαρχιακής Επιτροπής τον ΕΑΜ Αχαΐας, ή οποία αποτελούσε την σπουδαιότερη πολιτική εξουσία – της εν λόγω οργανώσεως. Ο Κωνσταντίνου υπήρξε δυναμικός παράγοντας και σημαίνον στέλεχος τον ΚΚΕ, υπηρέτησε συνάμα και ως Καπετάνιος του 12ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ και μετέπειτα εκλέχτηκε Εθνοσύμβουλος. καταδικάστηκε τον Ιανουάριο τον 1950 εις την ποινή των πρόσκαιρων δεσμών, ως υπεύθυνος δια τα διαπραχθέντα εις τη Αχαΐα εγκλήματα. Εκτός τούτου καταδικάσθηκαν και οι κάτωθι: Ο Σμήναρχος Μίχας, Νικόλαος Τριάντης, Αμαλία Γιαννόπουλου, «η μάνα τον Λαού» από το Μαζαράκι Φαρών, Αλκιβιάδης Καλυβωκάς, Νικόλαος Καρανασόπουλος Βρασίδας Μακρής, Ζαχαρίας Ζαχαριάδης, Απόστολος Συνούρης, Βασίλειος Ροδόπουλος και άλλοι,.. »
3ον. Το Μοναστήρι Αγίου Γεωργίου στον Φενεό. Εξαιτίας των όσων συνέβησαν εκεί το ονόμασαν «Ματωμένο Μοναστήρι». Βρίσκεται επί του όρους Χελμού, κοντά στο βάραθρο του Φενεού.
Εδώ συγκεντρώνονταν οι αντιφρονούντες Αργολίδος και Κορινθίας. Άρχισε να λειτουργεί κατ αρχήν ως φυλακή όταν το κατέλαβε η ΟΠΛΑ στις 10 Μαρτίου 1943 και το «απελευθέρωσε» από τους μοναχούς, εκτελώντας τους μαζί με τον ηγούμενο τους, εκτός από ελάχιστους. Τους κρατούμενους, οι δολοφόνοι μετά 2-3 ημερών κράτηση τους οδηγούσαν στο βάραθρο: Τρύπα Φενεού, 6 χιλιόμετρα από το μοναστήρι, και άλλους μεν τους εκτελούσαν χτυπώντας τους στο κεφάλι με τον κωδωνοκρούστη (γλωσσίδι της καμπάνας), άλλους τους έσφαζαν και τους έριχναν στο βάραθρο. Κάποιοι δε ριφθήκανε ημιθανείς!
Οι ντόπιοι κάτοικοι μιλούν για κάποιον σφαγέα Πρόβα ο οποίος παρηγορούσε τα θύματα του ότι «είναι καλό μαχαίρι και δεν θα καταλάβουν τίποτα»!, πρόσταζε δε να πάρουν τέτοια θέση ώστε να μην λερωθεί από τα αίματα τους!! Δεν κατόρθωσα να διασταυρώσω από άλλες πηγές την πληροφορία αυτή.
Αδυνατώ να πιστέψω τον αριθμό των εκτελεσμένων εκεί. Μεταξύ αυτών ο ιερέας Χαρλαύτης με τα δύο παιδιά του, ο ιατρός Αριστείδης Παπαδημητρίου. η Στάικου Βασίλω 30 ετών από το Βαλτέτσι με τα 4 κορίτσια της, 11 έως 18 ετών. Κάθε χρόνο γίνεται από τους συγγενείς μνημόσυνο των νεκρών και πρέπει να παρευρίσκεται το επίσημο κράτος. Με ποιο δικαίωμα κάποιοι τους κατηγορούν για «εορτές μίσους» την στιγμή που αυτοί κάνουν μνημόσυνα σε ήρωες τους υπεύθυνους για τόσους φόνους: Δυστυχώς είναι πολύ προκλητικοί και αυτοί εμποδίζουν την λήθη.
Στρατοπεδάρχης κατ αρχάς ήταν κάποιος Καπετάν Χανιώτης, μετά ο αξιωματικός του ΕΛΑΣ Καπετάν Σερμπένης με βοηθούς εκτελεστές τους Καπετάν Σίμο, Σπουργίτη κ.τ.λ.
Υπεύθυνος για τις εκκαθαρίσεις «αντιδραστικών» της Αργολιδοκορινθίας, που τους έστελνε στο στρατόπεδο αυτό ήταν ο Βαγγέλης Ζέγκος, γνωστός ως «Τριαντάφυλλος». Η ΟΠΛΑ επί των ημερών του συνελάμβανε συνέχεια «αντιδραστικούς», δεν δίστασε μάλιστα να στείλει στο εκτελεστικό απόσπασμα ακόμα και μέλη του ΚΚΕ με την κατηγορία ότι είχαν «συμβιβαστικές τάσεις με την αντίδραση». Πάντως μετά τις δολοφονίες, το ΚΚΕ θεώρησε μόνο αυτόν υπεύθυνο και του επέβαλε την «σοβαρή» ποινή …της διαγραφής από το κόμμα αλλά τον έστειλε στο Μπούλκες της Γιουγκοσλαβίας για να επανέλθει δριμύτερος να «απελευθερώσει.» την Ελλάδα από τον «μοναρχοφασισμό».

Τα γεγονότα δείχνουν ότι οι εκτελεστές στον Φενεό, όπως και άλλοι, είχαν σαν διασκέδαση τις δολοφονίες!!! (Καραλής σ. 235).Για τις  δολοφονίες στον Φενεό υπάρχει η κατάθεση ενός σφαγές ΕΑΜίτη του Σαμαρτζή.

4ον. Στρατόπεδο Βάχλιας-Γορτυνίας. κοντά στη Κοντοβάζαινα. Ένα από τα μεγαλύτερα και φημισμένα στρατόπεδα. Άρχισε να λειτουργεί τον Μάρτιο του 1944 στο σχολείο του χωριού οι αίθουσες του οποίου ήταν ασφυκτικά γεμάτες και σταμάτησε τον Μάιο του 1944. Οι άνθρωποι της ΟΠΛΑ με επικεφαλείς τους τρομοκράτες Παπαπουλάκο (Δημήτριο Ανδρικόπουλο) και Αθανασιάδη (Γεώργιο Κουλόπουλο) ενέσκηψαν ως λύκοι στα χωριά της περιοχής και κατά κοπάδια οδηγούσαν στο στρατόπεδο τους «αντιδραστικούς». Μετά από ολιγοήμερη παραμονή και βασανιστήρια οδηγούντο προς εκτέλεση στην χαράδρα της Κατσουλιάς, στα γειτονικά Τρόπαια. Το ποιοι θα εκτελεσθούν το αποφάσιζε κάθε ποιοι, ανάλογα με τις ορέξεις του. ο Στρατοπεδάρχης Καπετάν Δήμος (Διονύσιος Ταλαγάνης).
Μεγάλος και εδώ ο αριθμός των εκτελεσμένων, μεταξύ αυτών ο ιατρός Χαράλαμπος Γιαννόπουλος, ο Λεωνίδας Αποσκίτης, αδελφός βουλευτή και η Ναυσικά Πανταζοπούλου στις 4-5-1944 από την Κοντοβάζαινα. Η περίπτωση αυτή είναι ενδιαφέρουσα. Ελασίτες δολοφόνησαν τον Οκτώβριο του 1943 τον πράκτορα της διασυμμαχικής αποστολής Γεώργιο Φλούδα, φέρανε το πτώμα του προς επίδειξη στην Κοντοβάζαινα και απαγόρευσαν την ταφή του. Η δασκάλα Ναυσικά Πανταζοπούλου το έθαψε χριστιανικώς. Μετά από μερικές μέρες έσβησε από τους τοίχους του σπιτιού της τα σφυροδρέπανα και τις προπαγανδιστικές επιγραφές που την νύχτα είχε γράψει η τοπική οργάνωση του ΕΑΜ. Το «έγκλημα» μεγάλο και η τύχη της περιγράφηκε ήδη. Ο αντισυνταγματάρχης Ματζουράνης, πρώην επιτελάρχης του ΕΛΑΣ, ήταν και αυτός κρατούμενος σ’ αυτό το στρατόπεδο και σε αναφορά του περιγράφει πολλές λεπτομέρειες για το τι ακριβώς γινόταν. 

Περιγράφει μάλιστα και βασανιστήρια με την προσωπική συμμετοχή του Άρη Βελουχιώτη. Επειδή κατάγομαι από την Στερεά Ελλάδα και μάλιστα από μέρη που έδρασε ο Άρης Βελουχιώτης, μου είναι αρκετά γνωστές τέτοιες περιπτώσεις (Μαυρολιθάρι κ.τ.λ.).
Υπεύθυνοι των συλλήψεων και εκτελέσεων ήταν οι Γιώργος Σουλιμιώτης, Κυριάκος Σαραντίτης ή Σουρής και άλλοι (Καραλής σ. 237).
5ον. Βελημάχι – Γορτυνίας.
Αυτό ήταν προσωρινή φυλακή λίγων κρατουμένων, στο Δημοτικό σχολείο του χωριού. Μεταξύ των άλλων φυλακισμένοι και 35 εικοσάχρονοι Ταγματασφαλίτες. Άπαντες εκτελέσθηκαν την 15-4-1944 (Μεγάλο Σάββατο) στη θέση Παλιοσπηλιά, ένας — ένας με την σειρά από τον Πάικο Πατρινό που εκτελούσε διαταγές των Γεωργίου Σουλιμιώτη. Π. Νικολαΐδη.
6ον. Σιγουνίου – Λαγοβουνίου – Σουδενών, περιοχής 20 χλμ, νοτίως των Καλαβρύτων.
Στρατοπεδάρχες ο Δ. Αργυρόπουλος και ο Καπετάν Σίμος. Φαίνεται ότι ο Σίμος πήρε προαγωγή διότι τον είδαμε στο Μοναστήρι Αγίου Γεωργίου Φενεού ως βοηθό του Καπετάν Σερμπένη (Κων. Γληνού). Αυτά τα στρατόπεδα με 200 περίπου ομήρους μετακινήθηκαν με ισχυρή φρουρά της ΟΠΛΑ προς τις ανηφοριές του Αφροδισίου όρους διότι τα Τάγματα Ασφαλείας Πατρών πλησίαζαν προς την περιοχή. Ο δρόμος δύσκολος και όσοι βραδυπορούσαν τουφεκιζόντουσαν ή σπρωχνόμενοι έπεφταν σε παρακείμενο βάραθρο. Τελικά έφθασαν στον πυθμένα της βαθιάς χαράδρας Σωληναρίου και διετάχθησαν να ξεκουραστούν. Οι δήμιοι όμως έστησαν τα πολυβόλα και τους δολοφόνησαν όλους, συνολικά 72 άτομα!!! Μεταξύ αυτών ήταν και 43 νέοι αστυφύλακες, εικοσάχρονα παιδιά που μόλις είχαν βγει από τη σχολή Αθηνών και πήγαιναν να αναλάβουν υπηρεσία στην Πάτρα και στην Κέρκυρα. Δεν είχαν προλάβει να κάνουν καμιά πράξη εναντίον του ΕΛΑΣ έστω και με τα κριτήρια τα δικά του. Το τραίνο που τους μετέφερε το εκτροχίασαν οι αντάρτες την 5-4-1944 στο Δερβένι. (Αλήθεια πόσα τραίνα με Γερμανοϊταλούς εκτροχίασαν οι αντάρτες στην Πελοπόννησο; Στους συναδέλφους τον φονευθέντων έστειλαν οι δολοφόνοι επιστολή που έγραψαν δήθεν οι αστυφύλακες: «Σας στέλνουμε τους συναδελφικούς χαιρετισμούς από την Ελεύθερη Ελλάδα». Η βαρβαρότητα δεν είχε όρια. Μεταξύ των δολοφονημένων ήταν και η Πούλια Χρυσόγελου που είχε αρραβωνιασθεί με κάποιον ο οποίος κατετάγη στα Τάγματα Ασφαλείας Πατρών. Το έγκλημα έγινε στις 16 Απριλίου 1944 (Πάσχα). Φαίνεται ότι εκείνες τις ημέρες τον ΕΛΑΣ τον είχε πιάσει ΑΜΟΚ δολοφονιών διότι εξόντωσε (17-4-44) το σύνταγμα 5/42 του Ψαρρού με πολλούς δολοφονημένους και τον ίδιο τον Ψαρρό βέβαια.
7ον. Στρατόπεδα Συρμπανίου.
Οι κρατούμενοι στα στρατόπεδα αυτά απογυμνωνόντουσαν και μετά εκτελούνταν ή δια κτυπήματος στην κεφαλή με σίδηρο όργανο, ή δια κοψίματος καρωτίδας. Μετά οι δήμιοι της ΟΠΛΑ τους έριχναν στα βάραθρα του Αφροδισίου όρους. Στο βάραθρο «Στρογγυλό χωριό» ευρέθησαν πολλά πτώματα σε αποσύνθεση, στο βάραθρο «Απηδιά» ρίχτηκαν την 20-6-44 60 πτώματα, από τα στρατόπεδα Συρμπάνι – Σιγούνι -Σουδενά.
Επικεφαλής των δημίων κάποιος Δημήτριος Καπερώνης ή Καπετάν Ατρόμητος. Εδώ συνέβη το εξής καταπληκτικό: Ο ιατρός Αλκιβιάδης Κανελλόπουλος (πολλούς γιατρούς δολοφόνησε ο ΕΛΑΣ, δεν γνωρίζω τον λόγο) από την Κάτω Αχαΐα είδε το μαρτύριο των άλλων εκτελεσμένων και παρακάλεσε τον δήμιο τουλάχιστον να τον τουφεκίσει, για να λάβει από τον «λαϊκό αγωνιστή» Καπετάν Ατρόμητο την απάντηση, ότι το τομάρι του δεν αξίζει ούτε μία σφαίρα!!!
Ο ΕΑΜίτης Τάκης Φλούδας σύνδεσμος του ΕΛΑΣ με την Διασυμμαχική Αποστολή Πελοποννήσου διαφώνησε για όλες αυτές τις δολοφονίες σε συνέδριο Εαμικού Κινήματος στις 2-8-43 παρουσία του «Παπούα». «Ωρίωνα» κ.τ.λ. Έστειλε μάλιστα στην Εαμική ηγεσία Πελοποννήσου την παρακάτω επιστολή που τόνιζε:
«Με την τρομοκρατία, φόνους, δολοφονίας αθώων πατριωτών, δεν κάμνετε τίποτε άλλο παρά να ωθείτε τους Έλληνας προς τους Γερμανούς και να δημιουργείτε ούτω ρεύμα συμπαθείας προς αυτούς. Μην απατάσθε, τόνισε, οι Έλληνες έχουν αισθητήριο και ορθή κρίσιν και αντιλαμβάνονται τόσον το δικό των συμφέρον, όσο και το συμφέρον των συμμάχων των. Εμείς ακόμη μία φορά τείνουμε χέρι αδελφικό και σας καλούμε στον αγώνα της ελευθερίας της Ελλάδος. Ελάτε ν’ αγκαλιαστούμε όλοι και, με την βοήθεια των συμμάχων και φίλων μας του εξωτερικού, να πάρουμε τα όπλα δια να διώξουμε τον κατακτητή, που θέλει να αφανίσει τον τόπον μας. Σεβόμεθα την ιδεολογία σας, έχουμε όμως την ιδίαν απαίτηση από σας, να σεβασθείτε και την δική μας ιδεολογία». (Από το βιβλίο τον Κώστα Καραλή σ. 247).
Φυσικά απεχώρησε, και το ΚΚΕ τον έγραψε στους μελλοθανάτους του. αλλά δεν πρόλαβε, τον δολοφόνησαν οι Γερμανοί.
8ον. Στρατόπεδο Γερακίου Λακωνίας.
Στρατοπεδάρχης ήταν ο Κώστας Απολοδήμος, ιδιαίτερα σκληρός και ανάλγητος, που στο δεύτερο αντάρτικο του ΚΚΕ για την «απελευθέρωση» της Ελλάδας από τον «μοναρχοφασισμό» ήταν αρχηγός Λόχου Πολιτοφυλακής Λακωνίας.
Ήταν μεγάλο το στρατόπεδο αυτό σε μία αυλόμαντρα με κρατούμενους από περιοχές Λακωνίας και Νοτίου Αρκαδίας. Ο αριθμός κρατουμένων ήταν σταθερός διότι υπήρχε συνεχής ροή προσερχόμενων και εξερχόμενων για εκτέλεση. Μεταξύ των δολοφονημένων και ο Αξιωματικός της Χωροφυλακής και Βουλευτής Αρκαδίας Γεώργιος Τουρκοβασίλης, που συνελήφθη τον Οκτώβριο του 1943 (Καραλής σ. 238).
9ον. Στρατόπεδα Μονών Βελανιδιάς και Δημιόβης στον Ταΰγετο, κοντά στην Καλαμάτα.
Μικρά στρατόπεδα όπου η ΟΠΛΑ συγκέντρωνε τους συλληφθέντες Καλαμάτας και γύρω περιοχών. Στη μονή Βελανιδιάς έδρευε το τάγμα του ΕΛΑΣ Τάκη Αναστασόπουλου και στη Μονή Δημιόβης το τάγμα του Ηλία Καραμούζη. Πέριξ της μονής Δημιόβης υπήρχαν 36 άταφα πτώματα!!!
10ον. Κωστομέρα Τριφυλίας, Αυλώνα Τριφυλίας. Μάλλον μικρά προσωρινά στρατόπεδα, έγιναν και εδώ δολοφονίες.
11ον. Άρνα Λακωνίας, στον Ταΰγετο. Στρατοπεδάρχης ο Τάκης Κώνστας από την Άρνα. Εδώ εγκλείσθηκαν 50 αντάρτες του Ελληνικού Στρατού(Ανταρτικής οργανώσεως Πελοποννήσου) επί 20ήμερο, μετά τους μετέφεραν στη Βασιλική Ταϋγέτου όπου τους απελευθέρωσαν την 28-8-1943 μετά από συμφωνία για διάλυση του Ε.Σ.
Το Στρατόπεδο αυτό συνέχισε να λειτουργεί. Τον Δεκέμβριο του 1943 είναι πάλι γεμάτο και μετακίνησε τους ομήρους του στην περιοχή Καστανιά Αγίου Νικολάου. Νέος στρατοπεδάρχης ο Κων/νος Κίκηρας με βοηθό βασανιστή τον Μιχάλη Καψαλάκο.
*************************************************

Χτυπούσαν τους κρατουμένους με αγκαθωτό σύρμα, ξερίζωναν και δόντια. Στο τέλος εκτέλεσαν αρκετούς στη θέση Πηγάδια Αλαγονίας Μεσσηνίας, με ξιφολόγχες!!! Οι δολοφόνοι καταδικάσθηκαν για τις δολοφονικές τους ενέργειες (ο Καψαλάκος δις εις θάνατον) αλλά τελικά την γλίτωσαν λόγω μέτρων επιείκειας. (Από το βιβλίο «Με το φωτοστέφανο τον Μαρτυρίου» της Τσελεσίλλα – Ιωαννίδου Λαμπέα, σελίδα 89).
Χτυπούσαν τους κρατουμένους με αγκαθωτό σύρμα, ξερίζωναν και δόντια. Στο τέλος εκτέλεσαν αρκετούς στη θέση Πηγάδια Αλαγονίας Μεσσηνίας, με ξιφολόγχες!!! Οι δολοφόνοι καταδικάσθηκαν για τις δολοφονικές τους ενέργειες (ο Καψαλάκος δις εις θάνατον) αλλά τελικά την γλίτωσαν λόγω μέτρων επιείκειας. (Από το βιβλίο «Με το φωτοστέφανο τον Μαρτυρίου» της Τσελεσίλλα – Ιωαννίδου Λαμπέα, σελίδα 89).
12ον. Στόμιο Ολυμπίας. Μικρό προσωρινό στρατόπεδο. Γνωρίζω τα ονόματα των δολοφονημένων εκεί.
13ον.   Βυτίνας – Γεωργιτσίου.
Στο πρώτο έγκλειστοι ήταν εκατό άτομα του Τάγματος Ασφαλείας Μιστρά με την επωνυμία «Λεωνίδας» καθώς και σημαίνοντες κάτοικοι της περιοχής Σπάρτης .Στο δεύτερο (Γεωργιτσίου) άτομα της ιδίας συνθέσεως. Αυτά τα αιχμάλωτα άτομα είχαν τετράμηνη περιπέτεια.
Ήταν κλεισμένοι (κάτοικοι και Τάγματα) από τον φόβο δολοφονιών εκ μέρους του ΕΛΑΣ στο Κάστρο του Μιστρά έτοιμοι να δώσουν μάχη με τους ΕΛΑΣίτες. Τελικά στις 12-10-1944 παρεδόθησαν κατόπιν συμφωνίας ότι ο ΕΛΑΣ δεν θα πειράξει κανέναν. Παρά την συμφωνία οι ΕΛΑΣίτες μόλις τους αφόπλισαν ΕΣΦΑΞΑΝ ΑΜΕΣΩΣ επί του φορείου ευρισκόμενο τραυματία υπολοχαγό Αλέκο Δριβάκη και άλλους τριάντα της διμοιρίας Αγίου Ιωάννου Μιστρά αφού πρώτα τους απογύμνωσαν και τους βασάνισαν μετά  τους τουφέκισαν.
Αρχηγός του εκτελεστικού αποσπάσματος που διέπραξε αυτές τις δολοφονίες ήταν ο ΕΛΑΣίτης Ναπολέων Παπαγιαννόπουλος.
Τους ανώτερους αξιωματικούς του Τάγματος Ασφαλείας Μιστρά τους έκλεισαν στην έπαυλη Σαρσάνη και ετοιμαζόταν να τους ρίξουν στον …Καιάδα του Ταϋγέτου εκεί πού πριν 2000 χρόνια οι Σπαρτιάτες έριχναν τα ανάπηρα παιδιά τους.( σημ:Δηλαδή οι «Προοδευτικές – Δημοκρατικές » δυνάμεις θα μας πήγαιναν 2000 χρόνια πίσω. Μήπως δεν μας πήγαν τελικά;)
Είχαν όμως τύχη. Διότι πρόλαβε και τους γλίτωσε η Αγγλική μηχανοκίνητη Μονάδα υπό την ηγεσία Άγγλου Ταγματάρχη. Τους μετέφεραν σε φυλακές , σε στρατόπεδο της Βυτίνας ,μετά ξανά σε φυλακές και οι Άγγλοι τους ξαναγλύτωσαν από το ΕΛΑΣίτικο μαχαίρι. Αποφυλακίστηκαν την 5-3-1945 από τις νόμιμες αρχές της Ελλάδος και πήγαν κατ ευθείαν στην Μητρόπολη Σπάρτης όπου χωροστατούντος του Μητροπολίτου έγινε  δοξολογία ενώπιον χιλιάδων λαού.
14 ον. Βαρβάσαινας Πύργου. Ήταν στο δημοτικό σχολείο του χωριού. Μεταξύ των συλληφθέντων και ο πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου Πύργου Δημήτριος Φωτόπουλος Δημήτριος Φωτόπουλος. Τον σκότωσε εν ψυχρώ μέσα στο πλήθος των κρατουμένων (όπως έκανε πάντα) με το περίστροφο του ο «λαϊκός αγωνιστής» Ηλίας Κονδύλης. Το έγκλημα έγινε στις 8-9-1944.
15ον. Πόθου και Άσπρων Σπιτιών Ηλείας.
Εδώ συγκεντρώνονταν «εχθροί του λαού» Ηλείας, όπου κατόπιν βασανιστηρίων εκτελούντο.
16ον. Χάραδρο Κυνουρίας, κοντά στο Άστρος. Ήταν στο Δημοτικό σχολείο του χωριού με 200 περίπου κρατουμένους της περιοχής Τριπόλεως, όλων των επαγγελμάτων και ηλικιών. Άλλα βασανιστήρια εγένοντο δημοσίως να βλέπουν όλοι οι κρατούμενοι και άλλα στη θέση «Γουρνάκι», 300 μέτρα μακριά από το χωριό. Διοικητής κάποιος Κων/νος Ζησιάδης, με ανταρτοδίκες-βασανιστές τον Καπετάν Παύλο (Μπουζάνη). Καπετάν Κυριάκο και Καπετάν Λέων. Ο Καπετάν Λέων έχει γραφεί, χωρίς να το επιβεβαιώσω από άλλες πηγές, ότι δεν ήξερε καλά ελληνικά. Εδώ δολοφονήθηκαν πέντε άτομα, μεταξύ των οποίων και ο Ιωάννης Βουγιουκλάκης, πατέρας της ηθοποιού Αλίκης Βουγιουκλάκη. Δεν συμπαθούσε το ΕΑΜ γι αυτό η ΟΠΛΑ τον συνέλαβε σε ένα χωριό της Κορινθίας όταν προσπαθούσε να ανταλλάξει ρούχα με λίγα τρόφιμα, αρχές Δεκεμβρίου 1943. Τον βασάνιζαν πολλές μέρες σε καθημερινή βάση. Μετά από σκληρό βασανισμό έμεινε αναίσθητος και εντός του σχολείου, παρουσία όλων του έβγαλαν τα χρυσά δόντια με την τανάλια!!! Τον μετέφεραν στις 31-12-1943, δυο χιλιόμετρα έξω από το χωριό στη θέση Διάσελα και μαζί με τους Αναστάσιο Κανάβαρο, Σαράντο Πουρνάρα, Τάκη Κουγιούρα και Γεώργιο Τράκα τους έριξαν σε ένα λάκκο και τους δολοφόνησαν με πέτρες!!! (όπως τον Άγιο Στέφανο). Η αγανάκτηση των κατοίκων ήταν μεγάλη αλλά λόγω τρομοκρατίας δεν μπορούσαν να την εκδηλώσουν. Γι’ αυτό το στρατόπεδο το μετέφεραν τον Ιανουάριο του 1944 στη Μονή Ορθοκωστάς (Εορτακουστής) και μετά στη Μαύρη Τρύπα, όπου τον Φεβρουάριο του 1944 ελευθέρωσε τους κρατουμένους  Γερμανικό απόσπασμα και οι κρατούμενοι έπεσαν και φίλησαν τα πόδια των Γερμανών. Αυτή ήταν η κατάντια του «απελευθερωτή» ΕΛΑΣ, να προτιμούν οι Έλληνες τους Γερμανούς παρά την «Ελευθερία» που τους προσέφερε!! (Χρήστος Ζαλικώστας. «Χρονικό της Σκλαβιάς». σ. 178).
17ον. Αγίας Σωτήρας Βουρβούρων Τριπόλεως (Κυνουρία). Μεταξύ των κρατουμένων ο ανθυπολοχαγός του «Ελληνικού Στρατού» Κων/νος Σαραντόπουλος. Τον Ιανουάριο του 1944 τον δολοφόνησαν μαζί. με 13 άλλους και τους έριξαν στην λίμνη Ντάκα περιοχής Τριπόλεως.
18ον. Μπεζεστένι Μελιγαλά. Προσωρινό στρατόπεδο διότι σε λίγες μέρες άδειασε, θα δούμε πώς.: Μπεζεστένι σημαίνει «υπαίθριο παζάρι» και είναι ένας μαντρότοιχος δίπλα στο Σ. σταθμό Μελιγαλά. που γινόντουσαν εμποροπανηγύρεις,
Εδώ συγκεντρώθηκαν οι λίγοι εναπομείναντες άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας Μελιγαλά και Καλαμάτας μετά την ήττα τους στη μάχη του Μελιγαλά, καθώς και πάρα πολλά άτομα που φοβούντο την δράση του ΕΛΑΣ και του Άρη Βελουχιώτη. Οι άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας ήταν μία μικρή μειοψηφία. Ο συνολικός αριθμός όλων των Ταγματασφαλιτών πριν την μάχη ήταν 800 άτομα. Ο Βελουχιώτης είχε εκδώσει την υπ’ αριθ. Ε.Π.Ε. 330/15-9-44 διαταγή «Πας συλλαμβανόμενος Ταγματασφαλίτης θα τουφεκίζεται επί τόπου», και οι ΕΛΑΣίτες πειθάρχησαν στην διαταγή του. Συνεπώς ο αριθμός ήταν πολύ λιγότερος από 800 άτομα λόγω απωλειών στη μάχη και της εκτελέσεως των αιχμαλώτων. Παρόλα αυτά στο Μπεζεστένι βρέθηκαν στοιβαγμένα 2.000 άτομα, όλων των ηλικιών, από μωρά μέχρι γέρους. Γι’ αυτό λοιπόν καταρτίστηκε μία επιτροπή από τους ΕΑΜίτες Βασίλειο Μπράβο, Γιάννη Καραμούζη και άλλους για εκκαθάριση του στρατοπέδου. Πράγματι απελύθησαν πολλά γυναικόπαιδα, αλλά μερικά από αυτά μόλις βγήκαν έξω σκοτώθηκαν από διάφορους ΕΛΑΣίτες.
Πολλοί αξιωματικοί και στρατιώτες των Ταγμάτων συγκεντρώθηκαν στο χωριό Μερόπη δίπλα στο Μελιγαλά. στη μάντρα του «Κριμπά». Μεταξύ των κρατουμένων στο Μπεζεστένι και ο Περικλής Μπούτος με τα δύο του παιδιά, πατέρας του πολιτευτή Γιάννη Μπούτου, ενώ στη Μερόπη ήταν ο κατοχικός Νομάρχης Μεσσηνίας Περωτής. Ο Γιάννης Καραμούζης μαζί με τον Βασ. Μπράβο συγκρότησαν εκτελεστικά αποσπάσματα του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ υπό την διοίκηση του Μάτζαρη και του Ν. Μητροπούλου.
Αλλά ας αφήσουμε τον ίδιο τον Γιάννη Καραμούζη να μας τα διηγηθεί από το βιβλίο του «Πατριώτες και προδότες στο Μωριά!».
«Ο Άρης με τον υπασπιστή τον Τζαβέλα και 4-5 μαυροσκούφηδες επεσκέφθη στο χωριό Μερόπη τους Ταγματασφαλίτες που δεν είχαν εκτελεσθεί. Τους έγδυσε και ο ίδιος προσωπικώς έδωσε το σύνθημα για άγριο ξυλοδαρμό μέχρι αίματος. Μόλις βράδιασε τους παρέδωσε στους μαυροσκούφηδες και με την βοήθεια και άλλων ανταρτών σφαγιάσθηκαν όλοι, λίγο έξω από την Μερόπη». (σελ. 74).
    Κάποιος άλλος αναφέρει ότι ο Τζαβέλας σκότωσε μερικούς πατώντας τους στα κεφάλια με τις αρβύλες του!!!
    Για το τι έγινε στο «Μπεζεστένι». θα αφήσουμε πάλι τον ίδιο να μας τα διηγηθεί:
    «Εθεωρείτο δείγμα αφοσιώσεως και πίστεως στο κόμμα η αυτοπρόσωπος εκτέλεση κρατουμένων ή η σύμπραξης και η συμβολή δια την’ εκτέλεση. Οι οργανωθείς είχαν διαπαιδαγωγηθεί σ’ αυτό το πνεύμα.
    Πολλές οργανώσεις, για να φανούν «πρότυπα» καλών και πιοτών κομματικών οργανώσεων ζητούσαν και φυσικά έπαιρναν τους συγχωριανούς των να τους «δικάσουν» και να τους εκτελέσουν στα χωριά τους. Το παράδειγμα το έδωσε η οργάνωση Οιχαλίας και Μερόπης. Πήραν τους συγχωριανούς των και εκεί με πανηγύρια και χορούς τους εκτέλεσαν. Το παράδειγμα τους το μιμήθηκε και το Νησί: Πήραν 13 από τον Μελιγαλά τους οδήγησαν στο κέντρο της πόλεως Μεσσήνης και εκεί με χορούς και τραγούδια – αντιγραφή των κανιβάλων – τους εκτέλεσαν» (σελίς77).

  Σημείωση. Αυτοί οι κανίβαλοι που αναφέρει Γ. Γραμματέας του ΕΑΜ Μεσσήνης σίγουρα αναγνωρίζονται από το ΚΚΕ ως «λαϊκοί ήρωες». Το επίσημο όμως Κράτος, ήθελα να ήξερα. τους χορηγεί συντάξεις «Εθνικού Αντιστασιακού»; Δεν γνωρίζω τι ακριβώς έπραξαν οι 13 εκτελεσθέντες με αυτό τον τρόπο, πάντα οι εκτελεστές έφεραν την ανθρωπότητα χιλιάδες χρόνια πίσω!!! Τα γεγονότα που περιγράφει ο Γ. Καραμούζης τα έχω επιβεβαιώσει και από άλλες πηγές, ακόμη και από μαρτυρίες ατόμων που τα έζησαν.
Δεκαοκτώ όμως άτομα εκτελέσθηκαν κατ’ άλλον τρόπον, ας δούμε πως:
«Μεταξύ των αιχμαλώτων τον Μελιγαλά ήσαν πολλοί πολιτευτές και μερικοί αξιωματικοί Ήταν πρόσωπα που η εκτέλεση των υπό κάποια «μορφή νομιμότητας» δηλαδή δι’ ανταρτοδικείων. αφού δεν είχαν εκτελεσθεί κατά την «μάχη», Ίσως να δημιουργούσε ζητήματα στο κόμμα. Γι’ αυτό βρέθηκε τρόπος «ανεύθυνου» εκτελέσεως των. Κατά πρόταση τον Βασ. Μπράβου, που υιοθετήθηκε από τον Κουλαμπά, θα μεταφερόντουσαν στην Καλαμάτα. Εκεί θα είχε προετοιμασθεί «αγανακτισμένο» πλήθος και θα τους εκτελούσε. Πράγματι την 16 Σεπτεμβρίου ξεχωρίστηκαν 18 άτομα δια να μεταφερθούν στη Καλαμάτα. Η κομματική όμως οργάνωση της Καλαμάτας δεν μπόρεσε να οργανώσει καλά και να προετοιμάσει τους «αγανακτισμένους». Γι’ αυτό ειδοποίησε και ανεβλήθη, δια την επομένη, η μεταφορά των εις την Καλαμάτα.
Η ΕΑΜική εφημερίδα «Ελεύθερη Μεσσηνία» στις 17 Σεπτεμβρίου αντέγραφε την είδηση ότι πρόκειται το απόγευμα να μεταφερθούν στην Καλαμάτα οι αρχηγοί των Ταγμάτων. Οι κομματικές οργανώσεις κινητοποίησαν τα μέλη τους και τους οπαδούς των ώστε σε ορισμένη ώρα να ευρίσκονται σε καθορισμένο μέρος των Καλαμών δια να «υποδεχθούν» τους αρχηγούς των Ταγμάτων.
Το απόγευμα της 17 Σεπτεμβρίου, 18 εκ των αιχμαλώτων, μεταξύ των οποίων οι Περικλής Μπούτος, πολιτευτής του κόμματος των φιλελευθέρων. Ταγματάρχης Χριστόφιλος, Ταγματάρχης Χωροφυλακής Φραγκουδάκης, Γαλόπουλος αντεισαγγελέας Καλαμών, Δημήτριος Περωτής Νομάρχης Μεσσηνίας, Μορφονιός Ταγματάρχης κ.λ.π. μεταφέρθηκαν δι’ αυτοκινήτου στην Καλαμάτα. Το αυτοκίνητο σταμάτησε στην κεντρική πλατεία. Εκεί είχε συγκεντρωθεί πολύς κόσμος και τα «χωνιά» του Ε.Α.Μ. από ενωρίς καλούσαν το «λαό» να είναι συγκεντρωμένος για την «υποδοχή».
Μόλις άρχισαν να τους κατεβάζουν από το αυτοκίνητο, τους έπεσαν απάνω οι «αγανακτισμένοι» και με μαχαίρια και ραβδιά τους σκότωσαν, υπό τα αλλεπάλληλα συνθήματα των χωνιών του Ε.Α.Μ. Μετά την κατακρεούργηση των προς «τέρψιν» του λαού κρεμάστηκαν στα φανάρια της κεντρικής πλατείας της πόλεως».
Ο δολοφονηθείς Νομάρχης Μεσσηνίας Δημ. Περωτής επικεφαλής επιτροπής γλίτωσε στις 11-2-1944 από το Γερμανικό εκτελεστικό απόσπασμα τον μεγαλύτερο αριθμό από τους 1500 συλληφθέντες Καλαματιανούς στο Γερμανικό Στρατόπεδο συγκεντρώσεως <>στην Καλαμάτα. Δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα για 149 άτομα που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς ως αντίποινα δια τον φόνο 2-3 Γερμανών από τους αντάρτες τους ΕΛΑΣ στο χωριό Άγιος Φλώρος Μεσσηνίας. Και να φανταστείτε ότι ο ΕΛΑΣ ΗΞΕΡΕ ότι υπάρχουν συλληφθέντες να εκτελεστούν ως αντίποινα. Τα έκανε ΕΠΙΤΗΔΕΣ.
Ο δολοφονηθείς Ταγματάρχης Χωροφυλακής Φραγκουδάκης τον Μάιο του 1944 γλίτωσε την τελευταία στιγμή από το Γερμανικό εκτελεστικό απόσπασμα 50 ΕΑΜιτες της Καλαμάτας και αυτοί για ευγνωμοσύνη τον κατακρεούργησαν.
Αν κατ’ αυτόν τον τρόπον είχαν εκτελεσθεί ΕΑΜίτες με την πανίσχυρη προπαγάνδα και χρήματα που διαθέτουν οι «προοδευτικές δυνάμεις», όλη η Ελλάδα θα τους είχε στήσει αγάλματα, η δε σχολική ιστορία θα είχε αφιερωθεί σ’ αυτούς σελίδες ολόκληρες!! Τώρα αν το θυμίζεις θεωρείσαι… πτωματολόγος!!!
(ΣΗΜ:Κατά τον ίδιο τρόπο και μετά από ομιλίες ακόμα και «Εθνοσυμβούλου»,(σημ: δηλαδή βουλευτού του ΕΑΜ –ΚΚΕ για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους) που κάλεσε το λαό να τιμωρήσει τους προδότες, εξετελέσθησαν στην Πύλο Μεσσηνίας 21 άτομα με μαχαίρι και τα πτώματα τους πετάχτηκαν από τα παράθυρα στο μαινόμενο πλήθος πού φώναζε ρίξε τους ρίξε τους!!! Ότι και να είχαν κάνει αυτά τα άτομα, ο τρόπος της δολοφονίας τους ήταν κανιβαλικός.)
Όσοι απέμειναν στο Μπεζεστένι τουφεκίσθηκαν όλοι «δια να μη τους κάνει χωροφύλακες ο Παπανδρέου» και τα σώματα τους ρίφθηκαν στην περιβόητη πηγάδα (γνωστή η ιστορία της). Τα θύματα περίπου 2.000.
Αυτό ήταν το τέλος του Στρατοπέδου συγκεντρώσεως Μελιγαλά.
19ον. Στρατόπεδο συγκεντρώσεως Πύργου. Και τα Τάγματα Ασφαλείας στην περιοχή Πύργου ανταπέδωσαν περίπου  στα ίσια. Συνέλαβαν 800 ΕΑΜιτες της περιοχής και τους έκλεισαν σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Στρατοπεδάρχης ο Ταγματάρχης Κοκκώνης Γεώργιος του Τάγματος Ασφαλείας Πύργου. Δεν έκανε εκτελέσεις, τους είχε για διαπραγματευτικό χαρτί με το ΕΑΜ. Πράγματι στις 5-9-1944, σε ένδειξη καλής θελήσεως για να μη πραγματοποιηθούν σφαγές, τους άφησε όλους ελεύθερους. Παρόλα αυτά ο ΕΛΑΣ καταπάτησε την συμφωνία και δεν απέφυγαν την σφαγή. Οι ελευθερωθέντες ΕΑΜίτες ενώθηκαν με τους επιτιθέμενους και  στις 9-9-1944 σκότωσαν 150, τραυμάτισαν 120 και έκαψαν 50 σπίτια.
20ον. Στρατόπεδο Βαλιμής Αχαΐας, κοντά στον Φενεό. Μάλλον μικρό στρατόπεδο προσωρινής κρατήσεως. Τους μετέφεραν σε άλλα και από εκεί πήγαιναν για εκτέλεση.
    Χαρακτηριστική περίπτωση είναι του Ανδρέα (25 ετών) και της Αμαλίας (17 ετών) Αναγνωστοπούλου από το Μεσορρούγι Καλαβρύτων. Συνελήφθησαν επειδή ο ΕΑΜίτης αδερφός τους λιποτάκτησε από το ΕΑΜ και κατετάγη στην Χωροφυλακή!! Τους συνέλαβαν και τους έκλεισαν στο στρατόπεδο Βαλιμής. Μετά από δύο μηνών περιπέτεια όπου τους μετέφεραν από χωριό σε χωριό, βιάζοντας κατά τις ορέξεις τους την κοπέλα, τελικά μετά από κάποιον βιασμό την έσφαξαν και όλα αυτά μπροστά στον αδερφό της. Αυτόν τον αποτελείωσαν στις 26-7-1944. Ο καπετάν Τάσος (Αναστάσιος Ζερβός) το 1946 για τις δολοφονίες που διέπραξε καταδικάστηκε δις εις θάνατον στην Πάτρα και εξετελέσθη για να περάσει στο πάνθεον των «ηρώων» του ΚΚΕ και του «λαϊκού κινήματος» («Με το φωτοστέφανο του Μαρτυρίου», σ. 42).

       21ον. Ι. Μονή ΕΛΩΝΗΣ Πάρνωνος, κοντά στο Λεωνίδιο Σπάρτης.
Μικρό στρατόπεδο με ανταρτοδικείο. Οι ανταρτοδίκες ήταν ταυτόχρονα και εκτελεστές!! Έτσι γινόταν σε όλα τα στρατόπεδα.
Σε εκκαθαριστική επιχείρηση Γερμανικών δυνάμεων κάποιοι πρόλαβαν και δραπέτευσαν. Μεταξύ αυτών και ο πρώην Ελασίτης Αντισυνταγματάρχης Ανδρέας Γ. Λουμάκης, ο οποίος συνελήφθη επειδή αποσκίρτησε από τον ΕΛΑΣ. Δυστυχώς τότε έτσι ήταν. Ή με το ΕΑΜ ή έπρεπε να πεθάνεις. Μετά την δραπέτευση τον, αρχές 1943, κατέφυγε στην στρατιωτική διοίκηση Ισμαηλίας Μέσης Ανατολής. Το τέλος του ήταν οδυνηρό. Το 1948 στην μάχη της Καρδίτσας μεταξύ Στρατού και «Δημοκρατικού στρατού» του ΚΚΕ, τραυματίσθηκε και συνελήφθη αιχμάλωτος. Μια «λαϊκή Αγωνίστρια» με τσεκούρι του άνοιξε το κεφάλι στα δύο!!!
22ον. Μανιάκι Μεσσηνίας. Σε εκκαθαριστική επιχείρηση των Ταγμάτων Ασφαλείας στη Χώρα Τριφυλίας το μετέφεραν στο Μαργέλι (σημ. Κοντογόνι). Στο στρατόπεδο Μανιακίου σκότωσαν τον Γιώργο Γιαννόπουλο από το Καραμανώλι (σημ. Γλυφάδα) και κάποιον γέρο 75 ετών επειδή έκανε το «μεγάλο» αδίκημα να πάρει ένα δεμάτι σιτάρι (θερισμένο) να το τρίψει να πάρει τον καρπό!!!
Στο Μαργέλι οι κρατούμενοι ήταν 150 άνδρες, γυναίκες, παιδιά. (Υπεύθυνοι στρατοπέδου κάποιοι Ρουσέας Παναγιώτης Ρουσέας Παναγιώτης, Ματζώρος και Λίβας Λίβας).
23ον. Μινάγια Μεσσηνίας (σημ. Αμπελόκηποι). Σκότωσαν τον Τάκη Καρβουνιάρη από την Πύλο.
Αυτά τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως κατόρθωσα να εντοπίσω από την βιβλιογραφία στην Πελοπόννησο. Ασφαλώς θα υπάρχουν και άλλα, γι’ αυτό καλώ όποιον γνωρίζει κάτι σχετικό με στοιχεία, να γράψει στο ΤΟΤΕ. Όπως επίσης και οτιδήποτε καταρρίπτει ή ενισχύει τα γραφόμενα μου, διότι η ιστορική αλήθεια πρέπει να καταγράφεται όποιοι και αν θίγονται.
Στρατόπεδα συγκεντρώσεως το ΕΑΜ δημιούργησε παντού, σε όλη την Ελλάδα, όπου επικράτησε την περίοδο 42-44. Η έρευνα θα συνεχισθεί γι αυτό κάθε βοήθεια ευπρόσδεκτη.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κομμουνιστή «ήρωα»…
  Τελειώνοντας το αφιέρωμα (στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως Πελοποννήσου θα αναφερθώ σε μία ανόσια πράξη απ’ τις πολλές κάποιου Κώστα Κανελλόπουλου Κώστα Κανελλόπουλου, που δυστυχώς το ΚΚΕ τον έχει κατατάξει και αυτόν (όπως και τόσους άλλους αναλόγου συμπεριφοράς) στο πάνθεο των ηρώων του.
Ο Κ. Κανελλόπουλος ήταν μόνιμος ανθυπίλαρχος τον Στρατού και αποτάχτηκε για κομμουνιστική δράση πολύ πριν τον Αλβανικό πόλεμο. Με το ΕΑΜ βρήκε την ευκαιρία να πάρει τα αξιώματα που δεν πήρε στο Στρατό.
Τον Νοέμβριο του 1943 στο χωριό Δυρράχιο Ταϋγέτου δίκασε την Νίτσα Ρούκα από την Καλλιρόη Μεσσηνίας διότι δεν δέχθηκε να γίνει ερωμένη του!! Η κατηγορία ήταν ότι είχε σεξουαλικές σχέσεις με τους Ιταλούς. Προηγουμένως (Μεγάλη Παρασκευή 43) είχε σκοτώσει τους γονείς της, την αδερφή της και είχε κόψει το ένα πόδι του αδερφού της. Η κοπέλα εξετάσθηκε από δύο γιατρούς, ο ένας ήταν ο Καπόπουλος από τους Κωνσταντίνους, και οι δύο είπαν ότι ήταν παρθένος. Το «δικαστήριο» παρουσία όλων των, υποχρεωτικώς παριστάμένων, κατοίκων του χωριού την καταδίκασε σε θάνατο. Τρεις φορές οι αντάρτες του ΕΛΑΣ βλέποντας το άδικο αστόχησαν, αλλά τελικά την εκτέλεσε ο ίδιος ο Κ. Κανελλόπουλος. Σημειωτέον ότι κάποτε που είχε τραυματισθεί, η Νίτσα Ρούκα τον είχε νοσηλεύσει! Το επεισόδιο περιγράφει ο Χρήστος Ζαλοκώστας στο «Χρονικό της Σκλαβιάς» σ. 177, ο Κοσμάς Αντωνόπουλος «ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΣ» σ. 1321 καθώς και ο υπολοχαγός Γ. Ταβερναράκης αρχηγός της συμμαχικής αποστολής ΣΜΑ περιοχής Ταϋγέτου σε αναφορά του. Μάλιστα ο Ταβερναράκης επενέβη να την διασώσει, αλλά μάταια. Ας τον έχει λοιπόν το ΚΚΕ «ήρωα» του να τον καμαρώνει, αλλά ας μάθουν κάποιοι την ιστορία του να μην τον τιμούν ως «ήρωα». Δυστυχώς δεν είναι ο μοναδικός τέτοιου είδους «ήρωας».
Είναι γνωστό ότι μετά την ήττα του Κομμουνιστικού Κινήματος τον Δεκέμβριο του 1944 επακολούθησε η συμφωνία της Βάρκιζας (Φεβρ. 1945). Αυτή δεν αμνήστευσε τα ποινικά αδικήματα (δολοφονίες, ληστείες κ.τ.λ.).
Πολλοί λοιπόν «λαϊκοί αγωνιστές» δικάστηκαν γι’ αυτά τα εγκλήματα. Συνεπώς είναι ΜΕΓΑ ΨΕΥΔΟΣ αυτό που λένε ότι διώχτηκαν από την «αντίδραση» διότι έκαναν αντίσταση στους κατακτητές. Μάλιστα πολλοί από αυτούς δεν μπόρεσαν να επανέλθουν στην κανονική τους ζωή διότι θα συλλαμβάνονταν και έτσι έμειναν ως παρακρατικές ομάδες στα βουνά. Περίπου 3.000 άτομα φυγοδικούσαν οργανωμένα σε ομάδες 10-15 ατόμων.
Διάβασα πρόσφατα ότι στις 25-6-96 ο Δήμος Χαϊδαρίου έστησε άγαλμα του Κομμουνιστή Νίκου Πλουμπίδη. Ο Νίκος Πλουμπίδης ή Μπάρμπας κατά την διάρκεια της κατοχής ήταν για ένα διάστημα αρχηγός της ΟΠΛΑ, που τόσα εγκλήματα έκανε κατ’ εντολή του σε βάρος του Ελληνικού Λαού.
Είναι παράλογο να στήνουμε αγάλματα αναγνωρίζοντας ως ήρωες τέτοια άτομα, την στιγμή που αναλόγων προσώπων αγάλματα γκρεμίστηκαν στις λεγόμενες «Λαϊκές Δημοκρατίες». Δυστυχώς η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της Ευρώπης όπου τέτοια άτομα τιμώνται.
Πιθανόν για όλα όσα έγραψα κάποιοι να με κατηγορήσουν για πτωματολογία και αναμόχλευση παθών.
Αυτή όμως είναι η ιστορική αλήθεια και όποιος θέλει ας με διαψεύσει με ντοκουμέντα..
Δυστυχώς, οι «προοδευτικές» δυνάμεις 25 χρόνια χωρίς αντίπαλο αναμοχλεύουν πάθη και πτωματολογούν γι’ αυτά που έπαθαν και κυρίως που δεν έπαθαν.

Ήρθε η ώρα. Πέρασαν ήδη 50 χρόνια από τότε που συνέβησαν τα γεγονότα, να αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια η οποία οικτρά παραμορφώθηκε από την προπαγάνδα της Αριστεράς που δυστυχώς χρηματοδοτείται και με κρατικά χρήματα, δηλ. και με συμμετοχή των θυμάτων της εγκληματικής δραστηριότητας των «Λαϊκών Αγωνιστών», Το ευτύχημα για τον Ελληνικό λαό είναι ότι δεν επικράτησαν δυναμικά τότε. Οι Έλληνες θα πάθαιναν ότι έπαθαν οι Καμποτζιανοί στα τέσσερα χρόνια διακυβερνήσεως τους από τον Πολ-Ποτ και τους Ερυθρούς Χμερ. Εξολοθρεύτηκε 1 εκατομμύριο από τα 7 εκατομμύρια κατοίκων. Και φυσικά όλοι οι επιστήμονες (γιατροί, δικηγόροι κτλ.) διότι ο «λαός» δεν χρειαζόταν την επιστήμη τους.  
H Οργανωμένη Σφαγή του Μελιγαλά… Σεπτέμβρης του ’44 ! (Τα γεγονότα )
  Αυτό ονειρεύονται  όσοι  επικαλούνται το σύνθημα ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΜΕΛΙΓΑΛΑΣ;
 Η κωμόπολη του Μελιγαλά, κτισμένη σ’ένα ύψωμα της άνω Μεσσηνίας, στο σταυροδρόμι των διαβάσεων Καλαμάτα-Πύργος, Καλαμάτα-Τρίπολη, και Κυπαρισσία-Τρίπολη, αλλά και σε ίση απόσταση από τα βουνά της Ιθώμης, του Ταϋγέτου και της ορεινής Ολυμπίας, είχε μεγάλη στρατηγική αξία στην Κατοχή.
  Για μια περίοδο, οι σύμμαχοι ήθελαν να πείσουν τους Γερμανούς ότι οι κόλποι της Καλαμάτας και της Κυπαρισσίας ήταν πιθανοί προορισμοί απόβασης στα Βαλκάνια, ώστε να προωθήσουν τις δυνάμεις τους νοτιότερα στα Βαλκάνια. Από τον Μάιο του 1941,
οι Ιταλοί είχαν εγκαταστήσει στον Μελιγαλά πλήρη λόχο, και οι Γερμανοί μικρό απόσπασμα με πυροβόλα και ασυρμάτους. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, η Γερμανική φρουρά αυξήθηκε σημαντικά σε άνδρες (70-80) αλλά κυρίως σε βαριά όπλα που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από νεοφερμένες δυνάμεις, και διοικείτο από ταγματάρχη που γνώριζε την Ελληνική γλώσσα.
Ένας από τους πρωταγωνιστές στα γεγονότα της Μεσσηνίας το 1943-44 ήταν ο ταγματάρχης Παναγιώτης Στούπας. Γεννηθείς το 1894 στο χωριό Λεύκη κοντά στους Γαργαλιάνους, είχε καταταγεί στο στρατό το 1914 να υπηρετήσει τη θητεία του, αλλά στη συνέχεια μονιμοποιήθηκε και το 1916 έλαβε τον βαθμό του ανθυπολοχαγού. Έλαβε μέρος στον πόλεμο της Μικράς Ασίας, και τραυματίστηκε τρεις φορές. Αποστρατεύθηκε το 1923 με τον βαθμό του υπολοχαγού ως βασιλόφρονας, αλλά πήρε τους βαθμούς του λοχαγού (1925) και του ταγματάρχη (1935) ως έφεδρος. Ως απόστρατος ζούσε στην Ξάνθη, και ησχολείτο με το εμπόριο ξυλείας. Έλαβε μέρος στον πόλεμο του ’40 ως εθελοντής, υπό τον μετέπειτα αρχηγό των ΤΑ στη νότια Πελοπόννησο, τον συνταγματάρχη Παπαδόγκωνα, διοικητή της Μεραρχίας Κρητών στην Ήπειρο που κατέλαβε την Τρεμπεσίνα.
Πολλοί Κρήτες στρατιώτες, που αποκόπηκαν στη Μεσσηνία μετά την κατάρρευση του μετώπου, κατέφυγαν στο χωριό του Στούπα για να τους βρει οικογένειες στην περιοχή να τους φιλοξενήσουν. Ο Στούπας, υιός του ιερέως της Λεύκης παπα-Σπύρου, ήταν άνθρωπος ήπιων τόνων και αγαθού χαρακτήρος, αλλά σφόδρα αντικομμουνιστής.
Ξεκίνησε την Αντιστασιακή του δράση με δική του Ομάδα ανταρτών στα βουνά της Μάλης, στην ορεινή Τριφυλία, μετά από πρόσκληση του Βρετανού ταγματάρχη Reed, συνδέσμου αξιωματικού του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής. Η Ομάδα του, με δύναμη γύρω στους 50 αντάρτες ήταν μέρος της μεγάλης Αντιστασιακής Οργάνωσης Ελληνικός Στρατός (ΕΣ).
Με τη διάλυση του ΕΣ από τον ΕΛΑΣ, τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο 1943, ήρθε και το τέλος της Ομάδας του Στούπα, στην οποία αξίζει να σημειωθεί ότι τον Σεπτέμβριο 1943 είχαν καταταγεί και 27 Ιταλοί στρατιώτες από την φρουρά της Κυπαρισσίας.
 Ο Στούπας είχε έρθει σε επαφή και με τη διοίκηση του Ιταλικού Τάγματος που στάθμευε στους Γαργαλιάνους. Χωρίς την παρεμβολή του ΕΑΜ, ολόκληρο το Τάγμα θα πήγαινε σ’αυτόν, και οι Ιταλοί στρατιώτες δεν θα ρίχνονταν στον Ισθμό της Κορίνθου από τους Γερμανούς. Τελικά, οι 27 Ιταλοί στρατιώτες κατέληξαν στον ΕΛΑΣ, όταν διαλύθηκε η Ομάδα του Στούπα.
Ο Στούπας επέστρεψε στο χωριό του, παρά το γεγονός ότι κατά την διάλυση της Ομάδας του και για να αφεθεί ελεύθερος, είχε υποσχεθεί να παρουσιαστεί στο αρχηγείο του ΕΛΑΣ, στο Δυρράχι της Αρκαδίας. Με εντολή της Νομαρχιακής Επιτροπής Μεσσηνίας (ΝΕΜ)του ΕΑΜ, στις 10 Οκτωβρίου 1943, δύο λόχοι του ΕΛΑΣ, εφεδρικοί της περιοχής και Πολιτοφύλακες, κύκλωσαν τη Λεύκη να τον συλλάβουν. Εκείνος τους περίμενε με 10 περίπου συντρόφους, που οι πιο πολλοί ήταν συγγενείς του. Στη μάχη που ακολούθησε, ο ΕΛΑΣ δολοφόνησε 3 συντρόφους του Στούπα (εκ των οποίων ο ένας, ο Χρήστος Μιχαϊλάκης, ήταν από τους εκ Κρήτης στρατιώτες του) που πίστεψαν τις υποσχέσεις των ανταρτών ότι δεν θα τους πειράξουν και παραδόθηκαν, και 3 αθώους χωριάτες.

 Ακόμη, έκαψαν το πατρικό σπίτι του Στούπα και άλλα 9 στο χωριό. Τα θύματα του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ ήταν 18-20 νεκροί και αρκετοί τραυματίες, τα περισσότερα από το χέρι του Στούπα, που η σκοπευτική του ικανότητα με το τουφέκι και το πιστόλι έχουν μείνει θρυλικές. Ένας που έπεσε από το χέρι του Στούπα ήταν ο απεσταλμένος της ΝΕΜ Γιάννης Δροσόπουλος ή Δρυνέας, που έφερε την εντολή της σύλληψης του Στούπα.
 Από τύχη -οι αντάρτες νόμισαν ότι αυτοκίνητα του Ερυθρού Σταυρού που έρχονταν από τα Φιλιατρά ήταν Γερμανοί- ο Στούπας ξέφυγε τραυματισμένος και κρυβόταν στους γύρω λόφους. Ο συνταγματάρχης Παπαδόγκωνας, που φαίνεται ότι τον εκτιμούσε ιδιαίτερα, βρισκόταν τότε στην Αθήνα όπου προετοίμαζε τα Τάγματα Ασφαλείας της Νοτίου Πελοποννήσου. Οργάνωσε από εκεί επιχείρηση με Γερμανούς που κατέβηκαν στη Λεύκη, πήραν τον Στούπα και τον έφεραν στην Αθήνα λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 1943.
Στα μέσα Μαρτίου 1944, ο Στούπας κατέβηκε σιδηροδρομικώς στην Καλαμάτα να οργανώσει Τάγμα Ασφαλείας στη Μεσσηνία. Είχε μαζί του και 80 περίπου άνδρες, όλους Μεσσήνιους και Κρήτες κυνηγημένους όπως και ο ίδιος από τη Μεσσηνία από το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ λόγω συμμετοχής τους σε άλλες οργανώσεις Αντίστασης.
Εγκατέστησε τη βάση του ΤΑ στον Μελιγαλά, αλλά αργότερα εγκατέστησε φρουρές και σε 6 άλλες πόλεις και κωμοπόλεις της Μεσσηνίας. Στις 7 Απριλίου 1944, ένα τάγμα του ΕΛΑΣ επιτέθηκε στο ΤΑ του Στούπα, στον Μελιγαλά. Παρά την αρχική επιτυχία της, η επίθεση του ΕΛΑΣ τελικά αποκρούστηκε και μάλιστα χωρίς σημαντική βοήθεια από τη Γερμανική φρουρά. Αυτή είναι η μοναδική επίθεση του ΕΛΑΣ εναντίον βάσης ΤΑ πριν την απελευθέρωση, με την πιθανή εξαίρεση της επίθεσης στο Βαλτέτσι, αλλά εκεί οι ένοπλοι Βαλτετσιώτες δεν ανήκαν πραγματικά στο ΤΑ της Τρίπολης.
Η πρώτη αυτή μάχη του Μελιγαλά επηρέασε τα μετέπειτα γεγονότα ποικιλοτρόπως. Έδωσε στα ΤΑ μια εσφαλμένη πεποίθηση δύναμης, που συνέβαλε στην απόρριψη του τελεσίγραφου παράδοσης στον ΕΛΑΣ αργότερα. Παρεκίνησε εκατοντάδες άνδρες της περιοχής να καταταγούν στο ΤΑ, και προκάλεσε το κυνηγητό του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ εναντίον των οικογενειών τους. Το δε ΤΑ Μελιγαλά, σε συχνές εξορμήσεις στη Μεσσηνία ελευθέρωσε τους κρατούμενους στα Στρατόπεδα Συγκέντωσης του ΕΑΜ στο Χαλβάτσου και στην Ποταμιά με 450 περίπου κρατούμενους (μεταξύ των οποίων πάνω από 10 μέλη της οικογένειας του Στούπα, ηλικίας από 1 έως 80 ετών), συνέλαβε πολλούς πολιτοφύλακες και μέλη του ΕΑΜ, και κατεδίωξε άλλους. Γενικά, η πρώτη μάχη στον Μελιγαλά βοήθησε να μεγαλώσει το χάσμα μεταξύ των δύο παρατάξεων στη Μεσσηνία.
Ερχόμαστε στον Σεπτέμβριο 1944. Οι Γερμανοί αποχωρούν από την Καλαμάτα και τον Μελιγαλά στις 5 του μηνός. Φυσικά, απεχώρησαν με όλη τους την άνεση. Ο ΕΛΑΣ είχε τότε στην Πελοπόννησο πάνω από 8.000 χιλιάδες αντάρτες, εκ των οποίων 6.000 νότια και δυτικά της Μεγαλόπολης, αλλά δεν κτύπησε πουθενά τις Γερμανικές μονάδες που συμπτύσσονταν. Η προσοχή του ΕΛΑΣ είχε ήδη στραφεί αποκλειστικά στα ΤΑ. Στη Μεσσηνία, πρώτα επιτίθεται και καταλαμβάνει την Καλαμάτα την 9η Σεπτεμβρίου. Την 13η, έρχεται η σειρά του Μελιγαλά που τον καταλαμβάνει το μεσημέρι της 15ης, ημέρα Παρασκευή. Οι αμυνόμενοι ήταν 800 περίπου ταγματασφαλίτες και 150 χωροφύλακες. Ο πληθυσμός της κωμόπολης ήταν τότε γύρω στις 3.000, αλλά είχε αυξηθεί σε τουλάχιστον 10.000 από κατοίκους της γύρω περιοχής που είχαν καταφύγει εκεί για προστασία από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ και την Πολιτοφυλακή του ΕΑΜ. Πολλοί είχαν φέρει μαζί τους και τα υπάρχοντά τους. Τα ζώα τους, και ότι μπορούσαν να μεταφέρουν από τα σπίτια τους. Κάτι που δεν είχε γίνει ποτέ στη Μεσσηνία από την εποχή του Ιμπραήμ! Αυτό είναι ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός. Πιστεύω ότι δείχνει επακριβώς το λόγο δημιουργίας των ΤΑ, που ήταν η προστασία μεγάλου μέρους του λαού από την τρομοκρατία του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Μέχρι τώρα όμως δεν έχει αναλυθεί από κανέναν και πουθενά, σε όλες τις διαστάσεις του.
Τα θύματα της μάχης από τους αμυνόμενους και τους άμαχους ήταν γύρω στα 25. Οι άμαχοι νεκροί προήλθαν από τον βομβαρδισμό της πόλης με βαριά πυροβόλα όπλα από τον ΕΛΑΣ. Να σημειωθεί ότι το ΤΑ δεν ήταν πια υπό την διοίκηση του Στούπα. Είχε φύγει ένα μήνα νωρίτερα για να δημιουργήσει το ΤΑ Γαργαλιάνων. Αυτός ήταν ο όρος των Γερμανών στρατηγών της Πελοποννήσου για να μην προβούν σε αντίποινα για τους 100 και πλέον στρατιώτες που είχαν χάσει από την ενέδρα του ΕΛΑΣ στου Μανούσου το Γεφύρι, μεταξύ Γαργαλιάνους και Χώρα, στις 19 Ιουλίου 1944. (Λεπτομέρειες γι αυτή την πτυχή της ιστορίας των ΤΑ στη Μεσσηνία υπάρχουν στο βιβλίο του Ιωάννη Μπουγά “Ματωμένες Μνήμες”).
Μετά την είσοδο των ανταρτών στην πόλη, ταγματασφαλίτες και άμαχοι διατάσσονται με χωνιά να αφήσουν τα σπίτια τους ανοικτά και να συγκεντρωθούν σε δύο σημεία. Στο Μπεζεστένι (την πανηγυρίστρα του Μελιγαλά), και στις “Μουριές του Δεληγιάννη”, στο κέντρο της πόλης. Ντόπιοι αντάρτες του ΕΛΑΣ και πολιτοφύλακες του ΕΑΜ, άγνωστο με τι κριτήρια, παίρνουν από εκεί ομάδες αιχμαλώτων διαφόρων μεγεθών, και τις μεταφέρουν στα γύρω χωριά. Στη Μερόπη (από την Ομάδα της Μερόπης προέρχονταν οι 18 που μεταφέρθηκαν στην Καλαμάτα και λυντσαρίστηκαν στην κεντρική πλατεία την Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου), στο Σολάκιο, στην Ανθούσα, στο Νεοχώριο, στην Οιχαλία, στη Σκάλα, αλλά και μακρύτερα μέχρι τη Μεσσήνη.
Όσους πήγαν στα χωριά, τους περισσότερους τους εκτέλεσαν την επομένη ημέρα, 16 Σεπτεμβρίου, συνήθως παρουσία “θεατών”. Στη Μερόπη τους αιχμαλώτους τους επισκέφθηκε ο ίδιος ο Βελουχιώτης με τους Μαυροσκούφηδες, και συμμετείχε σε ξυλοδαρμό τους με το καμουτσί του. Το ίδιο βράδυ, 27 ή 28 αιχμάλωτοι σφάχτηκαν από τους Μαυροσκούφηδες και τα σώματά τους ρίχτηκαν σ’ ένα ξεροπήγαδο που τότε ανήκε στην οικογένεια Ανδριανόπουλου. Σ’ αυτούς που μεταφέρθηκαν στο Νεοχώρι ήταν και η οικογένεια ενός επιλοχία του ΤΑ, του Παναγιώτη Μπένου, που είχε σκοτωθεί σε μια από τις συγκρούσεις στον ύψωμα του Προφήτη Ηλία του Μελιγαλά. Το ύψωμα άλλαξε τρεις φορές χέρια μεταξύ ΕΛΑΣ και ΤΑ. Στο Νεοχώρι ήταν η μητέρα του Μπένου, δύο νεαρές αδελφές του, και ο μικρότερος αδελφός του. Τις κοπέλες τις γνώρισε μια αντάρτισσα και τις βασάνισαν, δεμένες σε δύο καρέκλες, πριν τις αποτελειώσουν με το μαχαίρι, ενώ οι άλλοι κρατούμενοι και κάτοικοι παρακολουθούσαν. Στη μητέρα και τον μικρό γιό της, τους χάρισαν τη ζωή. Σύμφωνα με μια καταγεγραμμένη μαρτυρία, τη μητέρα την άφησαν ζωντανή για να υποφέρει, ενώ ο μικρός γλύτωσε γιατί με τη συμβουλή της μητέρας του έδωσε άλλο όνομα, κάποιας αριστερής οικογένειας. Να σημειωθεί ότι τα πτώματα όλων αυτών -περίπου 700, σύνολο- που δολοφονήθηκαν μακριά από τον Μελιγαλά δεν ρίχτηκαν στην Πηγάδα.
Πίσω στον Μελιγαλά, αυτούς που απέμειναν στις Μουριές του Δεληγιάννη τους φυλάκισαν για τη νύκτα σε δημόσια κτίρια της πόλης, και πολύ πρωί την επόμενη ημέρα τους οδήγησαν κι αυτούς στο Μπεζεστένι. Ενώ γίνονταν αυτά, είχαν αρχίσει και οι αυτοδικίες από αντάρτες του ΕΛΑΣ, οι οποίοι κατάγονταν από το Μελιγαλά ή την γύρω περιοχή, που γνώριζαν τους ταγματασφαλίτες και τους υποστηρικτές τους. Ένας, που σύμφωνα με πολλές επώνυμες μαρτυρίες, εκτέλεσε ιδιοχείρως

ταγματασφαλίτες αλλά και πολίτες, τις πρώτες ώρες μετά την πτώση του Μελιγαλά και την επομένη, είναι ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ Κώστας Κανελλόπουλος από το πλησίον χωριό Καλλιρόη, μετέπειτα ηγετικό στέλεχος του ΔΣΕ Πελοποννήσου.

Την είσοδο του ΕΛΑΣ στον Μελιγαλά ακολούθησε και καθολικό πλιάτσικο. Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ παίρνουν ρούχα, παπούτσια, τρόφιμα, και χρυσαφικά. Οι εφεδρο-ΕΛΑΣίτες και τα μέλη και φίλοι του ΕΑΜ που ακολουθούν, παίρνουν τα πάντα, οτιδήποτε μπορεί να μετακινηθεί! Τους επόμενους μήνες οι περισσότεροι κάτοικοι του Μελιγαλά δεν είχαν κατσαρόλες να μαγειρέψουν, ούτε κουταλο-πήρουνα να φάνε! Θύματα του πλιάτσικου ήταν οι κάτοικοι του Μελιγαλά, εκτός από τα μέλη και τους φίλους του ΕΑΜ, αλλά και όλοι αυτοί που είχαν καταφύγει στην πόλη από τα γύρω μέρη.
Στον Μελιγαλά σχηματίζεται Λαϊκή Επιτροπή, για να αποφασίσει την τύχη των χιλιάδων αιχμαλώτων που είναι πια στοιβαγμένοι σαν ζώα στο Μπεζεστένι, την πανηγυρίστρα του Μελιγαλά. Οι πιο πολλοί άνδρες είναι ημίγυμνοι, μόνο με τα εσώρουχα. Τις πρωινές ώρες του Σαββάτου, 16 Σεπτεμβρίου, απολύονται τα περισσότερα παιδιά, οι γυναίκες, και πολλοί ηλικιωμένοι. Κανείς δεν μπορεί να πει γιατί μερικά παιδιά, κορίτσια, και ηλικιωμένες γυναίκες και γέροντες, κρατήθηκαν. Το μεσημέρι φτάνει στο Μπεζεστένι, από το κέντρο της πόλης που είχε περάσει τη νύκτα, ο Άρης Βελουχιώτης συνοδευόμενος από τον Αχιλλέα Μπλάνα (Γ.Γ. του Πελοποννησιακού Γραφείου του ΚΚΕ) , τον Νίκο Μπελογιάννη (ειδικό απεσταλμένο του Γιώργη Σιάντου), τον Τάσσο Κουλαμπά (στέλεχος του ΚΚΕ στη Μεσσηνία), τους καπετάνιους του 8ου και 9ου συντάγματος του ΕΛΑΣ, και τους μαυροσκούφηδες συνοδούς του.
Ο Άρης βλέποντας ότι πολλοί από τους αιχμαλώτους ήταν ταγματασφαλίτες, γίνεται έξαλλος και υβρίζει χυδαία τους υπεύθυνους, γιατί προφανώς είχαν παραβεί την διαταγή του να εκτελούνται επί τόπου. Ο Γιάννης Καραμούζης, στέλεχος του ΕΑΜ Μεσσηνίας και μέλος της Λαϊκής Επιτροπής, ήταν παρών και γράφει: “ …τόσον ο Άρης όσον και ο Κουλαμπάς έβαλαν πόστα τα στελέχη του ΕΛΑΣ γιατί δεν “εξετελέσθησαν όλοι επί τόπου, αλλά τους έπιασαν ζωντανούς”…”. (σ.σ. Η υπογράμμιση δική μου. Δείχνει, ποιοί πραγματικά κρατούσαν τους αιχμαλώτους. Ο ΕΛΑΣ, όχι οι Επιτροπές του ΕΑΜ, όπως πολλοί υποστηρίζουν από τότε, εσφαλμένα ή για συσκότιση της αλήθειας).
Πριν από την επίθεση στην Καλαμάτα ο Άρης είχε στείλει στην 9η ταξιαρχία προφορική διαταγή, η οποία ουσιαστικά έλεγε:
– “Πας συλλαμβανόμενος ταγματασφαλίτης θα τουφεκίζεται επί τόπου”.
Ο Άρης επανέλαβε τη διαταγή του στη Λαϊκή Επιτροπή του Μελιγαλά, στο Μπεζεστένι.
Η διαταγή, που εκδόθηκε και γραπτώς, είναι η Ε.Π.Ε. 330 της ΙΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου με την υπογραφή του Βελουχιώτη και ημερομηνία 15 Σεπτεμβρίου. Στο σχετικό απόσπασμα διαβάζουμε: “..Διά τελευταίαν φοράν διακηρρύσσομεν δημοσία ότι πας ανήκων εις τα Εθνοπροδοτικά Τάγματα, όστις ήθελε παραδοθή ημίν και παραδώση τον οπλισμόν του εντός 24 ωρών από της κοινοποιήσεως της παρούσης θα του εξασφαλισθή απολύτως η ζωή και η ελευθερία επανόδου εις την οικίαν του. Μετά την εκπνοήν της άνω προθεσμίας πας εξ αυτών συλλαμβανόμενος κατά την διάρκειαν της μάχης ή άλλως ένοπλος θα τυφεκίζεται επί τόπου”.
Σύμφωνα με τον μετέπειτα λοχαγό του ΔΣΕ, Κων. Παπακωνσταντίνου (Μπελά), ο γραμματέας του ΕΑΜ Μελιγαλά του είπε ότι την πρώτη ημέρα μετά τη μάχη, η Επιτροπή του Μελιγαλά είχε καταρτίσει μια κατάσταση που περιείχε μόνο “60 περίπου αξιωματικούς, ταγματασφαλίτες και προσωπικότητες της πόλης για εκτέλεση”. Όταν την παρουσίασαν στον Βελουχιώτη, αυτός τους είπε:
-“Πρέπει να ερευνηθεί η περίπτωση κάθε ταγματασφαλίτη για να μην ξεφύγει κανένας που έχει διαπράξει έγκλημα, και ότι δεν πρέπει να κυριαρχούνται από συναισθηματισμό και μεγαθυμία”! (οι υπογραμμίσεις δικές μου).
Υπό τις συνθήκες που δόθηκε, είναι βέβαιο ότι η διαταγή του Άρη ερμηνεύθηκε ως:
– “Να τους εκτελέσετε όλους”!
Ο Καραμούζης γράφει: “…Ο Άρης και οι αντιπρόσωποι του κόμματος Κουλαμπάς και Ν. Μπελογιάννης είχαν πάρει την απόφασιν. Όλοι έπρεπε να εκτελεσθούν…”. Σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες, και ο ίδιος ο Βελουχιώτης δεν έφυγε με “άδεια χέρια” από το Μπεζεστένι. Όταν, μεταξύ των κρατουμένων, ανεγνώρισε τον χωροφύλακα Χαράλαμπο Κουτσόγιαννη από τη Στερεά Ελλάδα “..διέταξε έναν αντάρτη και τον πήρε…”!
Με απόφαση δυό Μεσσήνιων καπετάνιων του ΕΛΑΣ, του διοικητή του 8ου Συντάγματος Λακωνίας, ταγματάρχη Σωτήρη Ρουμπέα, και του επιτελάρχη της 9ης ταξιαρχίας, λοχαγού Σταύρου Νικολόπουλου, ορίσθηκε μια διμοιρία του 1ου Τάγματος του 8ου Συντάγματος Λακωνίας του ΕΛΑΣ, γύρω στους 35 αντάρτες, από τα χωριά του Πάρνωνα, να μείνουν στον Μελιγαλά για να εκτελέσουν τους αιχμαλώτους. Μαζί με αυτούς συγκροτήθηκε και μια Ομάδα 30 περίπου Πολιτοφυλάκων και εφεδρο-ΕΛΑΣιτών από τον Μελιγαλά και την γύρω περιοχή. Επικεφαλής των δύο ομάδων εκτελεστών, της διμοιρίας του ΕΛΑΣ και των Πολιτοφυλάκων, τέθηκαν ο Γιώργος Μάντζαρης από τον Μελιγαλά, ο Νίκος Μητρόπουλος από το Κορυφάσσιο, και ο Δημήτρης Πιρπιρής από τους Γαργαλιάνους. (Στο βιβλίο του Ιωάννη Μπουγά υπάρχει αναφορά για το τέλος των δύο τελευταίων, την περίοδο της Λευκής Τρομοκρατίας, αλλά και λεπτομέρειες για τις αναφορές σ’αυτούς ως ήρωες από φιλο-ΕΑΜικές πηγές, που δείχνει το χάος που υπάρχει ακόμη μεταξύ των δύο “παρατάξεων” στην Ελλάδα για τον Εμφύλιο και για τα εγκλήματα της περιόδου).
Ο Σπύρος Ξιάρχος, που επίσης ήταν παρών και δικάστηκε ως συμμετέχων στις εκτελέσεις, γράφει: “…στο Μελιγαλά έχει μείνει μόνο μια διμοιρία του 1ου τάγματος του 8ου συντάγματος (Λακωνία) η οποία χρησιμοποιείται ως εκτελεστικό απόσπασμα και δύναμη 30 περίπου πολιτοφυλάκων…”
Ο Παντελής Μούτουλας, που, για το έργο του “ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ 1941-45”, συνέλεξε μαρτυρίες από ολόκληρη την Πελοπόννησο αναφέρει: “…Τις εκτελέσεις, κατά τη συνήθη τακτική του ΕΛΑΣ, ανέλαβε αντάρτικο τμήμα από άλλη περιοχή, για να μη μπορούν οι εκτελεστές να αναγνωριστούν μελλοντικά. Οι ενδείξεις οδηγούν σε μια διμοιρία του 8ου Συντάγματος από μαχητές της περιοχής Κοσμά-Τσιταλίων-Ασωπού..”(σ.σ. Οι υπογραμμίσεις δικές μου).
Ο Γιάννης Καραμούζης γράφει για το ίδιο θέμα: “…συγκροτήθηκε από τμήματα του ΕΛΑΣ εκτελεστικό απόσπασμα, υπό την διοίκησιν του Γ. Μάντζαρη και του Ν. Μητροπούλου”.
Ενώ γίνονται αυτά, οι αυτοδικίες από αντάρτες και καπετάνιους του ΕΛΑΣ συνεχίζονται. Αιχμάλωτοι καλούνται ονομαστικά έξω από το Μπεζεστένι και εκτελούνται. Πιό συχνά σφάζονται, υπό απίστευτα φρικιαστικές συνθήκες. Το σύνολο των θυμάτων των αυτοδικιών υπολογίζονται σε 100-150, συμπεριλαμβανομένων αυτών της πρώτης ημέρας, αμέσως μετά την είσοδο του ΕΛΑΣ στον Μελιγαλά.
Η διαταγή του Βελουχιώτη για εκκαθάριση των κρατουμένων, είτε δόθηκε όπως την παρουσιάζει ο Μπελάς, είτε με την πιο δραματική, φρικτή μορφή της:
-“Γιατί τους φυλάτε ακόμη όλους αυτούς. Μαχαίρι”, όπως είπαν άλλοι, είχε την ίδια απήχηση στα μέλη της Επιτροπής. Αντί πλέον να κρίνουν ποιοί θα εκτελούνταν, ανέλαβαν να σχεδιάσουν την εκτέλεση όλων των κρατουμένων. Η Επιτροπή κάλεσε σύσκεψη να συζητήσει τον τόπο και τον τρόπο εκτέλεσης και ταφής των πτωμάτων. Τότε κάποιος έριξε την ιδέα να χρησιμοποιηθεί το μεγάλο φρεάτιο, η Πηγάδα, που είχε ανοιχτεί λίγα χρόνια πριν με πρωτοβουλία του ήδη νεκρού προέδρου της Κοινότητος του Μελιγαλά, Αλκιβιάδη Παπαδόπουλου*, σε αναζήτηση πηγής νερού για την Κοινότητα. Η Πηγάδα βρίσκεται βορειοδυτικά του Μελιγαλά, στα 2 περίπου χιλιόμετρα, προς το Νεοχώρι. Όταν είχε ανοιχτεί λίγια χρόνια νωρίτερα, το βάθος της Πηγάδας έφθανε τα 27-28 μέτρα, αλλά το 1944 λόγω προσχώσεων το βάθος της είχε περιορισθεί στα 16-17 μέτρα. Η διάμετρός της ήταν περίπου 8 μέτρα. (*)Αυτό έγινε την 16η Σεπτεμβρίου στο Μπεζεστένι. Πρώτα βασανίστηκε μέχρι αναισθησίας, και εν συνεχεία λιθοβολήθηκε από τους άλλους κρατούμενους με εντολή “ανώνυμου” καπετάνιου από την περιοχή).
Στο Μπεζεστένι, οι κρατούμενοι και άμαχοι- χωρίστηκαν ανάλογα με τον τόπο καταγωγής τους. Οι Τοπικές Επιτροπές του ΕΑΜ από τα γύρω χωριά και τις κωμοπόλεις της άνω Μεσσηνίας κατέφθασαν εκεί. Ανάλογα την περίπτωση, έδιναν πληροφορίες για κρατούμενους, αν ήταν ταγματασφαλίτες (ημίγυμνοι όπως ήταν, δεν αναγνωρίζονταν πάντα από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ και την Επιτροπή), αν ήταν “αντιδραστικοί”, κλπ. Σε άλλες περιπτώσεις, άνθρωποι των Τοπικών Επιτροπών του ΕΑΜ επενέβαιναν για να προστατεύσουν άλλους συγχωριανούς τους. Ονόματα προσθέτονταν και αφαιρούνταν, ανάλογα με τις επί τόπου παρεμβάσεις στελεχών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ.
Πάλι από τον Ξιάρχο, αντιγράφουμε: “…Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας επεκράτησε η άποψη ότι για την εκτέλεση καθενός ταγματασφαλίτη ευθυνόντουσαν οι συγχωριανοί του. Αυτό είναι κατά 95% αναληθές. Προσπάθειες συγγενών και χωριανών έγιναν μόνο για διάσωση και σε ορισμένες περιπτώσεις αυτές οι προσπάθειες απέδωσαν αλλά ο γράφων δεν έχει υπόψη του καμιά περίπτωση, δεν άκουσε ποτέ ότι κάποιος από κάποιο χωριό ζήτησε την εκτέλεση κάποιου.”
Αυτά που λέει ο Ξιάρχος, αντιστοιχούν άριστα στο πως βλέπουμε το ποτήρι το νερό: “μισοάδειο ή μισογεμάτο”.
Για το ίδιο θέμα ο Καραμούζης γράφει: “…οι πολιτικές οργανώσεις στο σύνολό τους ζητούσαν και πραγματοποιείτο η εκτέλεσις κάθε συγχωριανού των που ευρέθη στου Μελιγαλά. Είναι γεγονός ότι, πολλά άτομα, ενδιαφέρθησαν να σωθούν οι συμπατριώτες των ή μερικοί εξ αυτών. Πολλοί κατόρθωσαν και γλύτωσαν πολλούς. Γενικό φαινόμενον όμως και το σύνηθες ήτο, ότι οι οργανώσεις ησχολούντο με το να συλλέγουν ή να παρουσιάσουν στοιχεία “ότι τα άτομα του χωριού των ήταν υπεύθυνα για εγκλήματα και προδοτικές πράξεις”. Αυτό ήταν το γενικό πνεύμα…”. (σ.σ. οι υπογραμμίσεις στα ανωτέρω δύο κείμενα είναι δικές μου).
Σημειώνουμε εδώ ότι ενώ ο Ξιάρχος ομιλεί μόνο για ταγματασφαλίτες, ο Καραμούζης αναφέρεται σε κάθε έναν που βρέθηκε στον Μελιγαλά αιχμάλωτος, είτε ήταν ταγματασφαλίτης είτε άμαχος.
Με τη δικαιολογία της μετακίνησης σε άλλον τόπο φυλάκισης για να ανακριθούν, τα υποψήφια θύματα δένονταν συνήθως ανά δύο, αλλά και ανά τρεις, με σχοινί, σύρμα ή καλώδιο, και οδηγούνταν κατά μεγάλες ομάδες των 50-100 ατόμων, οι περισσότεροι φορώντας μόνον τα εσώρουχά τους και ξυπόλητοι, στο στόμιο της Πηγάδας.
 Εκεί, οι τυχεροί σφάζονταν “καθαρά”, και τα σώματά τους ρίχνονταν στην Πηγάδα. Πολλοί όμως, σύμφωνα με τις μετέπειτα μαρτυρίες των ιδίων των εκτελεστών, ρίχνονταν τραυματισμένοι αλλά ζωντανοί ακόμη στην Πηγάδα! Μερικοί, βασανίζονταν με ποικίλους τρόπους, πριν τελικά σφαγούν και ριχτούν στο βάραθρο.
Ο νεαρός τότε Γ.Μ. ήταν αυτόπτης μάρτυρας σε μερικές από τις κουστοδίες που έφυγαν από το Μπεζεστένι για την Πηγάδα. Ιδού τι αναφέρει στο βιβλίο του Ιωάννη Μπουγά:
“…Άρχιζε όμως να γεμίζει το Μπεζεστένι και ο τόπος γύρω από σκοτωμένους. Τότε σκεφτήκανε το πηγάδι που το είχε βγάλει ο μακαρίτης ο Πρόεδρος, ο Παπαδόπουλος, για να βρει νερό για τον Μελιγαλά. Άρχισαν τότε να τους παίρνουν από εδώ το Μπεζεστένι και να τους πηγαίνουν εκεί,50-50, 100-100, 70, ανάλογα. Δεμένους με σύρμα. Σε τριάδες, δυάδες, όπως τύχαινε.
-Εσύ μπάρμπα Γ. είδες με τα μάτια σου τέτοια κουστωδία να τους πηγαίνουν για την Πηγάδα;
– Ναι, και βέβαια! Δεν τους περνούσανε από δώ (σ.σ. όχι από τον κεντρικό δρόμο του Μελιγαλά που γινόταν η συνέντευξη). Τους πηγαίνανε από κεί, τον άλλο δρόμο, του Τσίτουρα που τον λένε. Ήταν ο Γυμνασιάρχης, ο Παναγιώτης, τον εκτέλεσαν με το παιδί του. (σ.σ. φαίνεται ότι ο Δήμος Μελιγαλά ονόμασε τον δρόμο με το όνομα του νεκρού Γυμνασιάρχη). Τους πηγαίνανε δεμένους με το σύρμα. Οι περισσότεροι ήταν σχεδόν γυμνοί και ξυπόλητοι. Τα ρούχα τους και τα παπούτσια τα είχαν πάρει πριν να φύγουν από εδώ.
Πηγαίνοντας εκεί πέρα, στον τόπο της Πηγάδας, που τότε ήτανε κατηφορικό προς τα κάτω, τώρα είναι διαφορετικά, σταματούσανε στο πάνω μέρος σε μια ελιά. Εκεί σταμάταγε η φάλαγγα. Κάτω ήταν το απόσπασμα. Ένας-ένας, άμα είχε τίποτε ρούχα του λέγανε “βγάλτα”. Τα αφήνανε εκεί στην ελιά. Μετά του λέγανε προχώρα εκεί κάτω. Πήγαινε εκεί κάτω ο άνθρωπος, τον εκτελούσανε. Οι άλλοι εδώ πάνω τα βλέπανε. Σκέψου ο τελευταίος τι έβλεπε μέχρι να έρθει η σειρά του. Εκεί λένε ότι τους ακούγανε να τραγουδάνε “έχε γεια καημένε κόσμε…” οι άνθρωποι.
Το χειρότερο ήταν αυτό. Που βλέπανε αυτοί που περίμεναν τι γινότανε στους προηγούμενους. Άντε τώρα να είναι 50, 100, και να περιμένεις. Να βλέπεις εκεί κάτω άλλον να τον σφάζουν, άλλον να τον ντουφεκάνε, άλλον να του κόβουν το χέρι, …. Όλους, παιδιά, παπάδες…. Αυτό ήταν απαράδεκτο πράγμα που έγινε. Και το πράγμα είναι ότι αυτοί που εκτελούσανε τον κόσμο γίνανε ήρωες. Εγώ δεν λέω, μπορεί και από αυτούς πέντε, δέκα, κάτι να έκαναν. Αλλά να σκοτώσουνε όλο τον κόσμο;
Θυμάμαι ήταν ένας εξάδερφος της μάνας μου από του Κατσαρού, και τον σκότωσαν τελευταίο ώρα, με την τελευταία αποστολή. Παρ’ότι ψάχνανε άνθρωποι να τον βρούνε, να τον βγάλουνε, διότι ήταν αθώος, δεν είχε κάνει τίποτα αυτός…”
Ο ιερέας του Μελιγαλά Παν. Παπαδόπουλος, σε κείμενο που έγραψε λίγα χρόνια μετά τη σφαγή, και το οποίο περιέχεται στο βιβλίο του Ηλία Θεοδωρόπουλου, περιγράφει πολύ παραστατικά την κατάσταση στο Μπεζεστένι, αλλά και το έγκλημα της Πηγάδας:
…Οι εις Μπεζεστένι ευρισκόμενοι ήσαν εις την διάθεσιν του κάθε καπετάνιου, όστις πήγαινε μέσα και συνελάμβανε όποιον ήθελε της αρεσκείας του, όπως ο τσοπάνος διαλέγει εκείνο το σφακτό που θέλει να σφάξη, τον οδηγούσε έξω και τον εκτελούσε. Ακολούθως το τραγικώτερον που συνέβει και απαίσιον στον
αιώνα ήτο δύο-δύο έδεναν από τα χέρια με καλώδιο με μόνον το υποκάμισον και το εσώβρακον στη γραμμή κατά ομάδας και τους οδηγούσαν στην ιστορικήν Πηγάδα. Τους έκοβαν, άλλων το κεφάλι, τα χέρια, την μύτην, δηλαδή τους κακοποιούσαν, τους εβασάνιζαν πρώτα επάνω εις ένα κορμόν συκιάς με μάχαιραν ή πέλεκυν και τους έρριπτον εις την Πηγάδα έως ότου εκκαθάριζον εκείνους που ήθελον”. (σ.σ. η υπογράμμιση είναι δική μου. Ο ιερέας ομιλεί για αυτοδικίες καπετάνιων (ανταρτών του ΕΛΑΣ), όχι πολιτών).
Ο ίδιος ο Άρης είδε τις πρώτες κουστωδίες να φεύγουν για την Πηγάδα, αφού υπάρχει η μαρτυρία του Πολιτοφύλακα Σπύρου Ξιάρχου ότι διέταξε την απελευθέρωση ενός ηλικιωμένου αιχμαλώτου που τον πήγαιναν δεμένο και ημίγυμνο μαζί με άλλους για εκτέλεση. Ο Ξιάρχος, συγκεκριμένα γράφει:
“…Σε μια από τις πρώτες συνοδείες που πήγαιναν για εκτέλεση ήταν και ο γέρο-Γιάννης Λαντζούνης πατέρας του πρώην βουλευτή Μίμη Λαντζούνη. Ο Άρης βρέθηκε στη συμβολή ακριβώς του κεντρικού δρόμου που διασχίζει τον Μελιγαλά και του δρόμου Ζευγολατειό-Μελιγαλά-Σκάλα. Καθώς είδε το γέρο δεμένο στη γραμμή διέταξε να τον λύσουν και να τον αφήσουν να πάει στο σπίτι του. Ο Άρης ούτε γνώριζε ποιός ήταν αυτός που ελευθέρωσε, ούτε ρώτησε τ’όνομά του…” (σ.σ. η υπογράμμιση δική μου).
Ο Ξιάρχος επιβεβαιώνει έτσι για τη γενοκτονία του Μελιγαλά και τα εξής:
• τα θύματα δεν ήταν μόνον ταγματασφαλίτες αλλά και άμαχοι,
• οι φόνοι δεν ήταν τυχαίες αυτοδικίες, αλλά οργανωμένες εκτελέσεις,
• αυτές οι οργανωμένες εκτελέσεις, γίνονταν σε άλλο σημείο μακριά από το Μπεζεστένι (στην Πηγάδα),
• τις εκτελέσεις δεν τις έκαναν αδέσποτα στοιχεία της περιοχής, αλλά αντάρτες με την έγκριση του Βελουχιώτη. Σε διαφορετική περίπτωση, αυτός θα τις σταματούσε και θα ελευθέρωνε όλους που ήταν στην συνοδεία,
• ο Βελουχιώτης παρέμεινε στον Μελιγαλά (και την γύρω περιοχή) έως αργά την 16η ή τις πρωϊνές ώρες της 17ης Σεπτεμβρίου, που άρχισαν να γίνονται οι οργανωμένες εκτελέσεις στην Πηγάδα.
Το σημείο στο οποίο ο Άρης συνάντησε την φάλαγγα, υποδηλώνει ότι αυτή ήταν μία από τις πρώτες που διέσχισαν την πόλη καθ’οδόν προς την Πηγάδα. Μετά από τις 2-3 πρώτες φάλαγγες, όλες οι επόμενες οδηγούνταν στην Πηγάδα περιμετρικά της πόλης. Ο Βελουχιώτης από τον Μελιγαλά έφυγε για την Καλαμάτα, και παραβρέθηκε στο λυντσάρισμα των 18 σημαντικών κρατουμένων από τον Μελιγαλά.
Η οργανωμένη σφαγή στην Πηγάδα κράτησε τέσσερες ημέρες. Ξεκίνησε το Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου, και τελείωσε την Τετάρτη το μεσημέρι, 20 Σεπτεμβρίου.
Οι 30-40 τελευταίοι κρατούμενοι, πραγματικοί ζωντανοί νεκροί χωρίς νερό και φαγητό από την Πέμπτη το βράδυ ή την Παρασκευή το πρωί, αποφυλακίστηκαν σε μικρές ομάδες το ίδιο απόγευμα. Πιστεύω ότι αυτοί οι 30-40, ή είχαν προστατευθεί από κάποιους ή ήταν οι μόνοι τους οποίους κανένα στέλεχος του ΕΑΜ δεν τους υπέδειξε για εκτέλεση. Δεν γλύτωσαν όμως όλοι, γιατί κάποιοι εφεδρο-ΕΛΑΣίτες και Πολιτοφύλακες δολοφόνοι καιροφυλακτούσαν ακόμη έξω από το Μπεζεστένι.
Στο βιβλίο του Ιωάννη Μπουγά υπάρχει η μαρτυρία του νεαρού τότε Δ.Μ. από το χωριό Τσουκαλέϊκα. Κρατούμενος στο Μπεζεστένι, ελευθερώθηκε λόγω της ηλικίας του και έφυγε από τον Μελιγαλά μαζί με τη μάννα του, με τη βοήθεια συγγενή τους που ανήκε στο ΕΑΜ:
“…Αρχίσανε οι εκτελέσεις. Πενήντα-πενήντα, εκατό-εκατό. Δεν σκοτώθηκε με ντουφέκι κανένας! Όλοι με μαχαίρια, με τσεκούρια, και με κλαδευτήρια! Κουβάλησαν οι αντάρτες τον κόσμο όλο στην Πηγάδα. Άρχισαν οι εκτελέσεις το Σάββατο, γύρω στις δέκα και μισή, και σταμάτησαν την Τετάρτη το μεσημέρι. Εκεί ήταν και ο πατέρας μου και τα δύο μου αδέλφια, ο ένας 26 και ο άλλος 23 ετών.
Τον πατέρα μου, τον βγάλανε. Τον άφησαν την Τετάρτη το μεσημέρι στις 2 η ώρα. Ήρθε εκεί που είμαστε με τη μάννα μου. – Τα παιδιά τι γίνονται Α…….η; Ρώτησε η μάννα μου, όταν τον είδε. – Τον Ν…..α, τον πήρε το Σάββατο ο Θύμιος (ένας από δω τα Τσουκαλέϊκα). Θα τον σκότωσε…. Δεν ξέρω………… – Ο Θ……..ς έχει μείνει μέσα. (σ.σ. Τις τελευταίες φράσεις ο αφηγητής τις λέει τόσο σιγά, που η φωνή του ακούγεται σαν ελαφρός απόηχος, σαν αναπνοή. Δεν θέλει να ταράξει τη μνήμη των αδελφών του. Αισθάνομαι πολύ άσχημα για τις μνήμες που του ξυπνώ. Αν πραγματικά έχουν ποτέ φύγει από κοντά του στα 64 χρόνια που πέρασαν). Η μάννα μου σκέπασε το πρόσωπό της με τα χέρια της. Δεν έκλαψε………. Ο πατέρας μου ζήτησε μόνο λίγο νερό. Η μάννα μου το έφερε κάτι να φάει σ’ένα πιάτο. Δεν θυμάμαι τι ήταν. Δεν το ακούμπησε. Ήταν νηστικός κοντά μια βδομάδα…………. Περιμέναμε μην φανούν τα αδέρφια μου, αλλά τίποτα. Μάθαμε ότι τον Θ…….η τον άφησαν ελεύθερο από το Μπεζεστένι στις 4 η ώρα το απόγευμα (της Τετάρτης). Βρέθηκε όμως μια γνωστή έξω από το Μπεζεστένι και όταν τον είδε να βγαίνει τον σκότωσε. Αυτά έγιναν…”
Οι απολογητές του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ, υποστηρίζουν ψευδώς ότι τα θύματα ήταν ταγματασφαλίτες και μόνο λίγοι άμαχοι, και ότι όλοι εκτελέστηκαν μετά τη μάχη σε μια έκρηξη αυτοδικιών, σε αντίποινα όσων είχαν υποφέρει τα γύρω χωριά από αυτούς νωρίτερα. Τι είδους αντίποινα και αυτοδικίες όμως ήταν αυτές που είχαν θύματα ολόκληρες οικογένειες; Με θύματα μαθητές και μαθήτριες 16 και 17 ετών; Τι μπορεί να είχαν κάνει στα μέλη του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ οι μαθητές και οι μαθήτριες; Μεταξύ των θυμάτων μπορεί κανείς να διακρίνει εκατοντάδες περιπτώσεις που περισσότερα από ένα μέλη μιας οικογενείας εκτελέστηκαν. Τι ακριβώς έγκλημα μπορεί να έκαναν όλες αυτές οι οικογένειες του Μελιγαλά και των γύρω χωριών και κωμοπόλεων; Πόσο τυχαίο μπορεί να είναι ένα γεγονός με θύματα τόσες οικογένειες;
Σε όλες τις ΕΑΜικές πηγές αναφέρεται, αορίστως και χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία, ότι οι ταγματασφαλίτες του Μελιγαλά ήταν υπεύθυνοι εγκλημάτων. Βεβαιωμένη είναι η εκτέλεση από ταγματασφαλίτες του χωριού Λεύκη, κρυφά από το διοικητή του ΤΑ ταγματάρχη Στούπα, του μέλους της ΟΠΛΑ Γαργαλιάνων Γεωργίου Παυλέα. Φαίνεται ότι ο Παυλέας είχε κάποια εγκληματική δράση στην επίθεση του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ στη Λεύκη (την 10/10/1943), ή είχε κατηγορηθεί για κάτι τέτοιο. Επίσης, ο Σπύρος Ξιάρχος αναφέρει γύρω στα 15 ονόματα θυμάτων του Τάγματος από την περιοχή του Μελιγαλά, χωρίς να αναφέρει τίποτε για τη δράση τους και τις συνθήκες θανάτου τους. Αν για παράδειγμα, όλοι τους ή μερικοί απ’αυτούς, ήταν ένοπλα μέλη της ΟΠΛΑ που σκοτώθηκαν σε συμπλοκές με το ΤΑ ή σε δικές τους ενέδρες γύρω από τον Μελιγαλά;
Επειδή δεν έχω άλλες πληροφορίες γι αυτά τα 15 πρόσωπα, και μη θέλοντας να τα αδικήσω, δεν μπορώ να πω, πως και γιατί έχασαν τη ζωή τους. Αν σκοτώθηκαν σε σύγκρουση με το ΤΑ ή αν είχαν κάποια τρομοκρατική δράση εναντίον των οικογενειών των ταγματασφαλιτών, ή άλλων “αντιδραστικών” σύμφωνα με το ΕΑΜ, και εκτελέστηκαν γι αυτή τη δράση τους από το ΤΑ. Διότι δεν πρέπει να λησμονείται ότι σε όλη την περίοδο ύπαρξης του ΤΑ του Μελιγαλά, συνέχιζαν τη τρομοκρατική δράση τους η ΟΠΛΑ και η Πολιτοφυλακή του ΕΑΜ στη Μεσσηνία. Ο Κατοχικός Εμφύλιος δεν είχε σταματήσει ποτέ. Το ΤΑ Μελιγαλά είχε και αυτό αρκετούς νεκρούς και τραυματίες από ενέδρες του ΕΛΑΣ και της Πολιτοφυλακής του ΕΑΜ. Τα περισσότερα θύματα το ΤΑ του Μελιγαλά τα είχε στην ανατίναξη της αμαξοστοιχίας στο Ρούτσι τον Ιούλιο 1944, όταν επέστρεφε από την Τρίπολη.
Στη διάρκεια της μάχης του Σεπτεμβρίου, το ΤΑ κρατούσε όμηρους περίπου 300 μέλη του ΕΑΜ/ΚΚΕ και οικογενειών ανταρτών, υποτίθεται σαν ασφάλεια εναντίον επίθεσης του ΕΛΑΣ, και για να μην δράσουν εναντίον του ως πέμπτη φάλαγγα. Οι χώροι κράτησης ήταν το Μπεζεστένι με 200 περίπου φυλακισμένους, και μια αποθήκη του τότε Μονοπωλείου στο κέντρο της πόλης με γύρω στα 100 άτομα. Το ΤΑ δεν πείραξε κανέναν από τους κρατούμενους, ούτε τους απείλησε, για να σταματήσει την επίθεση του ΕΛΑΣ. Τους φυλακισμένους στο Μπεζεστένι, τους ελευθέρωσαν οι αντάρτες όταν έπεσε η πόλη. Μεταξύ αυτών ήταν και η γιατρός των Γαργαλιάνων Νίτσα Γκριτζιώτη. Οι φρουροί που ήταν στην αποθήκη του Μονοπωλείου, άφησαν τους πιο πολλούς κρατούμενους που ήταν εκεί να φύγουν για τα σπίτια τους, όταν το κτίριο κτυπήθηκε από βλήμα των ανταρτών και έπιασε φωτιά η στέγη του. Σαν συμπέρασμα λοιπόν μπορούμε να πούμε απλά, η κατηγορία ότι οι ταγματασφαλίτες του Μελιγαλά είχαν ανοίξει ιδιαίτερους λογαριασμούς με τους κατοίκους της περιοχής, λόγω εγκλημάτων που είχαν διαπράξει, δεν έχει μεγάλη δόση αληθείας. Σε αντίθεση με τη μονάδα του Μελιγαλά, η μονάδα της Καλαμάτας, και αρχικά που λειτουργούσε ως ανεξάρτητο Τάγμα (Φεβρουάριος-Απρίλιος 1944), και μετά που έγινε λόχος του ΤΑ Μελιγαλά, δεν είχε πάντοτε την ίδια δίκαιη, ανθρώπινη, και προ παντός εθνική συμπεριφορά. Τον Ιούνιο 1944, σε δύο περιπτώσεις, και ως αντίποινα για το θάνατο Γερμανών, εκτέλεσε συνολικά 55 πολίτες! Ως αντίποινα για επιθέσεις εναντίον δικών του οπλιτών, εκτέλεσε στην Καλαμάτα 8-10 ακόμη πολίτες, σε διάφορες ημερομηνίες. Κάποιοι λοιπόν Μεσσήνιοι, ίσως είχαν λογαριασμούς να λύσουν με τους ταγματασφαλίτες της Καλαμάτας και τους αξιωματικούς τους που είχαν καταφύγει στον Μελιγαλά μετά την πτώση της Καλαμάτας. Τι λογαριασμούς όμως έλυναν όταν εκτελούσαν εκατοντάδες ανθρώπους που δεν είχαν σχέση με τους ταγματασφαλίτες της Καλαμάτας; Όταν εκτελούσαν παιδιά κάτω των 20 ετών, και γυναίκες και άνδρες 50, 60, 70, ακόμη και 80 ετών, που την περίοδο των γεγονότων του 1944 εθεωρούντο όλοι ηλικιωμένοι;
Πέραν της τεράστιας αναντιστοιχίας των αριθμών -75 με 80 θύματα για το ΕΑΜ/ΚΚΕ έναντι 1.700 από τα ΤΑ και τους άμαχους στον Μελιγαλά- προκύπτουν και πολλά άλλα ερωτήματα. Τι έγκλημα μπορεί να είχαν διαπράξει τα αδέλφια Παναγιώτης και Κωνσταντίνος Μακρής από τον Νερόμυλο, 14 και 16 ετών αντίστοιχα, που σφαγιάστηκαν στον Μελιγαλά; Γιατί θανατώθηκαν οι ιερείς, οι γιατροί και οι δικηγόροι, οι συμβολαιογράφοι, οι φαρμακοποιοί του Μελιγαλά και των γύρω κωμοπόλεων; Ήταν όλοι αυτοί ταγματασφαλίτες; Είναι δυνατόν; Μήπως πραγματικά μαρτύρησαν διότι απλά δεν είχαν γίνει μέλη του ΕΑΜ; Μήπως άλλοι σφαγιάστηκαν διότι κατέφυγαν στον Μελιγαλά για ασφάλεια, και αυτή μόνο η πράξη τους κατάταξε αυτόματα στους αντιπάλους του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ; Στην “αντίδραση”, όπως αποκαλούσαν τότε όποιον δεν συμφωνούσε μαζί τους, που έπρεπε να εκλείψει ώστε να εγκαθιδρυθεί, η “λαοκρατία”;
Μάλλον κάτι τέτοιο συνέβη στον Μελιγαλά!
Οι Μεσσήνιοι ηγέτες του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ, Φράγκος (Ακρίτας), Μιχαλόπουλος (Ωρίων), Στέλιος Διακουμογιαννόπουλος, Βασίλειος Μπράβος, Γεώργιος Δάλλας, κλπ., οι απεσταλμένοι του Σιάντου, Νίκος Μπελογιάννης, Αχιλλέας Μπλάνας, και Τάσσος Κουλαμπάς, και οι καπετάνιοι του ΕΛΑΣ, εφάρμοζαν το σχέδιό τους. Και το σχέδιο είχε δύο πτυχές. Πρώτον, την οριστική εξόντωση των ΤΑ ως αντίπαλου στρατιωτικού σχηματισμού, και δεύτερον την εξαφάνιση όλων εκείνων που είχαν χαρακτηρισθεί ως “αντίδραση” στη Μεσσηνία, και πού δεν είχαν εκτελεστεί μέχρι τότε λόγω της προστασίας τους από τα ΤΑ.
Για το ΕΑΜ/ΚΚΕ, όποιος εγκατέλειψε το χωριό του και κατέφυγε στον Μελιγαλά, ήταν “αντίδραση” και έπρεπε να εκλείψει για να έρθει η νέα τάξη πραγμάτων που πρέσβευε το ΕΑΜ/ΚΚΕ. Και τι αν αυτοί οι άνθρωποι ήταν φτωχοί γεωργοί και κτηνοτρόφοι, που είχαν δει τους γείτονές τους να σέρνονται στα στρατόπεδα του Χαλβάτσου ή της Μέλπειας από την ΟΠΛΑ, και έφυγαν για να μην έχουν την ίδια τύχη; Αυτή η πιθανότητα δεν μετρούσε τότε για τον Νίκο Μπελογιάννη, τον Θανάση Κλάρα και την ηγεσία του ΕΑΜ/ΚΚΕ Μεσσηνίας.
Διότι και αυτή η αλήθεια παραβλέπεται στις περιγραφές της τραγωδίας του Μελιγαλά. Ότι δηλαδή, η πλειοψηφία των εκτελεσθέντων δεν ήταν κάτοικοι της κωμοπόλεως. Ήταν από εκείνους που είχαν καταφύγει εκεί για προστασία από την ΕΑΜ-οκρατία. Στα θύματα περιλαμβάνονται δεκάδες πολυμελείς οικογένειες από τα γύρω χωριά. Η οικογένεια Αλιφέρη από τα Τσουκαλέϊκα με 7 θύματα, Γρουσουζάκου από το Πεταλίδι με 7 θύματα, Καστανά από το Νεοχώρι με 9 θύματα μεταξύ 16 και 50 ετών, Κουτσίκου από τη Μικρομάνη με 8 θύματα, Μυλωνά από το Νεοχώρι με 9 θύματα μεταξύ 20 και 70 ετών, Σγουμπόπουλου από τη Μερόπη με 5 θύματα από 24 έως 85 ετών. Όχι ότι ο Μελιγαλάς δεν είχε θύματα. Έχασε τουλάχιστον 300 κατοίκους του. Με πρώτους, τον 70 ετών πρόεδρό του, τον δικηγόρο Αλκιβιάδη Παπαδόπουλο, και τον 45-χρονο Γυμνασιάρχη του Παναγιώτη Τσίτουρα που εκτελέστηκε μαζί με τον γυιό του, φοιτητή. Αρκετές οικογένειες του Μελιγαλά – Γρίβα, Δέδε, Δρούτσα, Κυρκιλή, Λαντζούνη, Μανιάτη, Μπένου, κλπ.- έχασαν πάνω από ένα μέλος τους. Το Κοπανάκι είχε το λιγότερο 75 θύματα, το Διαβολίτσι 50, και τα μικρά χωριά Νεοχώρι και Μερόπη, 55 και 15 αντίστοιχα. Τουλάχιστον 60 χωριά και κωμοπόλεις της Άνω Μεσσηνίας είχαν πάνω από 10 θύματα. Άλλα θύματα ήταν από άλλα μέρη της Ελλάδος, τη Μάνη και την Κρήτη.
Το συμπέρασμα που προκύπτει αβίαστα είναι ότι μετά τη μάχη στον Μελιγαλά, μεταξύ Παρασκευής 15 και Τετάρτης 20 του μηνός Σεπτεμβρίου 1944, συντελέστηκε μια γενοκτονία χωρίς προηγούμενο στην Ελλάδα! Η γενοκτονία αυτή είχε σχεδιαστές και φυσικούς αυτουργούς. Καμιά γενοκτονία δε συμβαίνει τυχαία, ούτε σε κενό. Υπάρχει πάντα σχεδιασμός. Έτσι και η γενοκτονία του Μελιγαλά είχε σχεδιαστεί πριν τη μάχη από συγκεκριμένους ανθρώπους και εκτελέστηκε για τους σκοπούς της παράταξης που υπηρετούσαν. Η γενοκτονία έγινε γιατί η ηγεσία του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία της μάχης για να εξοντώσει μαζί με τους ταγματασφαλίτες και όλους αυτούς που είχαν καταφύγει στον Μελιγαλά, και τους οποίους γι’αυτόν ακριβώς τον λόγο, τους θεωρούσε επικίνδυνους αντίπαλους.
Αντίθετα με τις κατηγορίες των απολογητών της Αριστεράς, η συντριπτική πλειοψηφία των θυμάτων δεν εκτελέστηκαν γι αυτά που είχαν κάνει, αλλά γι αυτά που δε δέχονταν να κάνουν. Η ηγεσία του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ είχε πειστεί ότι τα θύματα δεν επρόκειτο να δεχθούν αδιαμαρτύρητα την επικράτηση του κομμουνισμού στην Ελλάδα. Αφού οι ταγματασφαλίτες είχαν προτιμήσει να πάρουν όπλα από τους Γερμανούς, αντί να προσχωρήσουν στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ, και στο μέλλον θα συνέχιζαν να είναι αντίπαλοί του. Αυτή ακριβώς η στάση τους υπέγραψε και τη θανατική τους καταδίκη!
Βέβαια, όλοι οι αντίπαλοι του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ δεν είχαν καταταγεί στα Τάγματα. Για τους επαγγελματίες, τους έμπορους, τους επιστήμονες, τους αξιωματικούς, και άλλες τοπικές προσωπικότητες, αρκούσε το γεγονός ότι παρέμειναν σε μια “ταγματασφαλίτικη” πόλη, και δεν τάχθηκαν κάτω από τη σημαία του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ, για να έχουν υπογράψει τη θανατική τους καταδίκη. Επί πλέον, με την εκτέλεση παρόμοιων ατόμων σε μια μικρή επαρχιακή κοινωνία, το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ πίστευε ότι τρομοκρατεί τους υπόλοιπους κατοίκους. Ο καθένας μπορούσε να σκεφθεί με τρόμο: «Αν δολοφονούν τον γυμνασιάρχη, τον βουλευτή, τον γιατρό, τον παπά, τον ταγματάρχη, τον έμπορο, θα λογαριάσουν εμένα τον κτηματία, τον εργάτη, τον κτηνοτρόφο»;
Υποστηρίζεται συνεχώς από τους απολογητές του φοβερού εγκλήματος, ότι οι αντάρτες του ΕΛΑΣ έφυγαν από τον Μελιγαλά αμέσως μετά τη μάχη, και δεν εκτέλεσαν κανένα. Τα πραγματικά όμως γεγονότα είναι τελείως διαφορετικά. Όλες ή τουλάχιστον 99% των αυτοδικιών -που αποτελούν μόνο ένα μικρό ποσοστό του συνόλου των δολοφονιών που έγιναν την ημέρα που έπεσε ο Μελιγαλάς και τις επόμενες- τις έκαναν αντάρτες του ΕΛΑΣ. Οι αντάρτες έκαναν και το ολικό πλιάτσικο στα καταστήματα και σε εκατοντάδες σπίτια της πόλης, πριν οι περισσότεροι φύγουν γύρω στο μεσημέρι της επόμενης ημέρας. Ο Μελιγαλάς ήταν στην απόλυτη κατοχή του ΕΛΑΣ. Ό,τι συνέβαινε εκεί, συνέβαινε διότι το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ το επέτρεπε, ή το είχε σχεδιάσει να γίνει έτσι! Αντάρτες από το 8ο σύνταγμα Λακωνίας παρέμειναν στον Μελιγαλά όταν ο μεγάλος όγκος του ΕΛΑΣ ανεχώρησε για τους Γαργαλιάνους. Αυτοί φρουρούσαν το Μπεζεστένι, αυτοί οδηγούσαν τις φάλαγγες των μελλοθανάτων από το Μπεζεστένι στην Πηγάδα. Και εκεί στην Πηγάδα, μερικοί από αυτούς του αντάρτες του ΕΛΑΣ από τον Πάρνωνα εκτελούσαν τα θύματα μαζί με πολιτοφύλακες της περιοχής του Μελιγαλά.
Η ευθύνη της γενοκτονίας ανήκει ολοκληρωτικά στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ, αφού τα θύματα ήταν αιχμάλωτοι του ΕΛΑΣ όταν θανατώθηκαν στην Πηγάδα, στο Μπεζεστένι ή οπουδήποτε αλλού στη γύρω περιοχή. Φυσικά, είτε αντάρτες ήταν οι δήμιοι, είτε πολιτοφύλακες, τις δολοφονίες τις έκαναν με την εντολή και την κάλυψη του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ. Χωρίς αυτή την κάλυψη -την οποία απεδείχθη ότι την είχαν και την έχουν ακόμη και σήμερα- κανείς κρατούμενος δεν θα εκτελείτο στον Μελιγαλά. Ούτε ταγματασφαλίτης, ούτε άμαχος. Το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ ήταν ικανό να εφαρμόζει σιδερένια πειθαρχία με το όπλο της τρομοκρατίας. Αν το ήθελε, ούτε μύτη δεν θα λυνόταν στον Μελιγαλά!
Εκτός από την ταυτότητα των εκτελεστών, η αριστερά δημιουργούσε πάντα σύγχυση και για δύο ακόμη στοιχεία της τραγωδίας του Μελιγαλά. Πρώτον, για την ταυτότητα των θυμάτων. Αν δηλαδή ήταν όλοι ταγματασφαλίτες ή και άμαχοι. Δεύτερον, για τον αριθμό των θυμάτων. Ο ακριβής αριθμός είναι άγνωστος. Η πλευρά των συγγενών των θυμάτων υποστηρίζει ότι ήταν πάνω από 1.000, και παραθέτει και πάνω από 1.000 ονόματα. Σε πολλές πηγές αναφέρεται ότι στο Μπεζεστένι ο Βελουχιώτης βρήκε πάνω από 2.000 κρατούμενους την 16η Σεπτεμβρίου. Στην ημερησία εφημερίδα των Αθηνών Εμπρός της 29ης Αυγούστου 1945, υπάρχει ανταπόκριση από την Τρίπολη για την τραγωδία του Μελιγαλά, στην οποία ο αριθμός των κρατουμένων πριν να αρχίσει η σφαγή εκτιμάται σε 2.720 βάσει των ανακρίσεων του εισαγγελέα Στυλιανέα του πλημμελειοδικείου Καλαμάτας.
Τα εκτελεστικά αποσπάσματα στην Πηγάδα εργάζονταν συνεχώς για τέσσαρες ημέρες, από 17 έως 20 Σεπτεμβρίου, και υπολογίζεται ότι θανάτωσαν πάνω από 1.000 άτομα. Οι παλαιότεροι στον Μελιγαλά έλεγαν ότι μεταξύ 16 και 20 Σεπτεμβρίου έφυγαν από το Μπεζεστένι για την Πηγάδα 12 -15 κουστωδίες δεμένων. Πολλές πηγές αναφέρουν ότι σε κάθε κουστωδία οι αντάρτες είχαν δεμένα 50-100 θύματα. Με αυτά τα δεδομένα, τα θύματα της Πηγάδας υπολογίζονται σε 1.000. Αυτός ο αριθμός εκτελεσθέντων δίνεται και από μερικές ΕΑΜ-ικές πηγές. Αν στην Πηγάδα εκτελέστηκαν 1.000 άτομα, το σύνολον των θυμάτων στην περιοχή του Μελιγαλά είναι πάνω από 1.700. Ομάδες αιχμαλώτων εκτελέστηκαν στα κοντινά χωριά, όπως αναφέρθηκε πριν. Μεμονωμένοι διαφυγόντες από τον Μελιγαλά εκτελέστηκαν σε διάφορα άλλα μέρη, μέχρι και το Δυρράχιο, τα Παραδείσια και τη Βυτίνα (π.χ. ο ανθυπολοχαγός Θεοφάνους). Τα ονόματα των θυμάτων δεν είναι μόνον εκείνα που είναι γραμμένα στο μνημείο της Πηγάδας. Είναι σκορπισμένα και σε νεκροταφεία της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου, ενώ πολλών ίσως δεν είναι σημειωμένα πουθενά στην περιοχή. Για γραφειοκρατικούς λόγους, τα επόμενα χρόνια, θύματα του Μελιγαλά μπορεί να δηλώθηκαν ότι έχασαν τη ζωή τους σε άλλες τοποθεσίες.
Οι αριθμός των θυμάτων που έχει δοθεί από άλλους -χωρίς πάντα να προσδιορίζουν αν ομιλούν γι αυτούς που ρίχτηκαν στην Πηγάδα, ή όλους που εκτελέστηκαν στην περιοχή από το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ- κυμαίνεται δραματικά. Ο μικρότερος αριθμός δίδεται από έναν που κατηγορήθηκε ως εκτελεστής, τον Σπύρο Ξιάρχο που γράφει ότι 280-320 εκτελέστηκαν στην Πηγάδα και 400-440 ως σύνολο. Ο Γιάννης Καραμούζης γράφει: “..Γενικώς στου Μελιγαλά εξετελέσθησαν κατά διαφόρους τρόπους όχι λιγότερα από 1200 άτομα”. Ο μεγαλύτερος αριθμός που έχει αναφερθεί είναι 3.500 από την ΔΙΣ. Το ΙΙ Γραφείο του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, στο δελτίο του υπ’αριθμό 9458, της 16ης Σεπτεμβρίου, γράφει: “…αφού συντρίψαμε την άμυνα 1.000 και παραπάνω Ράλληδων οι οποίοι διεκδίκησαν την πόλη σπίτι προς σπίτι 800 σκοτώθηκαν στη μάχη. Δικές μας απώλειες 60 νεκροί και 150 τραυματίες…”.Εδώ είναι προφανής η αναντιστοιχία στους αριθμούς των θυμάτων αμυνομένων και επιτιθεμένων, και η απουσία τραυματιών από τους ταγματασφαλίτες! Γιατί αν ο ΕΛΑΣ είχε 60 νεκρούς, οι αμυνόμενοι λογικά έπρεπε να έχουν μόνο 10-15! Και πραγματικά στη μάχη σκοτώθηκαν γύρω στους 15 ταγματασφαλίτες, και περίπου 10 άμαχοι.
Ο Στέφανος Σαράφης επίσης ομιλεί για 800 νεκρούς Ράλληδες (ταγματασφαλίτες), αλλά δεν λέει τίποτε για τις εκατοντάδες θύματα από τους άμαχους. Η Γερμανική Διοίκηση της Ομάδας Στρατιών Ε, σε δελτίο πληροφοριών της, της 19ης Σεπτεμβρίου, αναφέρει ότι “…από τους 1.300 άνδρες των δήθεν Τμημάτων Ασφαλείας φονεύθηκαν 800”. Το ίδιο νούμερο δίνει και η Βρετανική Force 133 στο δελτίο της, της 24ης Σεπτεμβρίου, όπου αναφέρει: “…Συμφώνως προς αναφορά του ΕΛΑΣ 1300 άνδρες των ΤΑ ενεπλάκησαν εις μάχην διά το Μελιγαλά την 15ην Σεπτεμβρίου εις την οποίαν 800 εφονεύθησαν, έναντι 60 φονευθέντων του ΕΛΑΣ και 30 τραυματισθέντων…”
Αριθμό θυμάτων μεταξύ 400 και 1000 αναφέρουν όλα σχεδόν τα βιβλία και οι δημοσιεύσεις που έχουν γραφεί από απολογητές του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ. Μερικοί αποφεύγουν τελείως να αναφέρουν αριθμό θυμάτων. Τα λίγα βιβλία της άλλης πλευράς, της αντιΕΑΜικής, γενικά δίνουν μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων. Στην ελληνική έκδοση της “Μαύρης Βίβλου του Κομμουνισμού” , σελ. 347, αναφέρεται: “…Στον Μελιγαλά, 1.400 άντρες, γυναίκες και παιδιά και περίπου 50 αξιωματικοί των ΤΑ σφαγιάστηκαν…”.
Ο Ιωάννης Μπουγάς υπολογίζει τα θύματα σε τουλάχιστον 1700. Σχετικά με την ταυτότητα των θυμάτων, γράφει: “Όλες οι φιλο-ΕΑΜικές πηγές ευθέως ή εμμέσως υποστηρίζουν ότι τα θύματα ήταν μόνο ταγματασφαλίτες ή κυρίως ταγματασφαλίτες. Η αλήθεια είναι ακριβώς το αντίθετο. Σύμφωνα με την έρευνά μου στα αρχεία του ΥΠΕΑ, στον Μελιγαλά έχασαν τη ζωή τους 47 αξιωματικοί του ΤΑ και 704 οπλίτες, σύνολο 751 άνδρες, συμπεριλαμβανομένων και των χωροφυλάκων. Αυτό σημαίνει, πρώτον ότι ο ΕΛΑΣ δολοφόνησε μετά τη μάχη περίπου 735 αξιωματικούς και οπλίτες του Τάγματος και της Χωροφυλακής. Δεύτερον, με το σύνολο των θυμάτων πάνω από 1.700, στο Μελιγαλά το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ δολοφόνησε και 1.000 περίπου αμάχους! Ακόμη και αν οι νεκροί ήταν μόνο 1.154, όσα τα ονόματα που έχει καταγράψει ο Ηλίας Θεοδωρόπουλος, σημαίνει ότι εκτός από τους 735 ταγματασφαλίτες, ο ΕΛΑΣ δολοφόνησε και 403 αμάχους. Όχι έναν μικρό αριθμό, με οποιοδήποτε μέτρο σύγκρισης!”
Κανονικά βέβαια, δεν θα έπρεπε να ασχολείται κανείς με τον αριθμό των θυμάτων. Δυστυχώς όμως, όπως όλοι οι εκτελεστές μαζικών εγκλημάτων ανά την υφήλιο, οι υπεύθυνοι της σφαγής του Μελιγαλά και οι απολογητές τους, προσπαθούν αφ’ενός να ελαττώσουν τον αριθμό των θυμάτων, και αφ’ετέρου να προσβάλλουν τον πατριωτισμό των θυμάτων τους. Και οι απολογητές δεν είναι μόνον κομματικά στελέχη της αριστεράς, αλλά συχνά και ακαδημαϊκοί άνθρωποι, όπως ο φοιτητής της Παντείου Πανεπιστημίου Γιώργος Πετρόπουλος, και οι καθηγητές του που δέχτηκαν τη διπλωματική διατριβή του το 2007, στην οποία μεταξύ άλλων γράφει: “…ο τόπος ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για να συγκεντρωθεί ο μεγάλος αριθμός των νεκρών της μάχης, αλλά και των αντιποίνων που ακολούθησαν είναι η γνωστή Πηγάδα, που στα μετεμφυλιακά χρόνια αποτέλεσε τον τόπο σύμβολο της “αγριότητας των κομμουνιστών” ενταγμένη στο “εθνικόφρον” αφήγημα για τα χρόνια της Κατοχής.” (σ.σ. Η υπογράμμιση δική μου).
Προφανώς, ο νέος αυτός πολιτικός επιστήμων και οι καθηγητές του, πέραν του ότι έσφαλλαν (γιατί ο αριθμός των νεκρών ταγματασφαλιτών στη μάχη δεν ήταν μεγάλος όπως γράφει, ενώ ο ΕΛΑΣ έθαψε τους δικούς του νεκρούς στο νεκροταφείο, όχι στην Πηγάδα) αποκαλούν το οργανωμένο έγκλημα της απάνθρωπης σφαγής εκατοντάδων αιχμαλώτων κάθε ηλικίας “εθνικόφρον” αφήγημα!
Τελειώνω με μια απορία ή ερώτηση γι αυτούς, σαν τους υπεύθυνους του Ιού της Ελευθεροτυπίας, που δικαιολογούν τη σφαγή του Μελιγαλά, ως αντίποινα και ανεξέλεγκτες αυτοδικίες εναντίον των ταγματασφαλιτών. Γιατί τότε δεν δικαιολογούν και τις αυτοδικίες και τα αντίποινα της άλλης πλευράς μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, που, παρότι καταδικαστέα ακόμη και στο μέγεθος που έγιναν, ποτέ δεν πήραν τη μαζική μορφή του Μελιγαλά, των Γαργαλιάνων, της Πύλου ή της Καλαμάτας;
Μήπως για τους υπεύθυνους του Ιού και τον φοιτητή του Παντείου Πανεπιστημίου, και άλλους που σκέπτονται σαν αυτούς, έγκλημα στον Ελληνικό Εμφύλιο ήταν μόνον η δολοφονία οπαδών της Αριστεράς! Μήπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο πόνος του βασανισμού, το αίμα των νεκρών, έχουν άλλη αξία ανάλογα με τα πολιτικά πιστεύω των θυμάτων;
Αυτά είναι τα πραγματικά γεγονότα της τραγωδίας του Μελιγαλά, χωρίς πάθος, αλλά και χωρίς ωραιοποιήσεις ή συγκαλύψεις. Είναι καιρός πια, μετά από 65 χρόνια, όχι μόνο να γίνει το ανείπωτο έγκλημα γνωστό στο πραγματικό εύρος του, αλλά και αποδεκτό ιστορικά από όλους. Ιδιαίτερα από την ηγεσία της Αριστεράς και τους απολογητές των έργων της, που αρνούνται να παραδεχθούν τις φρικαλεότητες που διέπραξαν οι Οργανώσεις της ΟΠΛΑ, ΕΑΜ, ΕΛΑΣ στον Κατοχικό Εμφύλιο και τις δύο περιόδους της ΕΑΜ-οκρατίας και της Κόκκινης Τρομοκρατίας.
Την Πρώτη περίοδο: “Σεπτέμβριος 1943 -Σεπτέμβριος 1944”, και την Δεύτερη: “Οκτώβριος 1944-Φεβρουάριος 1945”. Με κορυφαίο τους έγκλημα, τη μαζική εκτέλεση των κρατουμένων ταγματασφαλιτών και αμάχων το τετραήμερο 16-20 Σεπτεμβρίου 1944 στον Μελιγαλά!
Σ’αυτούς που θα δυσανασχετήσουν για την παρουσίαση της φριχτής αλήθειας μετά από 65 χρόνια, και θα σκεφθούν να αντιδράσουν με τις συνήθεις κατηγορίες: “καλλιεργεί το μίσος”, “είναι φασίστας”, “είναι ακροδεξιός”, έχω μια απλή απάντηση.
-“Τίποτε από αυτά δεν ισχύει, αλλά ούτε έχουν και καμιά σημασία. Σημασία έχουν τα τραγικά γεγονότα καθ’ εαυτά και αν καταγραφή τους είναι σωστή, όχι ο συγγραφέας. Στα γεγονότα ας επικεντρώσουν την προσοχή τους οι αναγνώστες που ενδιαφέρονται για την Ιστορία αυτής της τραγικής περιόδου”.
Είτε το θέλουμε είτε όχι, ο Μελιγαλάς με την Πηγάδα του είναι μέρος της ιστορίας μας, και μόνο όταν τη γνωρίζουμε, γνωρίζουμε και ποιοί είμαστε!
  Κύρια Βιβλιογραφία
1. ΗΛΙΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ, “Η ΠΗΓΑΔΑ ΤΟΥ ΜΕΛΙΓΑΛΑ”, Αθήνα, 2001
2. ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΜΟΥΖΗΣ, “ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΔΟΤΕΣ ΣΤΟ ΜΩΡΙΑ”, Τρίπολις 1950,
3. ΓΡΗΓ. ΚΡΙΜΠΑΣ, “Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΜΕΣΣΗΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΓΥΡΩ ΝΟΜΟΥΣ”, 1985
4. ΤΑΣΟΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΔΗΜ. ΤΡΙΜΗΣ, ο Ιός της Κυριακής, Η Ελευθεροτυπία, 11/9/2005.
5. ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΟΥΤΟΥΛΑΣ,”ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ 1941-45”, Βιβλιόραμα, 2004,
6. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΠΟΥΓΑΣ, “ΜΑΤΩΜΕΝΕΣ ΜΝΗΜΕΣ 1940-45”, Εκδόσεις Πελασγός, 2009
7. ΣΠΥΡΟΣ ΞΙΑΡΧΟΣ, “Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΛΙΓΑΛΑ”, 1982
8. ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, “Τα Τάγματα Ασφαλείας στην Πελοπόννησο”, Διπλωματική Εργασία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 2007

(Σημείωση) Τα περισσότερα στοιχεία τα πήρα από το καινούργιο βιβλίο του Ιωάννη Μπουγά, στο οποίο υπάρχει πλήρης περιγραφή της τραγωδίας, με πολλά νέα στοιχεία και εκτενή αναφορά στην μέχρι τώρα βιβλιογραφία.
ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΤΟ SKLANTZITHRES BLOGSPOT.COM
http://sklantzithres.blogspot.gr/2013/07/h-44.html


ΦΕΝΕΟΣ 1943-44 η Φρίκη του ΚΚΕ

Ο Φενεός είναι το θυσιαστήριο του Κόκκινου Θηρίου.
Εδώ, βρήκαν μαρτυρικό θάνατο χιλιάδες άνθρωποι που το μόνο τους «έγκλημα» ήταν οτι δεν θέλησαν να γίνουν κομμουνιστές και να προδώσουν την πατρίδα και τη θρησκεία τους. Από όλη σχεδόν την Β.Πελοπόννησο, πήραν το δρόμο του μαρτυρίου προς τον Φενεό, όπου τα βασανισμένα σώματα τους ρίχτηκαν στο εκεί βάραθρο ή κατασπαράχτηκαν απο τα αγρίμια, στις πλαγιές και τις χαράδρες του Κακοβουνίου.
Ένα ασύλληπτο δράμα, μιά φρικτή γενοκτονία πού μόνο υπάνθρωποι γεμάτοι μίσος προς την ίδια τη Ζωή μπορούσαν να φανταστούν και να πραγματοποιήσουν. Μαύρες ψυχές τεράτων, που στο όνομα «ενός καλύτερου κόσμου» βασάνισαν, βίασαν, κατακρεούργησαν άνδρες, γυναίκες, παιδιά, βρέφη.

Η ΘΗΡΙΩΔΙΑ ΤΟΥ ΦΕΝΕΟΥ
Οι πρώτοι Εαμοελασίτες θα εμφανιστούν στο οροπέδιο του Φενεού, την άνοιξη του 1943. Οι κάτοικοι στην αρχή θα τους υποδεχτούν πανηγυρικά, γρήγορα όμως θα καταλάβουν τις προθέσεις τους. Βοσκοί και αγρότες, θα αρχίσουν να βλέπουν ανθρώπους, έλληνες, που οι Ελασίτες τους είχαν ως κρατουμένους, να δέρνονται άγρια και να σφαγιάζονται απάνθρωπα. Και όταν κάποιοι τόλμησαν να διαμαρτυρηθούν, βρήκαν την ίδια τύχη.
Από τότε, τρόμος και απελπισία κυρίευσε τις καρδιές όλων. Η ζωή και η περιουσία τους, ανήκε πλέον στις διαθέσεις του κάθε αγροίκου ελασίτη, του κάθε σαδιστή οπλατζή.
Καθημερινά, μπουλούκια ανθρώπων καταφθάνουν συνοδεία οπλοφόρων του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ. Κανείς δεν ξέρει ποιοί είναι, από πού έρχονται, ούτε για ποιό λόγο είναι κρατούμενοι. Μεταφέρονται στη Μονή Αγ.Γεωργίου, η οποία αφού ήδη έχει «απελευθερωθεί» από τους μοναχούς- τους σφάγιασαν-, χρησιμοποιείται πλέον ως στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Στα ανήλια υπόγεια του μοναστηριού θα διαδραματιστούν αμέτρητες ιστορίες φρίκης.
Τα σώματα των μαρτύρων πετάγονται στις παρακείμενες χαράδρες όπου γίνονται βορά των αγριμιών. Σκυλιά περιφέρονται έχοντας στα σαγόνια τους χέρια, πόδια, σπλάχνα ανθρώπων.
Όταν η δυσοσμία και η σήψη στην περιοχή θα γίνουν ανυπόφορες, τη λύση θα δώσει ο –καταραμένος- Παναγάκης Οικονομόπουλος, κάτοικος του χωριού Φονιάς, όταν θα ανακαλύψει κοντά στην κορυφή του Κακοβουνίου ένα πολύ βαθύ βάραθρο. Από τότε, ο δρόμος απο τη Μονή ως το Βάραθρο θα γίνει ο Γολγοθάς αμέτρητων βασανισμένων ανθρώπων.
.
Ο ΓΟΛΓΟΘΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΒΑΡΑΘΡΟ
Από τα κελλιά του μοναστηριού, κάθε βράδυ ξεκινάνε δεκάδες τυραννισμένοι άνθρωποι. Δεν πρόκειται να επιστρέψουν. Θα γυρίσουν μόνο τα ματωμένα ρούχα τους, για να τα πλύνουν οι επόμενοι μελλοθάνατοι.
Δαρμένοι, νηστικοί και διψασμένοι, με τα χέρια δεμένα πίσω απο τις πλάτες, βαδίζουν. Άντρες, γυναίκες με τα μωρά στην αγκαλιά, γέροι, παιδάκια. Προχωράνε προς τον Θάνατο. Ενα θάνατο άδικο, παράλογο, ακατανόητο.
Γύρω τους, σαν λυσσασμένοι λύκοι, οι κομμουνιστές. Με βλοσυρές ματιές, με άγριες κουβέντες. Με βλαστήμιες και απειλές. Χτυπώντας τους με τους υποκόπανους των όπλων, τραβώντας και ξεριζώνοντας τους τα μαλλιά. Όταν φτάνουν κοντά στο βάραθρο, σταματούν. Τους λένε οτι θα τους πάνε για ανάκριση και τους παίρνουν ανά δύο.
Τους μεταφέρουν μπροστά στο φοβερό βάραθρο.
.
ΣΤΟ ΒΑΡΑΘΡΟ
Εκεί τους περιμένουν οι σφαγείς, κρατώντας τα σύνεργα τους. Βρίζοντας, χλευάζοντας και ουρλιάζοντας, τους καρφώνουν πολλές φορές με τα μαχαίρια τα σώματα τους, τους κόβουν τους λαιμούς, τους χτυπάνε με τον κωδωνοκρούστη της καμπάνας του μοναστηριού. Έπειτα, αρπάζουν τα σφαδάζοντα κορμιά τους και τα πετάνε στην φοβερή τρύπα.
Αυτό γίνεται κάθε βράδυ, για μήνες. Το αίμα στο χείλος του βάραθρου έχει πιάσει κρούστα, το ίδιο και οι πιτσιλιές στους γύρω βράχους. Ο πυθμένας έχει γεμίσει με πτώματα. Έτσι, όταν πέφτουν οι καινούργιοι σφαγμένοι, δεν σκοτώνονται απο την πρόσκρουση. Συνέρχονται και βρίσκουν αργό, εφιαλτικό θάνατο ανάμεσα στα λείψανα και τους σκελετούς των προηγουμένων.
Οι κραυγές τους για σωτηρία δεν φέρνουν αποτέλεσμα, αφού τα σκοινιά που ρίχνονται από κάποιους γενναίους χωρικούς, δεν μπορούν να τα πιάσουν με τα χέρια δεμένα.
Τα ουρλιαχτά και οι θρήνοι τους, στοιχειώνουν τον τόπο μέχρι σήμερα.
.
ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ
Πόσοι άνθρωποι άραγε θανατώθηκαν στον Φενεό; Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά. Ολόκληρες οικογένειες, άγνωστοι άνθρωποι, θάφτηκαν σε ομαδικούς τάφους γύρω απο το βάραθρο και στις πλαγιές του Κακοβουνίου, ενώ πολλοί άλλοι σοροί θυμάτων φαγώθηκαν απο τα άγρια ζώα.
——————————————————————————————————————————————–
ΔΑΙΜΟΝΟΛΟΓΙΟ
Τα ανθρωπόμορφα κτήνη, που βεβήλωσαν την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση, ήταν:
Ιθύνων νους:
Ζέγγος Θεόδωρος και Ανδρεαδάκης Δημήτριος, υπεύθυνοι του ΚΚΕ για τους νομούς Κορινθίας-Αργολίδας.
Επιτροπή που αποφάσιζε τις εκτελέσεις:
Τζανέλος Όθων (*)
Λέκκας Νικήτας
Καραΐσκας Απόστολος
Αναγνωστόπουλος Δήμος
* Βρίσκεται εν ζωή και κατοικεί στην Αθήνα, περιοχή Ζωγράφου
.
ΣΦΑΓΕΙΣ
Πισογιαννάκης Γεώργιος ή Κρητικός, αρχισφαγέας.
Πρόβος Βλάσιος
Σερμπέτης Κωνσταντίνος
Σαμαρτζής Νικήτας (η απολογία του:http://clubs.pathfinder.gr/Iapetos_/665993)
Φραγγοράφτης Ιωάννης
Τομαράς Αντώνιος
Γκιόκας Θύμιος
Οικονομόπουλος Βλάσιος
Ζιάγκος Παναγιώτης
Σταυρόπουλος Νικόλαος
Δασκαλόπουλος Νικόλαος
Αδαμόπουλος Γιάννης
Σίμος (από το Λουτράκι)
Καραΐσκος Απόστολος
-Είθε να καίγονται όλοι στην Κόλαση-
δειτε κα  ιπαρακατω
ΜΙΑ ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΟΣ ΕΛΑΣΙΤΗ
Εξέταση μάρτυρος Σαμαρτζή Νικήτα του Ιωάννου.
Κόρινθος 6-3-1945.
Νικήτας Σαμαρτζής του Ιωάννου ετών 33 Γεωργός, γεννήθηκα και κατοικώ εις χωρίον Καλύβια Κορινθίας, άγαμος, εγγράμματος, Έλλην και χριστιανός ορθόδοξος, Ορκίσθηκα επί του ιερού ευαγγελίου κατά τα άρθρα 121 και 124 της Ποινικής Οικονομίας.
Ερωτήθη δεόντως.
Απάντηση: Ήμουν αγροφύλακας Κοινότητας Καλυβίων κατά το έτος 1943, ήλθαν οι πρώτοι αντάρτες στην περιοχή Φενεού.
Με χρησιμοποίησαν για σύνδεσμο με το στρατηγείο της οργανώσεως που ευρίσκετο στο Μάζι Καλαβρύτων και για άλλες δουλειές. Κατευθύνσεις έπαιρνα από την οργάνωση Καλυβίων του ΚΚΕ την οποίαν αποτελούσαν ο Δημ. Δαμεσούκος, Αντ. Αλωνιστιώτης και Όθων Οικονομόπουλος.
Κατά τον Δεκέμβριο του 1943 φέρανε στα Καλύβια 14 Ιταλούς, τους οποίους εγώ, ο Βλάσιος Οικονομόπουλος, ο Σωτήριος Αλωνιστιώτης ,ο υπεύθυνος Αθαν. Οικονομόπουλος και τέσσερεις αντάρτες ,Βασίλης Παπακυριάκου, κάτοικος Βασιλικού, Παναγιώτης Χαράλαμπος Τρομάρας κ.λ.π. μεταφέραμε εις θέση κοκουβούνι Β.Δ. Χωρίου Καλυβίων ένθα και τους εκτέλεσαν οι Τρομάρας και λοιποί αντάρτες, δι όπλων εις θέση Ζαρούχλας Διάσελο.
Τον Απρίλιο 1944 από το στρατόπεδο μονής Αγίου Γεωργίου μετεφέρθησαν από τον στρατοπεδάρχη,1. Κρητικό ή Χατιώγην ή Γεώργιο Πισογιαννάκην
2. Σερμπέτη ή Γλυκό εκ Στομίου
3. Βλάσιο Οικονομόπουλο και
4. Εμένα
13 κρατούμενοι, εκ των οποίων γνώρισα τους ιατρό Β. Γεωργόπουλο εκ Δούσιας και ιερέα Ασπροκάμπου και εξετελέσθησαν δι όπλου υπό του Σερμπέτη και Πισογιαννάκη.
Εμείς οι άλλοι παρέστημεν ως βοηθοί με το πιστόλι χωρίς να εκτελέσω μεν.
Στο στρατόπεδο της μονής ήσαν κατά καιρούς .
Κρητικός ή Πισογιαννάκης εκ Χανίων Κρήτης, στρατοπεδάρχης2. Κωνσταντίνος Σερμπέτης ή Γλυκός εκ Στομίου
3. Ιωάννης Φραγκοράφτης Κανελλόπουλος από το Ζευγολατιό Βραχατίου
4. Νικόλαος Δασκαλόπουλος από Κακούρι Τριπόλεως
5. Βλάσιος Πρόβος από το Μούλκι Κιάτου
6. Θύμιος Γκιόκας από το Κριεκούκιον
7. Κεραυνός ή Αντώνιος Τομαράς από Λιόπεσι
8. Σίμος από το Λουτράκι
Άπαντες ούτοι ελάμβαναν μέρος στις εκτελέσεις, Επίσης στο στρατόπεδο προσελήφθη και εγώ, Όλοι οι συλληφθέντες υποχρεούντο να υπογράψουν,
Από τα σπίτια που έπαιρναν πράγματα ή από καταστήματα, όπως από το παντοπωλείο του Γεωργίου από τη Γκούρα, που τον σκότωσαν, τα έπαιρναν εν γνώσει του αρχηγείου που αποτελούσαν οι προαναφερθέντες ΒΑΖΑΙΟΣ και λοιποί κι οι επιτήδειοι τα μοιραζόντουσαν μεταξύ τους, Όπως ο Τόμπρος, Κίτσος, Βουρκάνης από τα Μαζεΐκα, τα καλύτερα και τα λοιπά έδινα σε μερικούς από τους κατοίκους και κείνα που πάλι έμεναν έλεγαν ότι τα έδιναν στους πυροπαθείς άλλων χωριών.
Για τις συλλήψεις και εκτελέσεις των κατοίκων χωρίων Καλυβίων, υπεύθυνοι είναι οι αποτελούντες το Κομ. Γραφείο που υπόγραψαν:
1. Δεδεμούκας του Αντωνίου
2. Αντώνιος Αλώνιστιώτης
3. Σωτήριος Κασαλμάς
4. Ευάγγελος Οικονομόπουλος
5. Αθανάσιος Καπίνης και άλλοι, που δεν τους γνωρίζω.
Από το χωρίον Γκούρα Σταυρόπουλος ή Μουσουλίνης και άλλοι που δεν γνωρίζω.
Επίσης δεν ξέρω ποιοι είναι οι άλλοι των άλλων χωριών γιατί εγώ έλλειπα προηγουμένως έξη χρόνια στο ιπποδρόμιο του Φαλήρου που εργαζόμουν .
Στο στρατόπεδο Μονής Αγίου Γεωργίου έφερναν κρατούμενους από διάφορες περιοχές και τους συνόδευαν οι αποτελούντες την ΟΠΛΑ διαφόρων περιοχών.
Από το στρατόπεδο τους περνάμε λίγους – λίγους και τους εκτελούσαμε σε διάφορες περιοχές του δασώδους της πέριξ της Μονής και σε μια τρύπα πολύ βαθιά που αν ρίξεις μια πέτρα θα μετρήσεις το 16 για να ακούσεις το χτύπο στο υπέδαφος που θα φτάσει. Την τρύπα αυτή τη βρήκα εγώ κατ’ εντολή του Κρητικού ή Πισογιαννάκη όστις δε ξέρω από που το έμαθε ότι υπήρχε τέτοια τρύπα.
Κατά τον Μάιο 1944 πήγαν 9 κρατούμενους αγνώστους και τους οδήγησαν δια μέσου του χωρίου Γκούρα εις Μακριά Λάκα της Ζήρειας και τους εκτέλεσαν με τη βοήθεια του Νικολάου Σταυροπούλου ή Μουσουλίνη από τη Γκούρα.
Στην τρύπα που ανέφερα που βρίσκεται στη θέση Κακόβουνι – Ντουρντουβάνα εκτελέσαμε 260
και κατά την εξής σειράν:
17 κατοίκους Νεμέας, τους πήγαμε εγώ, ο Βλάσης Οικονομόπουλος, ο Σερμπέτης, ο Κρητικός, ο Δασκαλόπουλος, ο Γιάννης Φραγκορράφτης, ο Βλάσης Πρόβος και ο Καραπάνος από τη Νεμέα και ο Μωριάς με έξη αντάρτες που έστειλε το σύνταγμα Βαζαίου, για να λάβει μέρος στις εκτελέσεις.
Αφού ξεκουραστήκαμε είπαμε στους κρατούμενους ότι τους πάμε για την Ταξιαρχία στα Μαζέικα.
ο Καραπάνος με τον Κρητικό και τον Μωριά πήγαν στη τρύπα.
Εκεί οδηγούντο δύο – δύο δήθεν για ανάκριση και χωρίς να αντιλαμβάνονται οι άλλοι, τους εκτελούσαν οι Μωρίας Κρητικός Καραπάνος κατά τον εξής τρόπο:
Τους γδύναμε τελείως και με το μαχαίρι τους έκοβαν το λάρυγγα και τους έριχναν μέσα στην τρύπα.
Τα ρούχα που παίρνανε τα πήγαιναν στην περιφερειακή Επιτροπή που ήταν στο Μπούζι και έπειτα στη Λαύκα και τα φορούσαν τα διάφορα μέλη της οργανώσεως.
Τότε εγώ δεν έλαβα μέρος στην εκτέλεση.
Την άλλη μέρα πήραμε άλλους τριάντα από το στρατόπεδο μεταξύ των οποίων και ο Αθανάσιος Ρεκουνιώτης και η Ελένη Καραλή από τα Καλύβια.
Φύγαμε στις 4 το πρωί και με δεμένα τα χέρια τους με σχοινιά τους πήγαμε στην ίδια τρύπα.
Εκτελέστηκαν κατά τον ίδιο τρόπο από τους ίδιους.
Εγώ δεν εκτέλεσα και αυτή τη φορά. Έπειτα από 3-4 μέρες πήραμε από το στρατόπεδο μεταξύ των οποίων οι περισσότεροι από το Βαλτέτσι Τριπόλεως και τους οποίους έστειλε στο στρατόπεδο το Σύνταγμα του Βαζαίου και τους πήγαμε στην τρύπα με δεμένα τα χέρια .
Εκεί τη προτροπή του Μωργιά και με πιστόλι στα χέρια με ανάγκασαν κι έσφαξα κι εγώ.
Κατά την εκτέλεση παρίστατο και ο Βλάσης Οικονομόπουλος, αλλά και αυτός δεν έσφαξε, μόνον πήρε τα ρούχα των εκτελεσθέντων, που του έδωσε ο Πισογιαννάκης.
Έπειτα από 7-8 μέρες πήραμε από το στρατόπεδο άλλους 35-37 δεν θυμάμαι ακριβώς, μεταξύ των οποίων ήσαν ο Βλάσης Ρομπόκος γιατρός Γκούρας, Γεώργιος Γεωργίου. Κι αυτούς τους πήγαμε δεμένους. Τότε έκλεισε η ομάδα του Μωριά και την εκτέλεση με μαχαίρι την έκαναν ο Θύμιος Γιόκας, Σερμπέτης ή Γλυκός, ο Βλάσης Πρόβος, Νικόλαος Δάσκαλόπουλος από Κακούρι, Βλάσης Οικονομόπουλος και εγώ.
Έπειτα από αρκετές μέρες και μάλιστα κατά μήνα Ιούλιο 1944 μεταφέρθηκαν από το στρατόπεδο και εκτελέστηκαν στην τρύπα 48 που οι περισσότεροι ήσαν από το Φενεό, μεταξύ των οποίων
και ο Αλέξανδρος Χαρλαύτης και οι δύο υιοί του Αργύρης και Γιάννης, Επίσης o Κωνσταντίνος Δάρης και ο υιός του ,ο Φαρμακοποιός Νίκος Λαδάς, Νίκος Μητρόπουλος, η Αθανασία Μπαλή, Παπα-Παναγής Χαρλαύτης κάτοικοι Γκούρας,
το ζεύγος Τσεκρέκη, Δημ. Ψαχούλιας ή Βολιαρίτης από το Μεσινό,
ο Παπαγιωργόπουλος και ο υιός του Γιάννης Τσούλης, o Κολοβός
και η κόρη του από τα Καλύβια,
Γρηγόρης Καπέλος κι ο αδερφός του ο Δάσκαλος, Ηλίας Σταματόπουλος κάτοικοι Φονιά,
Κατσαούνης από Γκιόζα,
Φεντσής, Σωτήρης Κακκαβάς από τη Σιβίστα κλπ που δεν θυμάμαι.
Αυτών των 48 η εκτέλεση γινόταν με τον εξής τρόπο, Έλεγαν στον καθένα να πέσει κάτω κι αν αρνιόταν τον κτυπούσαν με γλωσσίδι καμπάνας.
Τους χτυπούσε ο Σίμος πίσω στο κεφάλι κι όταν έπεφταν κάτω τους έσφαζαν.
Την άλλη μέρα πήρανε άλλους 37-38 αν θυμάμαι ακριβώς. Τότε δεν ήρθε ο Σίμος αλλά ο Πισογιαννάκης. Οι 38 ήσαν από τη Νεμέα, τους έφερε ο Θύμιος με τον Απόστολο Καραΐσκο και άλλους που δεν τους γνωρίζω στο στρατόπεδο και αυτούς εκτελέσαμε με τον ίδιο τρόπο, πρώτα τους χτυπούσαμε με το γλωσσίδι κι έπειτα τους σφάζαμε με μαχαίρι.
Λόγω επιδρομής των Γερμανών τους υπόλοιπους της μονής, κρατούμενους τους μεταφέραμε στο χωριό Κα ….. ύργου Πατρών και εκείθεν πάλι στη μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού και τους άφησαν ελεύθερους.
Μεταξύ αυτών και οι αδελφοί Χησόπουλοι από τη Σιβίστα.
Επίσης στην τρύπα εκτελέστηκαν 17 γυναίκες και παιδιά,
μεταξύ των οποίων και η οικογένεια Ανάμαη από πέντε άτομα από την Ακράτα.( βλέπε 1944 Φενεός – Δίστομο Παρουσίαση Στοιχείων η (Κάντε κλίκ εδώ )
Επίσης εκτελέστηκε κοντά στη μονή η Βασιλική Ανδ. Κάππου από τα Καλύβια.
Την έκθεση για τη σύλληψη της την έστειλε το στρατόπεδο επειδή μάλωνε μαζί της, για κάποια μάντρα, ο Παναγιώτης Μπρέκας από τα Καλύβια, τη συνέλαβε μαζί με τον Κωνσταντίνο Σερμπέτη.
Έπιασαν και το γιο της το Χρήστο 20 χρ. Όπως μου είπε ο Σερμπέτης την εκτέλεσε το ίδιο το παιδί της με μαχαίρι και την έθαψε στη θέση Αρσένη – Βρύση, γιατί αυτή είχε κρεμάσει τον άντρα της.
Στις ανακρίσεις που έγιναν στο μοναστήρι Αγίου Γεωργίου για τους κάτοικος του Φενεού παρίστατο και ανέκρινε:
1. Όθων Τζανέλος
2. Ο εαυτός μου
3. Ο Δήμος ή Τάκης Αναγνωστόπουλος
4. Αποστόλης Καραΐσκος κάτοικος Ηρακλείου
5. Θύμιος ή Γκιόκας από το Κριεκούκι
6. Κώστας Σερμπέτης
7. Σίμος
8. Κρητικός Πισογιαννάκης
9. Στέλιος από την Κρήτη
10. Μιχάκης .
Για τη σύλληψη των κατοίκων αυτών τα κομ. Γραφεία των χωριών έδιναν στον Όθωνα Τζανέλο κατάσταση να συλληφθούν.
Τους απέδιδαν κατηγόριες ότι συνεργαζόταν με τα Τάγματα Ασφαλείας. Για τη σύλληψη του οιουδήποτε έπρεπε να αποφασίσει το Κομ. Γραφείο του χωριού του.
Οι αποτελούντες το γραφείο το κομματικό συγκέντρωναν τα στοιχεία και τα έδιναν στο Γραμματέα της Αχτίδας. Σε περίπτωση διαφωνίας ο Γραμματέας έδινε τις γενικές κατευθύνσεις των συλλήψεων και εκτελέσεων.
Είχε δώσει εντολή η ΠΕΕΑ που έλεγε κάθε αντιδραστικός έπρεπε να εξοντώνεται και μάλιστα όλος ο οικογενειακός κύκλος και μέχρι εβδόμης γενεάς.
Αφ ετέρου το αρχηγείο του 6ου Συντάγματος ήταν στη Γκιόζα εκπροσωπούμενο από το Βαζαίο , το Νικήτα ή Λέκκα, τον Πελοπίδα, τον Μενέλαο, το γιατρό Κόλλια, το δάσκαλο Πούλο και το Γεώργιο Τσαούση διοικητή της ΟΠΛΑ.
Το κομ Κόμμα είχε ως αντιπρόσωπο το Γραμματέα του Πελοποννησιακού Γραφείου Στάθη ή Τριαντάφυλλο, (Ζέγκο Βαγγέλη από Θεσσαλία), που παρέμενε στα Καλύβια στο σπίτι της Βενετσιάνας Καψομαλούκη και έλεγχε όλη τη περιφέρεια Κορινθίας. Στο σπίτι του έπαιρναν αποφάσεις με τους Αποστόλη Καραΐσκο από Ηράκλειο Νεμέας ή Ρούμελη επικεφαλής των συνοδευόμενων από την περιοχή Αργολίδας Νεμέας,
2. Μιχάλη δικαστής και ανακριτής
3. Τάκη επίσης ανακριτή
4. Όθωνα Τζανέλο από Γκούρα
5. Δήμο Αναγνωστόπουλο
6. Θύμιο – Ψευδώνυμο και
7. Λέκκα Νικήτα όστις έλεγε στους κρατούμενους να ειδοποιήσουν τους δικούς τους που είναι στην αστυνομία ή στα τα να φύγουν και να πάνε στο αντάρτικο.
Αυτοί αποφάσιζαν για συλλήψεις και εκτελέσεις.
Ο στρατοπεδάρχης μου έλεγε ότι οδηγίες παίρνει από το Στάθη και το Νικήτα ή Λέκκα για τις εκτελέσεις και ο μεν Στάθης έδινε οδηγίες ο δε Λέκκας ως εκπρόσωπος του Συντάγματος.
Οι δύο αυτοί συνενοούντο και εγίνοντο οι εκτελέσεις .
Η Επιτροπή που έκανε τις ανακρίσεις μέσα σε ένα κελί του μοναστηριού και που ήμουν κι εγώ παρών υποχρέωνε όλους να υπογράψουν μια κατάθεση ότι συνεργαζόσαν με τα Τάγματα Ασφαλείας.
Αν δεν ήθελε κανείς να υπογράψει με ραβδιά τον χτυπούσαν μέχρι να δεχτεί.
Εγώ είδα να χτυπάνε για να υπογράψουν τον Παναγ. Παπαγεωργίου από την Γκούρα, τον Αθανάσιο Μπαλή, το γιο του Χαρλαύτη από Γκούρα, το Λιάτση από το Στενό και άλλους .
Στα Καλύβια συνελήφθησαν η Μάρθα Καμπέρου από τον Μπρέκα Παν. τον Ευαγ. Οικονομόπουλο τον Χαρ. Κουσούρα και την οδήγησαν στο στρατόπεδο όπου την εκτέλεσε ο Κεραυνός – Αντώνιος Τομαράς από το Λιόπεσι, Σερμπέτης και Βλάσης Πρόβος.
Στο εξωκλήσι της μονής του Αγίου Γεωργίου ή Καμπέρου συνελήφθη κι εκτελέστηκε επειδή ο γιος της Φώτης δραπέτευσε κατά την εκτέλεση των έξη από το Διακοφτό και τον Πειραιά που έλαβα μέρος κι εγώ.
Αυτοί εκτελέστηκαν με μαχαίρι. Σχέσεις με το στρατοπεδάρχη είχαμε ο Θεόδωρος Οικονομόπουλος Γιώργης Φάμας και Γιώργης Λουκόπουλος.
Για τους 40 αστυφύλακες που έπιασαν στο Δερβένι γνωρίζω τα εξής .
Τους οδήγησαν στο χωριό Φονιά τους αφαίρεσαν τα ρούχα και τα παπούτσια όπου έλαβα κι εγώ μέρος με το Κίτσο ή Βουρτσάη από τα Μαζεΐκα.
Μετά το γδύσιμο με υποχρέωσαν να ζητήσω ρούχα από τους χωρικούς παλιά.
Τα ρούχα των αστυφυλάκων τα φόρεσαν οι αντάρτες του 6ου Συντάγματος που βρισκόταν στο Φονιά.
Από το Φονιά τους οδήγησαν στο χωριό Λυκούργια χωρίς να ξέρω που τους εκτέλεσαν.
Τους 38 που λέω παραπάνω ότι εκτελέστηκαν στην τρύπα έγινε το εξής.
Ένα Σάββατο φύγαμε από τα Καλύβια με το Βλάση Οικονομόπουλο και το Χαράλαμπο Κουρούσια κάτοικο Καλυβίων και πήγαμε στο μοναστήρι, περί την 3η νυκτερινή.
Στην εκτέλεση ήρθε και ο Κουρούσιας για ενίσχυση της φρουράς των κρατουμένων.
Όταν ήρθε στρατοπεδάρχης ο Σπάρτακος από το Ζευγολατιό Βραχατίου δεν έγιναν εκτελέσεις.
Έχω ακούσει από αντάρτες του αρχηγείου ότι πάνω από το χωριό Γκιόζα μέσα σε μια τρύπα έχουν εκτελέσει οι αντάρτες του 6ου Συντάγματος, πάνω από χίλιους αντιδραστικούς.
Οι Βουρτσάης και Τόμπρος έχουν λεηλατήσει με διαταγή πολλά καταστήματα και ιδιαίτερα της Νεμέας.
Στην ΟΠΛΑ ήσαν:
1. Βαγγέλης Οικονομόπουλος από τα Καλύβια
2. Νίκος Σταυρόπουλος ή Μουσουλίνη από
3. Γιώργος Κοτσελάς κάτοικος Γκούρας
4. Γιώργος Κουραμπέλης
5. Πάνος Μπρέκας
6. Γιάννης Βυζάς
7. Σωτ. Αλωνιστιώτης
8. Χαράλαμπος Κουρούσης
9. Αλέξ. Γούρμος
10. Σωτ. Κασαλμάς από Καλύβια
11. Βασίλης Κασαλμάς
12. Παν. Ξιάγκος από Φονιά
13. Θεόδ. Οικονομόπουλος από Σιβίστα
14. Θεοφ. Πίκουλας από Φονιά.
Απ αυτούς ο Νίκος Σταυρόπουλος γνωρίζω ότι έχει σφάξει. Ο Γιώργης Κοτελάς έφερνε πάντα κρατούμενους από τη Γκούρα, ο Κώστας Μπαρμπόπουλος από το Φονιά στο μοναστήρι.
Με τον Ηλία Σταματόπουλο κοιμηθήκαμε μαζί στο μοναστήρι και μου είπε ότι οι αδελφοί Δημήτρης και Γρηγόρης Καπέλος ήταν αντιδραστικοί και ότι είχαν γραφείο αντιδραστικό και ότι σκέφτονταν να πάνε στο αντάρτικο για να καμουφλαριστούν, γι αυτό και πρέπει να συλληφθούν και εκτελεστούν.
Τα στοιχεία αυτά τα έδωσε στο Κομματικό Γραφείο του Φονιά.
Με το προσωπικό του στρατοπέδου συνδεόταν με τον Κρητικό
ο Πισογιαννάκης,
ο Γιάννης Βιζάς,
ο Βασ. Βαρελάς,
ο Παν. Μπρέκας,
ο Παν. Οικονομόπουλος,
ο Δημ. Γούρμος,
ο Αντών. Αλωνιστιώτης,
Δημ. Α. Δεμετούκας,
η οικογένεια Χασαλά κι ο Γιώργης Τσελώνης.
Η Βενετσιάνα Καψιμαλάκου έβαζε σπιγκουνιές και την άκουσαν να καταφέρετε κατά της Ελένης Καραλή και κόρης και να λέει στο Καραΐσκο ή Θύμιο και Στάθη  Τι φιλάτε αυτά τα καθάρματα;
Επίσης είχαν σχέσεις με το στρατόπεδο οι οικογένειες Ψαχούλια Γεωρ. Θυγατέρα Αναστ. Ζάγκου Αγγελική και Αρετή.
Το κομ. Γραφείο Καλυβίων την τελευταία επιδρομή των Γερμανών είχε αποφασίσει να συλληφθούν οι Δημ. Γούρμος και Αθαν. Οικονομόπουλος. Ο Βασ. Κατσηρμάς πήρε μια μέρα τη κόρη του Χαρ. Κολοβού που μετά εκτελέστηκε και της είπε Ασπασία να πάμε μαζί το φαγητό στο μοναστήρι κι όταν μετά από συνεννόηση με το Στρατοπεδάρχη ο Κασαλμάς την έπιασαν και τη σκότωσαν.
Μια μέρα ήρθε στο στρατόπεδο ο Όθωνας Τζανέλος, ο Νίκος Σταυρόπουλος, ο Γιώργης ο Κατσελάς, ο Γιάννης Λύρας του Ανασ. συζήτησαν με το στρατοπεδάρχη κι έφυγαν.
Μετά 2-3 μέρες έφερε ο Κοτσελάς τους συλληφθέντες της Γκούρας. Τα κειμήλια της …… μονής Αγίου Γεργίου Φενεού μάζεψαν να τα φυλάξουν οι μοναχοί και τα έκρυψαν στο καταφύγια της Μονής.
Ο στρατοπεδάρχης Σίμος τα ανακάλυψε και τα πήρε για να ενισχύσει τα οικονομικά του κόμματος.
Από τους καλόγηρους της μονής έσφαξαν το μοναχό Αρσένιο διότι έδειξε κάποιο ταγάρι με γράμμα στους κατοίκους του Στενού.
Τον πήραν με άλλους έξη καλογήρους και τους έσφαξαν στην τρύπα.
Συνεργοί στη σφαγή των καλογήρων ήσαν και κάτοικοι των Καλυβίων για να αρπάξουν την περιουσία της μονής.
Για τους Άγγλους που βρισκόσαν στην περιοχή μου είπε ο Θύμιος ή Γκιόκας από το Κριεκούκι, το επάγγελμα σοφέρ, ότι εκτελέστηκαν από αντάρτες στα Τρόπαια της Γορτυνίας.
Τους συλληφθέντες και εκτελεσθέντες της Γκούρας έφερε στο μοναστήρι ο Γιώρ. Κοτσελάς με δυο άλλους και τους παρέδωσε στο στρατοπεδάρχη Σίμο και βοηθό Πισογιαννάκη.
Ο Γ. Κοτσελάς παρέδωσε κι ένα φάκελο για τους κατηγορούμενους στον στρατοπεδάρχη. Τον ιερέα της Γκούρας Παπα-Χαρλαύτη τον εκτέλεσε στην τρύπα ο Κ. Σερμπέτης ή Γλυκός και μάλιστα τον χτύπησε με μαχαίρι διότι εκστόμισε μια κατάρα και συνέχεια τον χτυπούσε με το μαχαίρι έως ότου τον αποτελείωσε.
Στο στρατόπεδο έρχοσαν και ο Αντ. Κολοκούρης του Γεωργ. και Κ. Λύρας ή Καραμήτρος .
Γι αυτά που λέει ο Γιάννης Κωστέας ή Γιαννίδης εναντίον μου ότι εγώ με ομάδα πήγα και τον βρήκα στην περιοχή Πελλήνης και του ζήτησα να μου δώσει άνδρες του και πήγα στο Κιάτο και συλλάβαμε τα τρία αδέρφια Γεώργιο, Δημήτριο και Αχιλλέα Χαρλαύτη από τη Γκούρα και τους εκτελέσαμε ανάμεσα στο Παναρίτι και Μάρκασι δεν ξέρω τίποτε, ούτε πήγα ποτέ στην Πελλήνη ή Κιάτο.
Άλλο τι δεν έχω να προσθέσω και γράμματα γνωρίζω. Τω ανεγνώσθη και βεβαιωθείσα υπογράφεται .
Ο Εξετασθείς Οι μάρτυρες Ο Μοίραρχος
Αθ. Δρούγκας
Αντίγραφο
Κόρινθος 9 Μαρτίου 1945
Ο Μοίραρχος
Πήρατε μια ιδέα για το πόσοι περίπου σκοτώθηκαν και με ποιο τρόπο
ΥΓ .
 Στο Βαλτέτσι σκότωσαν , μια μανά με τα 3 κοριτσάκια της Στο Φενεό μανά με τα 4 παιδία της 11 έως 18 ,τον Πατέρα και το μεγαλύτερο αδερφό 22 ετών τους είχαν σκοτώσει νωρίτερα(Οικογένεια Ανάμανη από την Ακρατα η οικογενεια στην φωτογραφία τηςΚεντρικής Σελίδας)
Και σήμερα παίρνουν σύνταξη …εθνικής αντίστασης αυτά τα καθάρματα
Και κατηγορούν όσους πάνε στο μνημόσυνο ως …φασίστες!!!
οι αλήτες!!!
Ο Ζεγγος που το, ίδιο το ΚΚΕ τον καθαίρεσε σαν μεγάλο εγκληματία είπε ότι είχε πάρει εντολές να κάνει τόσα εγκλήματα.
Και Ο Ζεγκος έχει πει πολλά και έχει εξετάσει την υπόθεση ο Στάθης Καλύβας του ΓΕΗΛ .
Ο Ιωαννίδης που πέθανε ως κομμουνιστής απεκάλυψε πολλά που συμφωνούν με όσα είχαν γίνει.

Περισσότερες Πληροφορίες για τα Εγκλήματα του Φενεού και πολλά άλλα Ντοκουμέντα σχετικά με την αντίσταση στην Κατοχή , αλλά και για τα γεγονότα του Συμμοριτοπόλεμου,
 IΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΦΕΝΕΟΥ
Κάποιες από τις ιστορίες φρίκης του Φενεού, απο το βιβλίο του Γιάννη Μπαλαφούτα «ΦΕΝΕΟΣ 1943-44»
ΒΑΣΙΛΩ ΣΤΑΪΚΟΥ
«….Τα σκοτάδια που ‘ρχονται τις νύχτες τους παγώνουν και κάνουν τις ψυχές τους να κιοτεύουν σαν βλέπουν να βάζουν δεκάδες ανθρώπους στην γραμμή να τους γδύνουν, να τους δένουν κι έπειτα από ώρες να ‘ρχονται μόνον οι οπλισμένοι συνοδοί τους με αίματα.
Πένθιμες ώρες γεμάτες αγωνία που δεν έλεγαν να περάσουν μέσα στην κόλαση που βρέθηκαν. Μέρες χωρίς τελειωμό μέσα στον ιερό χώρο που τον έχουν μεταβάλλει σε τόπο βασανισμών κι ανελέητης σφαγής, που δεν λέει ν’ αδειάσει από μελλοθάνατους, γιατί κάθε μέρα νέα ανθρώπινα μπουλούκια κλείνονται στα κελιά.
Με σιωπηλή λύπη και κρυφή νοσταλγία κρατάνε σφιχτά τις αναμνήσεις της πιο λεύτερης ζωής τους με την αβάσταχτη λαχτάρα που ποτέ δεν θα ‘ρθει. Τις ώρες τούτες τις ασάλευτες που η απελπισία σπάραζε τα σπλάχνα των δύστυχων κι οι συμφορές τους κατατρέχανε, ένα περιστατικό τρύπωσε στην καρδιά τους.
Η Βασίλω του Γιώργη του Στάϊκου με τα τέσσερα κορίτσια της που ‘ταν κοντά της κρατούμενες, άρχισε να κοιλοπονάει. Στην αρχή το ‘κρυψε η άμοιρη, μα καθώς η ώρα περνούσε το μωρό που ‘χε μέσα της ετοιμάστηκε να βγει στην ζωή. Με όλη τους την αγάπη οι Βαλτετσιώτες κρατούμενοι κι οι άλλοι φυλακισμένοι, έκαναν ότι ήταν στο χέρι τους, να την βοηθήσουν. Έφτιαξαν κύκλο γύρω της να κρύψουν τον υπερκόσμιο αγώνα της, έσκισαν τα ρούχα τους, τα ‘πλυναν και τα τοίμασαν να σκεπάσουν την γύμνια του μωρού. Κι όταν το πρόσωπο της μάνας ξεκαθάρισε και γαλήνεψε μετά τους τελευταίους βόγγους της, σ’ όλους βλάστησε το χαμόγελο κι η χαρά. Βγάζουν από την καρδιά τους ευχές και καλοδέχονται το παιδάκι που ‘ρθε στον κόσμο τον ανθρώπινο. Κι η μάνα η παραπονεμένη κι αδύνατη με κερωμένο το πρόσωπο έχοντας ξεχάσει το περιβάλλον της δυστυχίας δέχεται με έκφραση ευγνωμοσύνης τις περιποιήσεις και την αγάπη όλων. Και κείνοι ακόμη οι αποστολικοί καλόγεροι βρίσκονται κοντά της και της προσφέρουν σαν τους μάγους της ανατολής πολύτιμο μαγειρεμένο φαγητό.
Δυστυχώς αυτό το πανέμορφο σκηνικό με την ευλογία του θεού δεν βάστηξε πολύ. Οι άνθρωποι που βάσταγαν τα ντουφέκια και υλοποιούσαν τα τυραννικά σχέδια της ηγεσίας τους, οι απωθητικοί κι οι ασυμπάθιστοι με τα μεγαλόστομα πυροτεχνήματα, αισθάνθηκαν ενοχλημένοι. Οι φωνές του νεογέννητου που ‘ταν κραυγές ζωής έπρεπε να σωπάσουν για πάντα μέσα στο χώρο που υφαινόταν ο θάνατος.
Οι άνθρωποι που ζητάνε ραγιάδικη υποταγή, κοιτάζουν με περιπαικτικό βλέμμα τους συγκεντρωμένους χωρίς να χαίρονται. Κι ύστερα, με κομμένη την ανάσα οι συγκεντρωμένοι παρακολουθούν να κατεβαίνει και πλησιάζει ο πιο βλοσυρός κι ο πιο άπονος, γνωστός βασανιστής οπλισμένος. Και μόνον η παρουσία του δημιούργησε ανησυχία και φόβο.
Ο ΟΠΛΑτζής με το τραχύ χλευαστικό πρόσωπο, την τραγίσια γενειάδα και την ύπουλη ματιά που σ’ όλους προξενούσε ανασφάλεια, χωρίς να χαιρετήσει και φανερώσει τις προθέσεις του, σκύβει πάνω από την λεχώνα και σαν νέος Ηρώδης παίρνει στα χέρια του το παιδί και φεύγει. Μόνον η δύστυχη μάνα ικετεύει, κλαίει δυνατά και ζητάει το παιδί της. Όλοι οι άλλοι παρακολουθούν άναυδοι την τραγωδία. Παρακολουθούν τον υποκριτικό φονιά, τον άξεστο παρορμητικό, που με ορθωμένο το άγριο βλέμμα του, τους κοιτάζει με περιφρόνηση κρατώντας το νεαρό βλαστό με εχθρότητα.
Τίποτε δεν στέκεται ικανό να περιγράψει την κακουργία του εξεσφενδονισμού του νεογέννητου, που άφησε το τελευταίο του κλάμα στη δασωμένη πλαγιά. Δεν υπάρχουν λόγια να παρουσιάσει κανείς της μάνας τη σκοτωμένη ψυχή, τη κομματιασμένη από πόνο καρδιά της. Τη μάνα που ζητούσε να ήταν σκοτωμένη για να μην πιεί το ξέχειλο αυτό κανάτι με το πιο φοβερό δηλητήριο.
Σκηνές γεμάτες απόγνωση κι αβάσταχτο πόνο. Αξέχαστες στιγμές φρίκης με την περιφρόνηση κάθε εκδήλωσης ζωής, που αφήνουν πίσω τους, τους λυγμούς να παρηγορούν τις τρομερές σκέψεις. Κι οι Βαλτετσιώτες χωρίς να μπορούν να ξεχάσουν την δυο φορές άμοιρη Βασίλω Στάϊκου που λυώνει στην κάθε στιγμή από το δράμα της, βλέπουν το θάνατο να τους τραβάει κοντά του. Παρακολουθούν αυτούς με τη σκληρή συμπεριφορά, την εγωιστική με την παράλογη αντίληψη για λευτεριά και την αγένεια που όλους τους έβαζαν στην υποψία. Ακούνε αυτούς με την αρνητική φαντασία, τους υποκριτικούς κι άφιλους, που όλο για ύποπτους μιλάνε, για ανθρώπους με δουλική ιδιοσυγκρασία και τον αστικό τρόπο που σκεπτόσανε. Τους βλέπουν που συμφωνούν σε κάθε κατηγόρια με θανατερή πράξη κι υποχρεώνονται να βάζουν την ουρά κάτω από τα σκέλια και να περιμένουν το δικό τους αφανισμό.
Κι όλο ρωτούσαν. Ποιός είναι αλήθεια ο εχθρός; Οι ξένοι ή ντόπιοι σε τούτο τον τόπο; Μαντρωμένοι μέσα στη μονή κανείς τους δεν ήξερε αν θα γλύτωνε από το μακελιό. Ο μαύρος και θαμπερός ήλιος της καλοκαιριάτικης μέρας του Ιουλίου, χωμένος μέσα σε σκοτεινιασμένα σύννεφα, έδινε τα προμηνύματα της νέας σφαγής. Το αφέγγαρο τούτο βράδυ ο χαλασμός θα κορύφωνε το απαίσιο έργο του με το νέο χριστιανικό αίμα που θα χυνόταν. Κι όταν κύλησαν οι ώρες κι ήρθαν τα σκοτάδια της νύχτας ανοίγει η αυλαία για το νέο μακελειό. Πριν χαράξει οι 19 από το Βαλτέτσι,
Χρήστος Π. Καραμάνης 58 χρόνων
Παναγιώτης Π. Καραμάνης 39 χρόνων
Γιωργία Αθ. Καραθάνου 22 χρόνων
Μαρία Γ. Κοκκάλα 25 χρόνων
Γιώργης Ν. Κρουμπούζος 18 χρόνων
Γιάννης Ελ. Μέλλος 32 χρόνων
Αγγελική Γ. Μπαμή 28 χρόνων—έγκυος
Μαρία Γ. Μπαμή 18 χρόνων
Βασίλειος Π. Μπόλλας 55 χρόνων
Θεόδωρος I. Πολλάλης 19 χρόνων
Αντώνιος Γ. Παύλος 16 χρόνων
Γιάννης Αρ. Ρούσσος 58 χρόνων
Γιώργης Ν. Σαραντόπουλος 70 χρόνων
Γιώργης I. Σουρούνης 45 χρόνων
Βασίλω Γ. Στάϊκου 32 χρόνων
Παναγιώτα Γ. Στάϊκου 17 χρόνων — κόρη της
Γιωργία Γ. Στάϊκου 15 χρόνων —κόρη της
Μαρία Γ. Στάϊκου 13 χρόνων — κόρη της
Κωνσταντίνα Γ. Στάϊκου 11 χρόνων — κόρη της,
μαζί με άλλους προχωρούν να φτάσουν στο βάραθρο. Η απότομη πλαγιά, το βασίλειο της γαλήνης και της ομορφιάς γίνεται τόπος αναστεναγμών και σφαγής.
Κι όταν ο ήλιος σηκώθηκε δειλά δειλά από την ράχη δεν ακούστηκαν των κοπαδιών τα βελάσματα ούτε τα κουδουνίσματα. Οι δροσερές αύρες δεν ξεχύθηκαν στους τόπους παρά μόνον ο φλογισμένος, ο αποπνικτικός αέρας συνόδευε τις ψυχές των αθώων…».
ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΛΑ ΜΠΑΡΛΑ
«…Στις 23 Ιουνίου ένα μπουλούκι ΕΑΜ – ΕΛΑΣίτες ανεβαίνει στα μαντριά των αδερφών Μπάρλα κι αρχίζει τη λεηλασία. Παίρνουν πεντακόσια γιδοπρόβατα, φορτώνουν τυριά, βούτυρα, στάρια, ρουχισμό και τσίγκους ακόμη που βρήκαν κι έφυγαν. Μουδιασμένοι, αμίλητοι, παγωμένοι, παρακολουθούν οι ρακένδυτοι απλοί άνθρωποι της βιοπάλης τους ανθρώπους που φόραγαν τις μουτσούνες του λευτερωτή, που τους ρήμαξαν και τους άφησαν την απελπισία και την απόγνωση. Είναι τα λύτρα της τόλμης του Αποστόλη που κατάφερε να γλυτώσει από τη σφαγή. Κι ενώ πίστεψαν οι άμοιροι πως τέλειωσε η εχθρική τους διάθεση με την αντιπατριωτική τους συμπεριφορά στις 29 Ιουνίου ξαναχτύπησαν.
Βρήκαν την Παρασκευούλα τη γυναίκα του Αγγελή Μπάρλα με το αβάφτιστο μωρό της και τους ξεσήκωσαν. Με φανερή την τρομάρα η γυναίκα της στάνης η απλή μητέρα της λαγκαδιάς, οδηγείται στη Φρουσούνα, στου Τάτσι, τη Σκοτεινή, τη Λαύκα, τη Γκιόζα και κλείνεται στο μοναστήρι τ’ Άι – Γιώργη κρατούμενη. Σ’ όλη τη διαδρομή η χωριατοπούλα με την αθώα βουνίσια ψυχή με το λυγερό κι ανάλαφρο κορμί της που δεν λογάριαζε αποστάσεις, ζει την αυταρχικότητα και την εχθρική συμπεριφορά. Αισθάνεται ψυχικό πόνο και στο κορμί της να χύνονται ατέλειωτοι καταρράκτες, σαν τους ακούει να μιλάνε για βασανισμούς και φόνους. Νιώθει να βαθιωριζώνει η ταπείνωση κι η αποκτήνωση.
Η παραμονή της στο στρατόπεδο της μονής είναι γεμάτη πικρές μέρες κι ώρες ζόφου, αλληλοσπαραγμού και τρόμου. Ζει σε μια ατμόσφαιρα φρικιαστικών μαρτυρίων και δολοφονιών. Τους βλέπει που στρέφονται ενάντια στον συμπατριώτη αδερφό, στην πατρίδα, στο θεό και περιμένει την οργή που θα ξεσπάσει πάνω τους. Η ελπίδα της ζωής που κρυβόταν μέσα της, κάθε μέρα μικραίνει από το καθημερινό κακό. Η μικρομάνα με τις κτηνοτροφικές δουλειές χωμένη στα ολόπικρα βάσανα με τα φαρμακερά λόγια της ΚΚΕδικης κόλασης κάνει το μεγάλο αγώνα να θρέψει το μωράκι της.
Έφυγε το γέλιο της, η ζωή της. Την τσακίζει η αγωνία που δεν φαίνεται πουθενά η ελπίδα ζωής. Βλέπει το μαχαίρι του θανάτου χειροπιαστό πάνω στο παιδί της και νιώθει τα χτυπήματα της καρδιάς της κάθε μέρα να χτυπάνε για στερνή φορά. Η αταίριαστη αυτή συμπεριφορά των αδερφοκτόνων την βαλαντώνει. Ο θάνατος που ‘πεφτε πάνω στους αγνούς βιοπαλαιστές που χωρίς οίκτο τους ρίχνουν στο θυσιαστήριο με αιμοβόρα μανία, τη γεμίζει δάκρυα και λυγμούς με το βαρύ πόνο της αδικίας.
Ο γνωστός τσοπάνης Σαρανταυγάς που βρήκε τρόπο και το ‘σκασε από το μοναστήρι που ‘ταν κρατούμενος, είπε ότι την παραμονή της σφαγής της, ο ηγούμενος της μονής της είπε ιδιαίτερα, εμπιστευτικά να βαφτίσει το παιδί της, πως οι ώρες είναι κρίσιμες και κανείς δεν ξέρει αν θα ζήσει και πόσο. Κι η Παρασκευούλα με ματωμένη την ψυχή άκουσε τα πατρικά λόγια και χωρίς καθυστέρηση έκανε το μυστήριο, χωρίς τον άντρα, χωρίς τους δικούς, χωρίς τραγούδια και χαρές.
Την άλλη μέρα τη φώναξαν αργά το βράδυ να ‘τοιμαστεί για κείνο το χωρίς γυρισμό ταξίδι για την ταξιαρχία. Με πρόσωπο, χλωμό, κερωμένο, άκουσε πως ήρθε κι η δική της η σειρά και μούδιασε. Μια μεγάλη πέτρα πλάκωσε τα στήθια της κι ακούει την καρδιά της να πηγαίνει να σπάσει. Μέσα στην ταραχή και την αναστάτωση που την συγκλονίζει, αγωνίζεται να βρει δύναμη να πλύνει και να νεκροντύσει το σπλάχνο της.
Το αγκαλιάζει, το φιλεί τρυφερά, ακουμπάει τα μάγουλά της στο πρόσωπο του μωρού κι αφήνει τα δάκρυά της να κυλάνε. Η αγνή τσοπανούλα δένει τη νάκα (δερμάτινη κούνια και μέσον μεταφοράς) με το μωρό της στη μέση της, στα στήθια της, και μπαίνει στην μακρόσυρτη ανθρώπινη φάλαγγα των μελλοθάνατων. Βαδίζει στ’ άγνωστα σκοτάδια με έκφραση βαριά κι όψη θλιμμένη. Σέρνει το κορμί της στους τάφους. Με πληγωμένα τα σωθικά της ανεβαίνει την απότομη πλαγιά να συναντήσει τη φρικτή τραγωδία στο βάραθρο. Πάνω στο μικρό λόφο έχει στηθεί το σκηνικό του θανάτου. Είναι ο τόπος του μαρτυρίου με το αλυσοδεμένο ανθρώπινο καραβάνι που τρέφει το δέντρο του διχασμού.
Η μικρομάνα παραμένει σύμβολο αρετής, φύλακας άγρυπνος της αφοσιωμένης μητέρας και δεν επιτρέπει τη σφαγή του παιδιού της. Οι στιγμές της ζωής τελειώνουν. Ο ουρανός στέκεται πάνω από τους μελλοθάνατους και παρακολουθεί το χαλασμό. Το αίμα κι οι βόγγοι κυλάνε στο απύθμενο βάραθρο. Το βουνό που κρύβει τ’ άψυχα κορμιά στους κόρφους του, βαστάει την ανάσα του κι αφουγκράζεται το δράμα. Τα χαμόκλαδα και τα ελάτια μένουν βουβά στην τρομαγμένη ερημιά που την περιζώνει ο χάρος.
Κι όταν ήρθαν οι λεύτερες μέρες κι οι συγγενείς των σφαγμένων έστησαν τις τροχαλίες κι έβγαζαν τα σαπουνοποιημένα πτώματα από το Βάραθρο στο Κακοβούνι, ανέβασαν την Παρασκευούλα του Αγγελή του Μπάρλα πάνω στη γη με τη νάκα πάνω της. Τρανή βεβαίωση της βοσκοπούλας μάνας που δεν άφησε να μακελέψουν το μωρό της κι αγωνίστηκε να το προστατέψει και μέσα στον Άδη…»
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΓΩΝΕΣ ΚΑΙ ΝΕΚΡΟΙ ΣΚΛΑΒΩΜΕΝΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 1941-1944 ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΜΟ ΠΟΥ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ ΑΧΑΙΑΣ ΚΑΙ ΗΛΕΙΑΣ
Περισσότερα για τους Νομούς Αχαϊας – Ηλείας , Πατήστε εδώ
ΙΟΥΛΙΟΣ 1944 ΦΕΝΕΟΣ ΞΕΚΛΗΡΙΣΜΑ ΤΗΣ 7μελους ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΑΝΑΜΑΝΗ
ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΑΣΙΤΕΣ

1943 -1944 ΦΟΝΕΥΘΕΝΤΕΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΕΛΑΣΙΤΩΝ ΣΤΑ ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ – ΦΕΝΕΟ ΞΕΚΛΗΡΙΣΜΑ 4μελους ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣΜΕΤΑ ΤΩΝ ΤΕΚΝΩΝ 6 και 4 Ετων
ΣΥΓΚΡΙΝΕΤΕ ΑΥΤΟ ΜΕ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΣ ΕΜΠΡΟΣ  ΑΡ 22) ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΥΡΣΗ ΤΩΝ ΠΤΩΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ ΜΕΤΑ

1943 -1944 ΦΟΝΕΥΘΕΝΤΕΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΕΛΑΣΙΤΩΝ , ΑΙΓΙΑΛΙΑ – ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ – ΦΕΝΕΟ ΞΕΚΛΗΡΙΣΜΑ 4μελους ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣΜΕΤΑ ΤΩΝ ΤΕΚΝΩΝ  14 ΚΑΙ 11Ετων
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΜΠΡΟΣ  10-6-1945
Βάραθρο Φενεού Ανάσυρση πτωμάτων ενα χρόνο μετά
Αρ.16) 15 Χρονο Παιδάκι .
Αρ. 22) και συγκρίνετε με τη σελίδα του βιβλίου 110 παραπάνω6 Χρονο και  7 Χρονο αγγελούδι μαζί με τη μητέρα τους .
Αρ. 41) ακόμα και δυο μηνών αγγελούδι ανασύρθηκε νεκρό από την τρυπά
Clip_2

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΜΠΡΟΣ  13-6-1945
ΦΕΝΕΟΣ ΣΕ 400 ΥΠΟΛΟΓΙΖΟΝΤΑΙ ΤΑ ΘΥΜΑΤΑ ΕΝΑΜΙΣΗ ΜΗΝΑ ΜΟΝΟ , ΞΕΚΛHΡIΣΑΝ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΗΣ , ΒΙΑΣΑΝ ΤΗΝ ΑΔΕΡΦΗ ΤΗΣ , ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΧΕ ΑΔΕΡΦΟ ΑΕΡΟΠΟΡΟ ΣΤΟ ΚΑΪΡΟ ΚΙ ΑΥΤΟ ΚΑΤΑ ΤΗ ΓΝΩΜΗ ΚΑΠΟΙΟΝ ΗΤΑΝ ΕΓΚΛΗΜΑ , ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΠΟΥ ΕΧΑΣΕ , ΓΙΑ ΤΑ ΤΟ ΑΓΓΕΛΟΥΔΙ ΠΟΥ ΒΙΑΣΑΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΠΟΥ ΕΧΑΣΕ Ο ΧΑΡΟΚΑΜΕΝΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ

                ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΜΠΡΟΣ
  12-6-1945         ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΜΠΡΟΣ 
6-194
                                                               

ΒΑΡΑΘΡΟ ΦΕΝΕΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΜΠΡΟΣ 6-1946 ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ ΤΟΥ ΕΛΛΑΣ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ

Posted in ΕΘΝΙΚΆ | Leave a Comment »

Πρώτη συμπλοκή Ελλήνων με Αλβανούς υποστηρικτές του UCK σε ελληνικό έδαφος!

Posted by PROTEUS στο Μαΐου 23, 2015


ΡΩΣΙΚΕΣ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ: «ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ ΠΟΣΟΤΗΤΕΣ ΑΠΟΘΗΚΕΥΜΕΝΟΥ ΟΠΛΙΣΜΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΤΟΥΣ ΑΛΒΑΝΟΥΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΟΥ ΚΟΥΜΑΝΟΒΟ»
Mόλις χθες είχαμε το πρώτο ανησυχητικό περιστατικό συμπλοκής Ελλήνων Βορειοηπειρωτών με Αλβανούς που υποστήριζαν τον UCK στην Πάτρα, επιβεβαιώνοντας τους φόβους για τον εφιάλτη της «Μεγάλης Αλβανίας»

Εκτεταμένες συγκρούσεις εκτυλίχθηκαν το βράδυ της περασμένης Τετάρτης προς Πέμπτη στο Ψαροφαϊ της Πάτρας όταν συνεπλάκησαν ομάδες Βορειοηπειρωτών με Αλβανούς.
Όπως γράφει το τοπικό PatrasTimes, όλα άρχισαν όταν μέσα σε καφενείο της περιοχής έγινε αναφορά για την ιδέα της Μεγάλης Αλβανίας της οποίας τα σύνορα φτάνουν μέχρι την Πρέβεζα.
Η σπίθα που άναψε το φιτίλι ήταν τα όσα αποτυπώνονται στο βιβλίο ιστορίας που διδάσκεται στα Αλβανικά σχολεία, το περιεχόμενο του οποίου υπερασπίστηκαν δέκα περίπου άτομα που κατάγονται από τη γειτονική χώρα.
Στο χώρο υπήρχαν και δώδεκα περίπου Βορειοηπειρώτες οι οποίοι αναφερόμενοι στα όσα έζησαν στην Αλβανία σε συνδυασμό με τις επεκτατικές βλέψεις της γειτονικής χώρας σε σχέση με την Ελλάδα ήρθαν στα χέρια αρχικά μέσα στο καφενείο με τους αλλοδαπούς.
Τα πνεύματα ηρέμησαν για λίγο αλλά όταν οι δύο ομάδες Βορειοηπειρωτών και Αλβανών αποχώρησαν από το μαγαζί το φιτίλι της αντιπαράθεσης άναψε ξανά με το δεύτερο γύρο συμπλοκής – αυτή τη φορά εκτός από μπουνιές και κλωτσιές επιστρατεύθηκαν και καδρόνια – να εκτυλίσσεται στο ποταμάκι που διασχίζει την περιοχή.
Το ξύλο διήρκεσε αρκετά λεπτά με τα θύματα και από τις δύο πλευρές να μετράνε ματωμένα πρόσωπα και μύτες αλλά και μελανιασμένα μάτια.
Τεράστιες ποσότητες βαρύτατου οπλισμού βρίσκονται αποθηκευμένες στα βουνά του Κουμάνοβο και του Τέτοβο, για να υποστηριχθεί η δημιουργία της «Μεγάλης Αλβανίας» από τις επανεργοποιημένες δυνάμεις του ισλαμιστικού πλέον και με εμπειρία πολέμου στη Συρία, UCK, όπως αναφέρουν οι ρωσικές μυστικές υπηρεσίες.
Διεξάγεται μια προσπάθεια αποκοπής εδαφών από όλα τα ορθόδοξα κράτη (και από την Ελλάδα) από νεοταξικά κέντρα εξουσίας στην Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ τα οποία θέλουν να χτυπήσουν τον ορθόδοξο άξονα που ξεκινάει από την Αθήνα και φθάνει μέχρι την Μόσχα, και επιτρέπει την διέλυση του αγωγού που θα φέρει το ρωσικό φυσικό άεριο στην Ευρώπη.
Πριν 14 χρόνια ( 2001), κατάφερε να σβήσει η φωτιά του πολέμου, αλλά τα εθνο-κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα δεν έχουν εκλείψει από τα Σκόπια  . Η φτωχή  αυτή χώρα, με πολύχρονη έλλειψη οικονομικών και ανθρώπινων πόρων κινδυνεύει να διαλυθεί από την απειλή μιας  πιθανής   διχοτόμησης της χώρας.
Ο  UCK (Αλβανικός Εθνικός Στρατός,) με  στρατιωτικές βάσεις στο Κοσσυφοπέδιο και την Αλβανία  ξαναπήρε τα όπλα . Από το 2001 και πριν ακόμη στεγνώσει  το μελάνι της συμφωνίας της Οχρίδας, διενεργούνται σποραδικές επιθέσεις κατά της σκοπιανής αστυνομίας, συλλήψεις ομήρων,καθώς επίσης και πολλοί άνθρωποι δολοφονούνται . Η τοποθέτηση βομβών στα Σκόπια είναι πλέον ρουτίνα , αναφέρουν  ρωσικά ΜΜΕ .
Στην περιοχή του Κουμάνοβο το 2003 υπήρξαν μάχες με  πολλές Αλβανικές συμμορίες . Οι Αλβανοί κατέρριψαν μάλιστα  και αστυνομικά ελικόπτερα , ανατίναξαν  τεθωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού και σκότωσαν  πολλούς Σκοπιανούς στρατιώτες.
Στη συνέχεια, οι ίδιοι Αλβανοί αντάρτες αναχώρησαν  ήσυχα για τη βάση τους στο  Κοσσυφοπέδιο . Το 2004 , οι δυνάμεις ασφαλείας της πΓΔΜ κατά την διάρκεια επιδρομής, ανακάλυψαν και κατάσχεσαν  στα βουνά του Κουμάνοβο, τεράστιο όγκο οπλισμού.
Αλλά η σοβαρότητα του προβλήματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο αγνοήθηκε, ρίχνοντας τα πάντα  ως   συνήθως  στο κοινό ποινικό έγκλημα.
 Σύμφωνα με τις ρωσικές στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών , στα βουνά του Κουμάνοβο βρέθηκε, ποσότητα  βαρέων πολυβόλων,  φορητά αντιαρματικά  συστήματα  MANPADS «Stinger», χιλιάδες τυφέκια ΑΚ-47 , χειροβομβίδες , νάρκες κά. Όλα αυτά αποτελούν ένα μόνο μέρος της απίστευτα μεγάλης  ποσότητας οπλισμού που είναι τοποθετημένη σε αποθήκες στα βουνά. 
Είναι γνωστό στον  υπόκοσμο της Ευρώπης , ότι αυτοί που ασχολούνται με το παράνομο εμπόριο ανθρώπινων οργάνων, το λαθρεμπόριο ναρκωτικών, την σωματεμπορία  σε Βαλκάνια και Ευρώπη ,  είναι οι Αλβανοί , οι οποίοι τα ελέγχουν σε μεγάλο βαθμό.
Σύμφωνα με τις ρωσικές μυστικές υπηρεσίες στο τέλος του Απριλίου 2015,  αριθμός   Αλβανών ισλαμιστών (περισσότερα από 40 άτομα) με  καμουφλάζ και αλεξίσφαιρα γιλέκα, οπλισμένοι σαν αστακοί,  επιτέθηκαν στην πόλη Γκοστίνιτσα . Τέσσερις αστυνομικοί αφοπλίστηκαν, ξυλοκοπήθηκαν και ταπεινώθηκαν , με τα «κατορθώματα» να καταγράφονται σε βίντεο που ανέβηκε στο διαδίκτυο.
Εκεί γίνεται λόγος για ταχεία δημιουργία ενός  αλβανικού ανεξάρτητου κράτους εντός των Σκοπίων, και παράλληλοι οι ίδιοι υπόσχονται τον   θάνατο σε όλους όσους  βρεθούν εμπόδιο στο σχέδιο αυτό.
Η επίθεση  τον Απρίλιο θεωρήθηκε μια φάρσα. Κάποιοι είπαν ότι αποτελεί μηχανορραφία της κυβέρνησης  του Γκρουέφσκι  για να αποσπάσει την προσοχή του πληθυσμού από τα πολιτικά και οικονομικά προβλήματα. Σύντομα ακολούθησε μια θανατηφόρα επίθεση στο  Κουμάνοβο.
Από τον Ιανουάριο, η χώρα συγκλονίστηκε από  αποκαλύψεις και παραιτήσεις. Ολα  όμως αυτά ξεκίνησαν  έναν μήνα μετά την δημοσιοποίηση  της κατασκευής του αγωγού του ρωσικού φυσικού αερίου  στην Κεντρική Ευρώπη,που θα περνάει από την Ελλάδα,  είτε μέσω της Βουλγαρίας είτε μέσω των Σκοπίων.
Παραδόξως, τα σκάνδαλα, οι ίντριγκες, οι ταραχές και ο τρόμος άρχισαν σε κάθε πιθανή χώρα διαμετακόμισης του ρωσικού φυσικού αερίου,εκτός από τα Σόφια και τα  Τίρανα
Ο νέος πρέσβης των ΗΠΑ στα Σκόπια,  D. Bailey έφτασε στη χώρα πριν από ένα χρόνο. Που ήταν πριν; Στην  Τουρκία με επίκτητο το ταλέντο στις εξεγέρσεις  (αν και ανεπιτυχώς) όπως στο Πάρκο  Gezi και  στην πλατεία Ταξίμ.
Φυσικά, η  εμπλοκή της Ουάσινγκτον στα Σκόπια είναι καθαρή «σύμπτωση» με τις τρέχουσες ταραχές στην πρωτεύουσα της χώρας  . Δεδομένου ότι η «δραστηριότητα» του Ταμείου του  Σόρος καταδεικνύει  σαφέστατα τον χρηματοοικονομικό  συντονιστή των διαμαρτυριών αυτών , τονίζουν οι ρωσικές μυστικές υπηρεσίες.
Την ημέρα των αιματηρών επιθέσεων στο Κουμάνοβο, ο πρωθυπουργός των Σκοπίων ήταν στην Μόσχα για την παρέλαση της  νίκης . Τα Σκόπια είναι μια από τις λίγες ευρωπαϊκές χώρες που αρνήθηκαν να υποστηρίξουν στις  αντι-ρωσικές κυρώσεις της  ΕΕ και των ΗΠΑ.
Υπενθυμίζεται ότι τα  Σκόπια εντάχθηκαν στην πορεία του έργου κατασκευής του αγωγού, αλλά και στο κινεζικό σχέδιο του αποκαλούμενου «Δρόμου του Μεταξιού» από το ελληνικό λιμάνι του Πειραιά προς την Σερβία και την Ουγγαρία.
Και τότε η κυβέρνηση της πΓΔΜ μετατράπηκε ξαφνικά σε απαράδεκτη για τη Δύση! Ενώ ο Ν.Γκρουέφσκι κατέχει  την πρωθυπουργία για  τουλάχιστον 10 χρόνια με την στήριξη προηγουμένως των Αμερικανών, οι οποίοι τότε έκαναν τα «στραβά» μάτια στις προσπάθειές του να κλέψει την ελληνική Ιστορία!
Οι Αμερικανοί « επιμελητές»  έχουν βρει  και πάλι τις  παλιές μεθόδους της «ειρηνικής» αλλαγή καθεστώτος στα Βαλκάνια ως την ενδεδειγμένη μέθοδο .
Μετά τα «επιτυχημένα» πραξικοπήματα του Μαϊντάν σε Ουκρανία  (Φεβρουάριος 2014),  Βουλγαρία (Νοέμβριος 2013)  , ετοιμάζεται ένα ακόμα παρόμοιο έργο στα Βαλκάνια.
Ο χώρος των Βαλκανίων μέχρι και την Κασπία Θάλασσα είναι πολύ σημαντικός για την Νέα Τάξη Πραγμάτων που εδραζει στις ΗΠΑ για να πετύχει την στατηγική περικύκλωση της Ρωσίας και εν συνεχεία της Κίνας, των δύο υπερδυνάμεων που ακόμα τελούν υπό καθεστώς εθνικής ανεξαρτησίας.

Στην Ελλάδα δε, προωθείται με κάθε μέσον και τρόπο από τα εγχώρια ΜΜΕ και από το «καλλιτεχνικό» και «λογοτεχνικό» κατεστημένο η αθεϊα ώστε να χτυπηθεί η Ορθοδοξία και να μην έχει φιλικά αισθήματα ο ελληνικός λαός προς την Μόσχα. Εάν μπορούσαν να μεταφέρουν όλους τους Έλληνες σε άλλο μέρος και αν τους αντικαταστήσουν θα το έκαναν, προς το παρόν το επιχειρούν αυτό με την λαθρομετανάστευση.
defencenet.gr

Posted in ΕΘΝΙΚΆ | Leave a Comment »

Αναρχοκομμουνιστές επιτέθηκαν στους Πόντιους στο Σύνταγμα, γιατί “είναι φασίστες όσοι τιμούν την Ποντιακή Γενοκτονία” video

Posted by PROTEUS στο Μαΐου 20, 2015


Αναρχοκομμουνιστές επιτέθηκαν στους Πόντιους στο Σύνταγμα, γιατί “είναι φασίστες όσοι τιμούν την Ποντιακή Γενοκτονία”
Επίθεση από ξεδιάντροπα αναρχοκομμουνιστικά ενεργούμενα της τουρκικής ΜΙΤ, δέχθηκαν στο κέντρο των Αθηνών μέλη της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδος, που τιμούσαν την μνήμη των θυμάτων του Ποντιακού Ολοκαυτώματος!

Πιο συγκεκριμένα, μετά την εκδήλωση που πραγματοποίησαν στο Σύνταγμα, οι Πόντιοι έκαναν πορεία προς την τουρκική πρεσβεία, για να καταθέσουν ψήφισμα διαμαρτυρίας. Κατά τη διάρκεια της πορείας, «συναντήθηκαν» με πορεία παρακρατικών αναρχοκομμουνιστών, οι οποίοι τους επιτέθηκαν, γιατί είναι «φασιστικό» που τιμούν την μνήμη των πατέρων τους! Τελικά, επενέβησαν τα ΜΑΤ και τα θλιβερά επεισόδια που προκάλεσαν τα ελεεινά ενεργούμενα της ΜΙΤ δεν πήραν μεγάλη έκταση…

Posted in ΕΘΝΙΚΆ | Leave a Comment »

19 Μαΐου: Ημέρα Τιμής και Μνήμης για τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού

Posted by PROTEUS στο Μαΐου 19, 2015


Η σιγή ιχθύος χιλιάδων ψυχών
Ενός λεπτού σιγή. στην ολομέλεια της Βουλής, μία ημέρα πριν την αιματηρή επέτειο της 19ης Μαϊου, εις ένδειξη σεβασμού για τους χιλιάδες των Ποντίων που σφαγιάστηκαν από τις τουρκικές ορδές. Ενός λεπτού σιγή και κάποια ξεπουλημένα έδρανα βουλευτών άδειασαν ξαφνικά, είτε γιατί τα συμφέροντα τους με την «γείτονα» χώρα είναι μεγάλα, είτε γιατί στο ντελίριο της ανθελληνικής τους ψυχής αρνήθηκαν να αποδώσουν τον ελάχιστο φόρο τιμής σ’ αυτούς που αντιστάθηκαν, σ’ αυτούς που κατακρεουργήθηκαν από το μίσος των τούρκων.

Αύγουστος του 1923, με την βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης, γερμανών συμβούλων και των δήθεν συμμαχικών δυνάμεων της Ελλάδας (Αγγλία-Γαλλία), ο Μουσταφά Κεμάλ έχει ήδη ολοκληρώσει το έργο του: περίπου 360,000 Πόντιοι έχουν εξοντωθεί και ο υπόλοιπος ελληνικός πληθυσμός εκτοπίζεται από την Πατρίδα του. Την ίδια στιγμή που οι Έλληνες μετρούσαν νεκρούς αδερφούς, πατέρες, βιασμένες μάνες και κόρες την ίδια στιγμή ο Κεμάλ αναφωνεί: «Επιτέλους τους ξεριζώσαμε».
Χάριν της «ελληνοτουρκικής» φιλίας η λέξη γενοκτονία ήταν απαγορευμένη στην Ελλάδα για 70 και πλέον χρόνια, οι ψυχές που χάθηκαν στα αφιλόξενα βουνά του Πόντου υπερασπιζόμενες τους τάφους των πατεράδων τους δεν ήταν αρκετές μπροστά στο πολιτικό συμφέρον και μόλις το 1994 αναγνωρίστηκε στην Βουλή των Ελλήνων η 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης για την γενοκτονία των Ποντίων.
Περιττό να αναφερθεί ότι ιστορικώς και εθνικώς ξένες προς εμάς γενοκτονίες όχι μόνον έχουν αναγνωριστεί από τις κυβερνήσεις της Ελλάδας, αλλά κάθε χρόνο τιμώνται μετά βαΐων και κλάδων από όλες τις πολιτικές παρατάξεις.
19η Μαΐου: αντί της σιωπής
Η έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα σημάνει την γενική επιστράτευση στην Τουρκία, οι Πόντιοι είναι οι μόνοι που αρνούνται να καταταχτούν στον τουρκικό στρατό. Οι «λιποτάκτες» που βρέθηκαν απαγχωνίστηκαν ενώ οι υπόλοιποι παίρνουν τον δρόμο για τα βουνά.
Το ανθελληνικό πρόσωπο της Τουρκίας παίρνει σάρκα και οστά στην Σαμψούντα και στην Πάφρα: στο όνομα της «ασφάλειας του κράτους» μεγάλο μέρος του Ελληνικού πληθυσμού του Πόντου μετακινείται στην ενδοχώρα μέσω των περιβόητων ταγμάτων Αμελέτ ταμπουρού. Τα τάγματα αυτά δεν ήταν τίποτα άλλο από τάγματα εξόντωσης όπου μεγάλος αριθμός γυναικόπαιδων οδηγήθηκε μέσα σε παγετώνες από τόπο σε τόπο με μόνο σκοπό να πεθάνουν στον δρόμο, χωρίς να υπάρχει ένας τελικός προορισμός, ο τελικός προορισμός ήταν ο θάνατος. Και αυτός ο θάνατος, το μόνο σίγουρο ήταν ότι θα ερχόταν αργά και βασανιστικά γιατί πέραν των κακουχιών αυτό το ποτάμι ελληνικών ψυχών δεχόταν καθημερινά επιθέσεις από οργανωμένες ομάδες τούρκων (Τσέτες – Οσμανλήδες), οι οποίοι επάνω στο ανθελληνικό μένος βίαζαν και δολοφονούσαν γυναίκες, μικρά παιδιά (κορίτσια-αγόρια) και γέρους σε καθημερινή βάση.
Τον Φεβρουάριο του 1918 οι μπολσεβίκοι ανταποδίδουν την υποστήριξη του παντουρκικού κινήματος που δρούσε στη Ρωσία κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση, εγκαταλείποντας την Τραπεζούντα στην εκδικητική μανία των Τούρκων.
Στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα για να ξεκινήσει τη δεύτερη και πιο άγρια φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας, υπό την καθοδήγηση των γερμανών και σοβιετικών συμβούλων του έχοντας σαν αρχηγό τον αιμοσταγή Τοπάλ Οσμάν.
Ο Κεμάλ μεταξύ άλλων αναφέρει στον Οσμάν: «Aφού έχεις την υποστήριξη του τουρκικού λαού, φτιάξε αμέσως την οργάνωσή σου, πάρε το αξίωμα του αρχηγού, ώστε η πόλη να βρίσκεται εμπράκτως υπό την κατοχή τη δική σου και των ανθρώπων σου. Aντί να φύγεις εσύ και να πάρεις τα βουνά, ας φύγουν οι Πόντιοι και οι Pωμιοί. Mε την πάροδο του χρόνου και μόλις θα έχουμε ενδείξεις ότι παρανομούν θα τους καθαρίσουμε όλους».
Ο Τοπάλ Οσμάν με την έγκριση των τουρκικών κυβερνήσεων εξαπολύει τα τάγματά του για να εξοντώσει πλήρως τον ποντιακό ελληνισμό. Μεταξύ των βαρβαροτήτων που συντελέστηκαν όπως οι βιασμοί και οι δολοφονίες καθημερινό φαινόμενο ήταν και η 18ωρη ακατάπαυστη εργασία, η γυμνή πεζοπορία κάτω από δριμύ χειμωνιάτικο ψύχος κ.ά.
Και όλα αυτά γινόταν υπό το βλέμμα των συμμάχων της Ελλάδας. αξίζει να αναφερθεί πως ο Άγγλος ύπατος αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη σερ Ραμπολντ σ’ ένα σημείο της αναφοράς του προς την κυβέρνηση του, με ημερομηνία 10 Μαΐου 1922 επισημαίνει: «Νέες αποτρόπαιες εξορίες άρχισαν σ’ όλα τα μέρη της Μικρασίας… τα 2/3 των εξόριστων είναι γυναίκες και παιδιά…Ένας συνεργάτης του είδε και μέτρησε 1500 πτώματα στο δρόμο προς Χαρπούτ. Στην Αμερικανική Επιτροπή Περίθαλψης Εγγύς Ανατολής δεν επέτρεψαν να περιμαζέψει τα παιδιά, των οποίων οι γονείς πέθαναν πάνω στο δρόμο…»
Ένα προμελετημένο έγκλημα που σώπασε όλα αυτά τα χρόνια κι ας το μαρτυρούν τόσο η διεθνής βιβλιογραφία όσο και τα κρατικά αρχεία πολλών χωρών.
Η Ελλάδα βέβαια όλα αυτά τα χρόνια, παρά τις προκλήσεις της Τουρκίας φρόντισε να δείχνει με κάθε τρόπο τον γενιτσαρισμό της.
Η 19η Μαΐου έχει καθιερωθεί από την Τουρκία ως ημέρα γιορτής της νεολαίας αλλά και του ξεριζωμού των Ελλήνων. Το 1998 με την σφραγίδα του υπουργού πολιτισμού Ε. Βενιζέλου αποφασίζεται να σταλεί η κρατική ορχήστρα Αθηνών στην γιορτή της τουρκικής νεολαίας, η αποστολή δεν ακυρώνεται αλλά αναστέλλεται γιατί τα μέλη της ορχήστρας αρνήθηκαν να παρευρεθούν την συγκεκριμένη ημερομηνία. Δυο χρόνια μετά ο τότε υπουργός εξωτερικών Γ. Παπανδρέου καταθέτει στεφάνι στο μνημείο του σφαγέα των Ποντίων Κεμάλ Ατατουρκ. Τέλος, οι τούρκοι έως και σήμερα στα περίχωρα της Σαμψούντας έχουν ιδρύσει χωριό που φέρει την ονομασία 19 Μαΐου.
Η ημέρα που ποτέ δεν θα ξεχάσω
Τι είναι μια ημερομηνία; Ένας αριθμός, ένας απλός αριθμός που άλλοτε σου θυμίζει ευχάριστες στιγμές και άλλοτε σε γεμίζει δάκρυα λησμονιάς, δάκρυα οργής.
Θυμάμαι, σαν παιδί τις ατέλειωτες ιστορίες της γιαγιάς μου και της προγιαγιάς μου, ιστορίες για ανθρώπους που αναγκάστηκαν να αποχωριστούν αδέρφια, μανάδες και πατέρες γιατί έτσι έπρεπε να γίνει. Ιστορίες που μιλούσαν για την μακρινή μου Πατρίδα, που μόνο στον χάρτη μπορώ να την βλέπω, ιστορίες που σε ταξιδεύουν μέσα από τα λόγια και τον τόνο της φωνής άλλοτε σαν απλό κάτοικο των πλακόστρωτων σοκακιών στον Πόντο και άλλοτε σαν αντάρτη πάνω σε ψηλά βουνά.
Στην ανάπλαση του σκηνικού μέσα στο παιδικό μου μυαλό, βοηθούσαν και τα ντοκιμαντέρ που έβαζε καμιά φορά η ελληνική τηλεόραση όπου και μαζευόταν όλη η οικογένειά μου και κρεμόταν από τα χείλη του παππού και της γιαγιάς.
Περίμεναν μια ιστορία, μια ανάμνηση μιας και δεν μας χρειάστηκε ποτέ κανένα βιβλίο ιστορίας για να μάθουμε. ξέραμε. και αυτό ήταν το πιο τραγικό όλων.
Κι αυτή μας η γνώση ήταν βίωμα κάθε ημέρας κάθε νύχτας που περνούσε. Και ήρθε εκείνο το το βράδυ το επιβεβαιώσει. ενώ κοιμόμασταν. «Τούρκοι, τούρκοι βοήθεια ήρθαν να με πάρουν, πήραν την μάνα μου θα πάρουν και εμένα. Κορίτσια θέλουν. θα με ατιμάσουν.» η προγιαγιά μου η Χριστίνα, στα τελευταία της τότε, έβλεπε εφιάλτες και στον ύπνο της και στο ξύπνιο της, τιναζόταν και κλαίγοντας φώναζε τις μαύρες σκιές των τουρκαλάδων που ερχόταν να την πάρουν και κάθε φορά προσπαθούσαμε να την συνεφέρουν στην πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που λίγα χρόνια μετά θα συγκλόνιζε εμένα.
Ήταν 20 Ιανουαρίου του 2000, όταν ο Γιώργος Παπανδρέου κατέθεσε στεφάνι στη μνήμη του Κεμάλ Ατατουρκ. Δεν θα ξεχάσω πόσο είχε παγώσει το αίμα μου και με μιας έτρεξα να βρω την γιαγιά μου, να της το πω. Δεν μπορούσα να συνειδητοποίησω τον βαθμό προδοσίας των δικών μου ανθρώπων, ενός προπάππου που δεν γνώρισα, μου ερχόταν συνέχεια στο μυαλό η παιδική εικόνα των παππούδων μου να κλαίνε και να ζητάνε τους γονείς τους και αντί γι αυτούς να αντικρίζουν τον βούρδουλα και την ανθρώπινη εξαθλίωση από τις κεμαλικές ορδές. Χιλιάδες εικόνες πλημμύρισαν το είναι μου, γυναίκες που βιάστηκαν, γυναίκες που έπνιξαν το παιδί τους στα αφιλόξενα βουνά του Πόντου γιατί εκείνη την ώρα περνούσε ο εχθρός και δεν έπρεπε να τους καταλάβει. Και οργή, αυτό ξεπήδησε, μόνο οργή!
Μαρία Σιδηροπούλου

Από το στο όγδοο τεύχος του περιοδικού «Μαίανδρος» που κυκλοφορεί

Posted in ΕΘΝΙΚΆ | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: